Την κοίταξα κατάματα. "Λέω την αλήθεια. Είμαι μάγισσα" έλεγε η κοπέλα που στεκόταν μπροστά μου.
Ήταν ψηλή, στο ύψος μου. Φορούσε μαύρη κοντή φούστα με μαύρο καλσόν και απλά κόκκινα all star παπούτσια. Απο πάνω φορούσε μία κοντομάνικη μπλούζα στο χρώμα της φωτιάς, ταιριάζοντας την με τα παπούτσια της. Είχε μακριά κατάμαυρα μαλιά και μεγάλα πράσινα μάτια. Πολλά αγόρια την είχαν 'ερωτευτεί', εγώ όμως όχι. Δέν με ενδιέφερε η εμφάνιση μόνο. Είχα αισθανθεί μέσα της κάτι που δέν μου άρεσε ιδιαίτερα...
"Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να μου το αποδείξεις αυτό, Λέμυα;" την ρώτησα με επίτηδες άχρωμη φωνή. Με κοίταξε, δήθεν πληγωμένη. "Τόσο λίγη εμπιστοσύνη έχεις στην φίλη σου την Μαρία; Εκείνη δέν σε γνώρισε σε εμένα όταν της είπες για τις έρευνές σου;"
Πράγματι, πρίν απο μερικές μέρες, ενώ μιλούσα με την Μαρία για τις έρευνές μου πάνω στο παραφυσικό, μου είχε πεί οτι ήξερε μία κοπέλα ("πολύ όμορφη, μάλιστα") που είχε παρόμοιες ανησυχείες με εμένα. Και έτσι μου γνώρισε την Μαρία.
Αλλά βιάζομαι. Πού πήγαν οι τρόποι μου; Έπρεπε πρώτα να συστηθώ.
Με έχουν βαπτίσει Ουριήλ, απο τον τέταρτο αρχάγγελο. Οι γονείς μου, έντονα θρησκευόμενοι άνθρωποι, μου είχαν πεί οτι την μέρα της γέννησής μου ένας άγγελος εμφανήστηκε μπροστά τους. Δήλωσε οτι ήταν ο Ουριήλ και οτι λόγω της βαθειάς πίστης τους θα με προστάτευε πάντα, αρκεί να μου δίναν το όνομά του. Όταν, λοιπόν, ήρθε η στιγμή της χριστιανικής βάπτισής μου, το όνομα ήταν προεπιλεγμένο.
Παρόλη, όμως, την πίστη των γονιών μου, εγώ κατέληξα άθεος. Χμμ... Όχι ακριβώς άθεος, περισσότερο άθρησκος.
Όταν άρχησα να μπαίνω στην εφηβεία, άρχησα και να σκεύτομαι. Δέν μπορούσα να χωνέψω το δόγμα της Ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας. Ήταν... περιοριστικό για εμένα. Οι γονείς μου τα έριξαν όλα στην εφηβεία και στο οτι είμαι "ανήσυχο πνεύμα, σάν τον παππού μου". Όπως και να έχει, αρνήθηκα την πίστη που μου είχαν επιβάλλει απο την στιγμή της γέννησής μου και άρχισα να ερευνώ τα πάντα. Όχι τα αρκουδάκια στην Ασία.
Αυτά έγιναν όταν ήμουν δεκατριών χρόνων. Τώρα, μόλις τέσσερα χρόνια μετά, έχω μάθει αρκετά πάνω στην Μαγεία και στον Μυστικισμό και πάνω στις θρησκείες του κόσμου. Ακόμα δέν έχω επιλέξει θρησκεία. Αν και νοιώθω την ύπαρξη κάποιας ανώτερης δύναμης, αποφεύγω να την κατ' ονομάσω. Δέν έχει σημασία.
Όμως, μέσα απο τις ερευνές μου, ενθουσιάστηκα απο την Μαγεία. Όχι, όμως, όποια και όποια μαγεία. Έχοντας ερευνήσει πολλά είδη, όπως και με τις θρησκείες, τα αππέριψα όλα και ξεκίνησα απο το μηδέν. Δέν γούσταρα ούτε τις επικλήσεις των Κλειδιών, ούτε είχα όρεξη να μπλεχτώ με 'Θεϊκούς' αγγέλους και Λαβκραφτιανούς δαίμονες. Προσπαθούσα να κατασκευάσω μία μαγεία που το μόνο της εργαλείο ήταν η ανθρώπινη θέληση.
"Δέν με συγκηνείς. Κάνε κάτι.. 'Μαγικό' και μετά βλέπουμε." της είπα, ακόμα ανέκφραστος. Η αλήθεια ήταν οτι ήμουν ενθουσιασμένος, ήλπιζα οτι επιτέλους είχα βρεί κάποια που να έψαχνε την μαγεία, όπως ακριβώς εγώ. Δέν ήταν οτι είχα δυσκολεία να βρώ κορίτσι, μάλλον το αντίθετο. Ήμουν ψηλός, κοντά στο ένα εννενήντα, είχα ίσια μακριά μελαχρινά μαλλιά, συνήθως πιασμένα κοτσίδα, και ήμουν αρκετά λεπτός. Δέν ήμουν γυμνασμένος, τουλάχιστον φανερά. Μία υσχηρή θέληση χρειάζεται ένα υσχηρό σώμα, πίστευα, οπότε είχα εστειάσει στο να αυξήσω τις αντοχές μου όσο μπορούσα. Και τα είχα καταφέρει αρκετά καλά.
Αναστέναξε. "Όκεϊ, όκεϊ" είπε και έκανε ένα βήμα πίσω. Βρησκόμασταν στην πλατεία Νέας Σμύρνης, έναν νομό της Αθήνας, εκεί οπου μεγάλωσα. Δέν είχε αρκετό κόσμο, ήταν νύχτα. Υπήρχαν μόνο μερικά παιδιά γύρω απο έναν έφηβο που έπαιζε στην κιθάρα μία μελαγχολική μελωδία και ένας γέρος που πουλούσε καλαμπόκια στο βάθος πίσω μου. Το πλάτωμα της πλατείας στο οποίο βρησκόμασταν ήταν αρκετά μεγάλο, περίπου τριάντα μέτρα μήκος και δέκα πλάτος, και στο κάτω μέρος (στα δεξιά μου) είχε έναν τετράγωνο όγκο με ένα πεζούλι γύρω-γύρω και ένα σηδερένιο καπάκι στην μέση που έκλεινε κάτι που κανείς δέν ήξερε. Εκεί βρησκόταν καθησμένη η παρέα των παιδιών, απο την πλευρά που ήταν μακριά μας. Εμείς ήμασταν όρθιοι λίγα μέτρα πιο κεί.
Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να ψυθηρίζει. Λατινικά... Τί μέθοδο χρησημοποιούσε άραγε;
Γύρω της εμφανίστηκε μία ελαφριά μαύρη αύρα. Εκείνη άρχησε να μιλάει ελαφρώς δυνατότερα. Η φούστα της και τα μαλλιά της άρχισαν να ανεμίζουν, ενώ δέν υπήρχε άνεμος που τα κουνούσε. Ξαφνικά άρχησε να αιωρίται. Σηκώθηκε καμία εικοσαριά πόντους πάνω απο το έδαφος και άνοιξε τα μάτια της κοιτώντας με χαρούμενα. "Τώρα πιστεύεις, Θωμά;" ρώτησε χαμογελόντας μέχρι τα αυτιά. Η παρέα είχε σταματήσει το τραγούδι της και κοιτούσε την κοπέλα με ορθάνοικτα τα μάτια απο τη έκπληξη. Αναστέναξα απογοητευμένος.
Πλησιάζοντας την, την κοιτούσα στα μάτια. "Αυτό λές εσύ μαγεία, Λέμυα;" της είπα κουρασμένα. "Λυπάμαι που θα σου χαλάσω την γιορτή" και έπιασα το δεξί της χέρι. Χωρίς να το καταλάβει κανείς, όταν είχε αρχήσει να ψυθηρίζει είχε βάλει το χέρι που της έπιασα στην τσέπη που είχε η φούστα. Δέν φαινόταν έντονα, η φούστα ήταν υφασμάτινη χωρίς φανερές ραφές. Τραβόντας απαλά το χέρι της, αποκάλυψα οτι κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο που είχε πάνω σκαλυσμένο ένα πολύπλοκο σύμβολο με γραμές που φωτιζόντουσαν κόκκινες. "Γκοέτια, λοιπόν..." πίεσα το χέρι της και εκείνη έβγαλε μία κραυγούλα ενώ άφηνε το φυλακτό να πέσει. Ευθής, η αύρα εξαφανίστηκε και εκείνη έπεσε κάτω. Προσγειώθηκε με τα γόννατα και στήριξε το σώμα της μπροστά με τα χέρια της. Σκύβωντας, μάζεψα το φυλακτό.
"Αυτό λές εσύ μαγεία;" επανέλαβα. Σήκωσε τα μάτια της με απορία ανάμυκτη με ενόχληση και με κοίταξε. "Ναί, αυτό είναι μαγεία. Μόνο αυτό το είδος υπάρχει, επικλητική μαγεία." Γύρισα απογοητευμένος τα μάτια μου στο φυλακτό που κρατούσα. "Όχι. Μαγεία είναι μία μέθοδος που χρησιμοποιεί την θέληση που έχει κάθε άνθρωπος μέσα του και της δίνει υλική υπόσταση. Αυτό εδώ λέγεται σκλαβιά σε δαίμονες και αγγέλους." Σήκωσα το φυλακτό ψηλά χωρίς να σταματήσω να το κοιτάω. Η Λέμυα σηκώθηκε απο το έδαφος και άρχησε να ξεσκονίζει τα ρούχα της με απότομα χτυπηματάκια. "Δώσε μου την Σφραγίδα μου" μου είπε θυμωμένη μόλις πίστεψε οτι είχε καθαρήσει.
"Όχι." Με κοίταξε με απορία. "Τί πάει να πεί 'όχι';" "Δέν θα σου δώσο την Σφραγίδα αυτήν. Ανόητη, δέν ελέγχεις εσύ τον δαίμονα εδω μέσα, εκείνος ελέγχει εσένα." Έκλεισα τα μάτια μου και συγκέντρωσα την θέλησή μου, όπως είχα καταλήξει μετά απο άπειρα πειράματα οτι έπρεπε. Ένοιωσα μέσα στο ξυλάκι την παρουσία του δαίμονα, με τις ίνες της ύπαρξής του συνυφασμένες με αυτές του ξύλου, χάρη στην σφραγίδα που ήταν σκαλισμένη πάνω του. Άρχησα να λύνω μία μία τις ραφές, προσπαθόντας να βγάλω τον δαίμονα απο εκεί μέσα και να ελευθερώσω την Λέμυα απο την επιρροή του.
"Σταμάτα!" μου φώναξε απότομα, πιθανώς νοιώθοντας τί έκανα. Πήγα ένα βήμα πίσω και με το αριστερό δεξί χέρι μου κράτησα τον ώμο της ωστε να μήν μπορέσει να με πλησιάσει. "Σε ελευθερώνω, ανόητη κοπέλα! Σύντομα θα με ευγνωμονείς."
Ξαφνικά ένοιωσα τις ίνες να κόβονται απότομα. Η παρουσία του δαίμονα ήταν αισθητή σε όλους. Βρησκόταν πίσω μου.
Πετόντας κάτω το ξυλάκι, γύρισα.
Μπροστά μου στεκόταν ένας άντρας. Φορούσε μακριά μαύρη καπαρντίνα, μάυρα δερμάτινα γάντια, κατάμαυρες αρβύλες, και τα λυτά, ίσια μαλλιά του έφταναν ώς την μέση του. Κατάμαυρα, έμοιαζαν να αποροφούν το φώς. Τα μάτια του ήταν κόκκινα.
"ΤΙ ΘΕΣ, ΘΝΗΤΕ;!" είπε με μία φωνή που ακουγόταν σαν τον ήχο που κάνει ο αέρας όταν περνά μέσα απο ένα τεράστιο τούνελ στο βουνό. "ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕΣ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΜΟΥ;!" Είχα ξανααντιμετωπίσει δαίμονες. Οι περισσότεροι το μόνο που κάναν ήταν να προσπαθούν να σε τρομάξουν. Έτσι ήταν και αυτός. Τον κοίταξα ήρεμα. "Έχεις πέντε δευτερόλεπτα να γυρήσεις στην Κόλαση."
Με κοίταξε ειρωνικά. "ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΘΑ ΣΕ ΦΟΒΗΘΩ ΕΓΩ, ΣΚΟΥΛΗΚΙ;"
"Πέντε."
"ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΦΥΓΩ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΑ!" Η παρέα τα είχε κλάσει ελαφρώς και η Λέμυα έχασκε με ανοικτό το στώμα.
"Τέσσερα"
"ΑΝΟΗΤΕ!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ!!!" Μαύρη αύρα εμφανήστικε γύρω του. Φιγουρατζήδες δαίμονες...
"Τρία" Άρχησα να συγκεντρώνω την θέλησή μου.
"Δύο"
"ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ!!" φώναζε τώρα. Η μαύρη αύρα γύρω του έγινε εντονότερη και έμοιαζε να σχηματίζει δύο κατάμαυρα φτερά στην πλάτη του.
"Ένα." Φαντάστηκα το ξόρκι, έτσι όπως είχα καταλήξει οτι είναι ένα ξόρκι τέτοιου τύπου.
"Τέλος χρόνου." Ο δαίμονας άνοιξε το στώμα του να πεί κάτι, αλλά αντί αυτού έβγαλε μία τρομαγμένη κραυγή που σου πάγωνε το αίμα. Τα μάτια του ήταν διάπλατα ανοικτά ενώ κοίταγε προς τα πάνω. Λευκό φώς τον είχε τυλήξει και η παρουσία του, όπως και ο τρόμος, άρχησαν να υποχωρούν. Ξαφνικά, τόσο ξαφνικά όσο άρχησαν όλα, ο δαίμονας εξαφανήστηκε. Μαζί με την κραυγή του έσβησε και η επιρροή του θεάματός του.
Σάν να ξύπναγε απο ένα όνειρο, η Λέμυα με αγκάλιασε γύρω απο την μέση, κλαίγοντας. Μουρμούριζε κάποια πράγματα, και απο αυτά ξεχώρισα ένα "είχες δίκιο..." και αρκετά "ευχαριστώ" και "συγγνώμη". Μετά απο μερικά δευτερόλεπτα, σάν ποτέ να μήν είχε συμβεί τίποτα, η παρέα έπιασε ξανά την μελαγχολική μελωδία της. Η Λέμυα, έπειτα απο αρκετά δευτερόλεπτα, σταμάτησε να κλαίει και απομακρίνθηκε απο πάνω μου.
Γύρισα να την κοιτάξω ενώ σκούπιζε τα μάτια της. Με φωνή κάπως βραχνή απο το κάμα, είπε "Λυπάμαι για όλα αυτά. Δέν θα ξανασχοληθώ με την Γκοέτια." "Ούτε με άλλου είδους δαίμονες και λοιπά πλάσματα. Αυτά το μόνο που ζητούν είναι έλεγχο. Ακόμα και οι άγγελοι." Κούνησε καταφατηκά το κεφάλι της.
Αρκετά έγιναν, για μία νύχτα, αποφάσησα και γύρισα να φύγω. "Τί να κάνω τώρα;" με ρώτησε κάπως απελπισμένα η Λέμυα. Χωρίς να γυρίσω να την κοιτάξω, ενώ απομακρυνώμουν της φώναξα "Ασχολήσου με την χειροτεχνία. Αυτό το φυλακτό ήταν το καλύτερο που έχω δεί ποτέ."
Για άλλη μία φορά απέτυχα. Για άλλη μία φορα το μόνο που βρήκα ήταν κάρβουνο αντί του διαμαντιού που έψαχνα. Για άλλη μία φορά...
Ο ήχος κλήσης απο το κινητό μου με έβγαλε απο τον μισο-ύπνο της απογοήτευσής μου. Σηκώθηκα απο το κρεβάτι μου και τρύβοντας τα μάτια μου έπιασα το ασύρματο ακουστικό. "Έλα Ούρ, με ακούς;" ήταν ο Μάριος, ένας παιδικός μου φίλος. Χαμογέλασα ελαφρά. Με κάπως βραχνή φωνή του απάντησα "Έλα, τι λέει;" "Θυμάσαι την συζήτηση που είχαμε πάνω στο οτι δέν υπάρχουν βιβλία επικής φαντασίας που να περιγράφουν την Μαγεία σωστά;" Πώς θα την ξέχναγα. Ο Μάριος, λάτρης της επικής φαντασίας και της Μαγείας, μου είχε εκθέσει σε έναν μακρύ και παθιασμένο μονόλογο τις απόψεις του πάνω στην έλλειψη βάθους της Μαγείας στην μοντέρνα επική μυθηστορηματογραφία. "Χμμ" "Έ, λοιπόν, βρήκα την λύση! Θα γράψω εγώ ένα τέτοιο μυθηστόρημα!"
Εκείνη την στιγμή έμεινα άφωνος. Όχι γιατί μου φάνηκε περίεργο αυτό που μου έλεγε ο φίλος μου. Τα κομμάτια είχαν μπεί στην θέση τους.
"Πολύ καλή ιδέα, Μάριε. Σε παρακαλώ, θέλω να με αφήνεις να το διαβάζω πρίν το εκδόσεις!" του είπα, κάπως αστειευόμενος. Εκείνος είτε ήταν πολύ χαμένος στον ενθουσιασμό του, είτε επέλλεξε σκόπιμα να μήν το δεί σαν αστείο, γιατί πλέωντας σε πελάγη ευτηχείας είπε "Χαίρομαι που σου αρέσει η ιδέα μου! Θα σε πληροφορήσω όταν γράψω κάμποσο" και έκλεισε το τηλέφωνο, προφανώς χωρίς να συνηδητοποιήσει οτι δέν του είχα πεί αντίο.
Ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι μου. Μα ήταν τόσο αηδειαστικά απλό. Τί έκανα με την Μαγεία; Τί κάνει ο Μάριος με την επική φαντασία; Αφού τα μελετήσαμε όλα, τα απορρίψαμε και κατασκευάσαμε δικά μας.
Γιατί να μήν έκανα το ίδιο με τα κορίτσια;
Πέρασαν δύο μήνες, κατα την διάρκεια των οποίων μελετούσα πιθανά σχέδια. Δέν μελετούσα αυτό καθ' αυτό το μοντέλο του κοριτσιού που θα έφτιαχνα. Αυτό θα το έκανε το υποσυνείδητό μου. Συνειδητά το μόνο που θα έκανα ήταν οτι θα ζητούσα απο τον εσωτερικό μου εαυτό να προβάλλει το μοντέλο, και μετά θα το έκανα πραγματικότητα. Δέν ήσχυε στην πραγματική Μαγεία ο νόμος της ίσης ανταλαγής. Η Μαγεία κατέριπτε ουσιαστικά αυτόν ακριβώς τον φυσικό νόμο. 'Η ενέργεια δέν δημιουργήται, μόνο αλλάζει μορφή'. 'Αρχίδια. Ο Κόσμος υπακούει τον Άνθρωπο.' πίστευα τότε μέσα στην αλλαζονία μου, όπως οι Ατλάντιοι. Άν δεχτούμε την ύπαρξή τους...
Η διαδικασία ήταν απλή, εστίαση της θέλησης, όπως πάντα. Σκοπός; Η δημιουργεία του τέλειου κοριτσιού. Σάρκα, πνεύμα, ψυχή. Δέν ήξερα καλά κανένα απο τα τρία, ο εσωτερικός εαυτός μου όμως τα ήξερε. Είχα πεί στους δικούς μου οτι είχα βρεί ένα κορίτσι, και μου επέτρεψαν μέσα στην χαρά τους, να το φέρω σπίτι να ζήσει μαζί μας. Πάντα ήθελαν και μία κόρη, αλλά όταν προσπαθήσαν να κάνουν δέν κατάφεραν.
Το ξόρκι ήταν πάναπλο. Ούτε πολύπλοκος σκοπός, ούτε εργαλεία. Μόνο καθαρή θέληση. Αλλά επηδεί προσπαθούσα να δώσω υλική υπόσταση σε κάτι που μόνο μέσα μου υπήρχε, χρειαζόταν πολύ ενέργεια και εστείαση. Για τρείς μέρες δέν πήγα σχολείο. Καθόμουν σπίτι και κοιμόμουν ή έτρωγα, ωστε να αντέξω για όσο χρόνο μου πάρει το ξόρκι.
Τα λόγια ήταν απλά, άλλωστε εγώ τα είχα κατασκευάσει. Βοηθούσαν στην εστείαση. Είχα επίσης καταλήξει και σε μερικές σωματικές κινήσεις για τον ίδιο σκοπό.
Ήταν πιά ώρα.
Το δωμάτιό μου βρισκόταν στον έβδομο όροφο της πολυκατοικείας και έβλεπε προς τα βουνά κοντά στην Αθήνα. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό σαββάτου. Το δωμάτιο γέμιζε απο το ζεστό φώς του Δεκεμβρηνού ήλιου. Εγώ στεκόμουν ακριβώς στην μέση του δωματίου, κοιτώντας την προς την ανατολή. Είχα τα μάτια κλειστά για να μήν με καίει ο ήλιος και αναλογιζόμουν την διαδικασία. Είχα πεί στους γονείς μου οτι έκανα μία πολύ σοβαρή εργασία και δέν έπρεπε, για κανέναν σκοπό να με ενοχλήσουν. Ήξεραν για την Μαγεία μου. Αλλά ήταν υπερβολικό να τους πώ τί σκόπευα να κάνω. Θα το χαρακτήριζαν σαν ιεροσυλλεία. Ίσως να μήν είχαν και άδικο... - Αλλά δέν ήταν καιρός για αμφιβολείες. Είχα ξεπεράσει αυτά τα ερωτήματα. 'Υπάρχουν κάποια πράγματα που δέν πρέπει να αγγίζονται απο τον άνθρωπο'. Ποιός νοιάζεται;!
Είχαν περάσει έξι ώρες απο την στιγμή που είχα ξεκινήσει το ξόρκι μου. Ένοιωθα τις ενέργειες που έλεγχα και έμενα συνέχεια άφωνος απο την ένταση τους. Ευτηχώς που ήταν σε διαφορετικό πεδίο απο αυτό που μπορούσαν να αισθανθούν οι συνηθησμένοι στην ύλη άνθρωποι. Οποιοσδήποτε, όμως, μάγος σε ακτίνα δέκα χιλιομέτρων θα ένοιωθε αυτήν την συγκέντρωση ενέργειας, τόση ήταν... Ένοιωθα κάπως πεινασμένος, αλλά δόξα τα πέντε κιλά που είχα πάρει τις τελευταίες μέρες δέν θα είχα πρόβλημα.
Εικοσιεπτά ώρες. Εικοσιεπτά ώρες μάζευα δύναμη και την πώλωνα με την σκοπό μου. Η αίσθηση της πείνας είχε περάσει μετά τις πρώτες δέκα ώρες και ύστερα απο ένα εικοσιτετράωρο δέν είχα πρόβλημα κούρασης. Ήμουν απόλυτα συντονισμένος με τον σκοπό μου. Δέν μου έμενε πολύς χρόνος, σύντομα θα ολοκληρονώταν το ξόρκι μου. Σύντομα θα είχα μπροστά μου το τελειότερο (για εμένα) κορίτσι.
Η ενέργεια που είχα μαζέψει τώρα, τριάντα ώρες απο την έναρξη του ξορκιού μου, άρχησε να πάλλεται. Συμπηκνωνόταν. Πρίν ήταν απλωμένη σε έναν χώρο μεγαλύτερο απο την πολυκατοικεία μας και τώρα μαζευόταν σιγά σιγά σε έναν χώρο μπροστά μου. Όλο και μίκραινε, όλο και μαζευόταν, μέχρι που πήρε τον χώρο και το σχήμα ενός ανθρώπου. Δέν ήταν ακόμα τίποτα ξεκάθαρο και δέν είχε πάρει ύλη. Όχι ακόμα. Αλλα σε μερικά λεπτά θα είχε. Δέν άφησα τον ενθουσιασμό μου να με ελέγξει. Σύντομα όλη η προετοιμασία, όλες οι νύχτες που πέρασα μόνος μου, όλες οι μέρες που υπέμενα τους χλευασμούς, σύντομα όλα αυτά θα απέδιδαν καρπούς.
Δέν άνοιγα τα μάτια μου απο φόβο μήπως η χαρά μου έσπαγε την συγκέντωση. Ένοιωθα την ενέργεια να παίρνει υλική μορφή, να ξεπερνά τα όρια της Θερμοδυναμικής. Ένοιωθα μπροστά μου την αχνή άυρα ενός ατόμου, όπως και κάποιες υποτηπόδεις νοητικές λειτουργείες. Αλλά όλο και γινόνοντουσαν πιο έντονα αυτά. Δευτρόλεπτο με το δευτερόλεπτο ένα κορτίτσι εμφανιζόταν μπροστά μου, ένας ολοκληρομένος άνθρωπος που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει απο τους άλλους. Δέν ήμουν Θεός. Αλλά σίγουρα Τον έκανα να ζηλέυει.
Ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί. Άκουσα έναν γδούπο. Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου. Είχα να τα ανοίξω αρκετές ώρες. Στεκόμουν ακόμα όρθιος, ακριβώς όπως ήμουν όταν ξεκίνησα. Είχα διακόψει τα λόγια και τις κινήσεις εδώ και αρκετές ώρες, οπότε δυσκολευόμουν να κινηθώ. Αλλά αυτό που αντίκρισα, ανοίγοντας τα μάτια μου θα με έκανε να μείνω ακίνητος, ούτως ή άλλως.
Ξαπλωμένη στο πλάι με το πρόσωπο προς εμένα, ένα μέτρο μακριά μου βρησκόταν μία κοπέλα.
Η ωραιότερη κοπέλα που είχα δεί. Δέν είχα ερωτευτεί κεραυνοβόλα ξανά, αλλά τώρα ήξερα οτι μπροστά μου κοιμόταν η κοπέλα των ονείρων μου. Το υποσεινήδειτό μου είχε κάνει εξαιρετική δουλεία. Ήξερα οτι δέν θα άραισε σε πολλούς, κάτι πάνω της θα τους έκανε να μήν θέλουν να είναι μαζί της κάτι πέρα απο φίλοι.
Είχε απαλό ρόζ δέρμα, πιό χλωμό απο το συνηθησμένο ρόζ. Ήταν λεπτή, όχι όμως τόσο λεπτή όσο τα μοντέλα και οι ανόητες ανορεξηκές νέες έφηβες, ήταν υγηείς λεπτή. Πρέπει στο ύψος να την περνούσα για μισό κεφάλι. Είχε πανέμορφα κανονικά σε μήκος πόδια, ελαφρώς διπλωμένα σάν να κοιμώταν αρχικά ανάσκελα και έπειτα να γύρισε. Τα χέρια της ήταν κανονικού μήκους με τέλεια λεπτά αλλά όχι μακριά δάκτυλα. Μακριά απαλά ίσια μαλλιά χυνόντουσαν στο πάτωμα γύρω απο το κεφάλι της, σε ένα ζεστό κατακόκκινο χρώμα, σαν το αίμα. Τα φρύδια της πάνω απο τα μεγάλα μάτια της ήταν και αυτά στο ίδιο χρώμα. Τα κλειστά βλέφαρά της είχαν όμορφες βεφαρίδες, όχι ιδιαίτερα μεγάλες και έντονες. Είχε μια γλυκειά μικρή μυτούλα και τα χείλη της ήταν σαν να μου έλεγαν 'φίλα μας'. Δέν ήταν σαρκώδη ούτε είχαν κάποιο έντωνο χρώμα. Είχαν ένα φιλιό ροζάκι, ελαφρά πιο σκούρο και έντονο απο αυτό του δέρματός της. Μικρές φακιδούλες στόλιζαν το πρόσωπό της, κάτω και γύρω απο τα μάτια της. Είχε ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο στήθος και το γενετικό της όργανο ήταν κρυμμένο απο κόκκινες τρίχες. Η κηλιά της, λεία και απαλή, είχε και εκεί φακιδούλες.
Μετά απο κάμποση ώρα, καταφέρνοντας να ξεφύγω απο αυτό το εξαίσιο θέαμα της φυσικής ομορφιάς της, περπάτησα άτσαλα προς μία σακούλα πιό δεξιά μου, δίπλα στο παράθυρο. Εκεί μέσα είχα τα ρούχα που της είχα αγωράσει, μιάς και η μητέρα μου θα υποψιαζόταν αν έβλεπε την κοπέλα μου με δικά της ρούχα. Βγάζοντας μέσα απο την χάρτινη σακούλα τα εσώρουχα και τα ρούχα που της είχα πάρει, την πλησίασα απαλά. Στην αρχή πίστευα οτι θα είχα πρόβλημα με το μέγεθος των ρούχων, αλλά τελικά διάλεξα αυτό που ένοιωθα σαν σωστότερο. Και, εννοείται, έπεσα μέσα. Τώρα, άν δέν της άρεσαν τα χρώματα ή κάτι ανάλογο, θα πέρναμε αργότερα άλλα ρούχα. Είχα μαζέψει το χαρτζηλίκι δύο μηνών για αυτόν τον σκοπό. Σάν οικογένεια δέν είχαμε πρόβλημα με τα χρήματα, αντίθετα μάλλον ήμασταν πάνω απο τον μέσο όρο. Το ποσό που μάζεψα μέσα σε δύο μήνες ήταν τετρακόσια ευρώ. Αυτό τα λέει όλα.
Την είχα ντύσει και την είχα βάλει απαλά να ξαπλώσει στο κεβάτι μου, ανέγγικτο όπως ήταν. Της είχα πάρει τα ρούχα που μου αρεσουν πιό πολύ στα κορίτσια, και 'έτυχε' να της πηγαίνουν τέλεια. Μία κοντομάνικη μπλούζα που άφηνε τους ώμους ακάλυπτους, μώβ στο χρώμα, τόνιζε της καμπύλες της χωρίς να τις αποκαλύπτει. Απο κάτω, μία στο ίδιο χρώμα και στύλ φούστα κάλυπτε τα υπέροχα πόδια της, φτάνωντας μέχρι τους αστραγάλους. Δέν της είχα φορέσει τα παπούτσια και τις κάλτσες της, οπότε την σκέπασα ελαφρώς.
Η κοπέλα αναδέυτηκε. Φάνηκε έτοιμη να ξυπνήσει. Αλήθεια, πώς είναι το όνομά της; Ένα όνομα ξεφύτρωσε ξαφνικά. Σάν να βγήκε μέσα απο εμένα και εκείνη, μέσα απο την σχέση δημιουργού-δημιουργήματος, το όνομα που ήξερα οτι θα της άρεσε και που άρεσε και σε εμένα.
Άμπιγκεϊλ.
Άνοιξε τα μάτια της. Είχε μεγάλα, εκφραστικά κατάμαυρα μάτια που με έκαναν να χάνομαι μέσα τους. Έριξε ένα βλέμμα τριγύρω προτού πάρει είδηση εμένα που είχα γονατίσει δίπλα στο κρεβάτι. Γύρισε το κεφάλι της για να με κοιτάξει και μόλις τα μάτια μας συναντήθηκαν έβγαλε μία φωνούλα σάν να ξαφνιάστηκε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν ελαφρά. Ναί, όπως εγώ έτσι και αυτή με ερωτέυτηκε με το πρώτο βλέμμα. Άνοιξε ξανά το στώμα της ενώ ανασηκονώταν απαλά και είπε με μία μελωδική φωνή που έκανε την καρδιά μου να χτυπάει γρηγορότερα "Είσαι ο Ουριήλ, αυτός που με έφερε εδώ, έτσι;" Σηκώθηκα στα πόδια μου τείνωντάς της το χέρι μου για να την σηκώσω και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. "Είμαι η Άμπιγκεϊλ" είπε, σάν να το έλεγε τόσο στον εαυτό της όσο και σε εμένα. "Το ξέρω" της απάντησα ενώ την βοηθούσα, και πρέπει η φωνή μου να είχε πάνω της την ίδια επιρροή που είχε και η δική της σε εμένα, γιατί το χέρι της σφίκτηκε περισσότερο και εκείνη με κοίταξε απότομα στα μάτια ελαφρώς κοκκινησμένη.
Την βοήθησα να σηκωθεί στα πόδια της και με τα δύο χέρια, μιάς και δέν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ τα πόδια αυτά. Θα τα συνήθιζε σε δευτερόλεπτα, αλλά τώρα δέν ήταν σταθερή. Αφού σηκώθηκε δέν άφησα τα χέρια της και της είπα "έλα, δοκίμασε να περπατήσεις." Έκανε μερικά αδέξια βήμματα με την βοήθειά μου και μετά έπεσε απαλά στα γόνατά της βγάζοντας μία κραυγούλα που μου φάνηκε η πιό γλυκειά κραυγούλα του κόσμου.
"Διψάω..." είπε ήρεμα σηκώνοντας τα μάτια της. "Όκεϊ, σου φέρνω νερό. Μήν βγείς απο εδώ, ακόμα." Άνοιξα την πόρτα. Το σπίτι ήταν άδειο, κυριακή πρωί οι δικοί μου ήταν όλη μέρα στην εκκλησία και γυρνούσαν στις δώδεκα ακριβώς το βράδυ. Ανοίγοντας το ψυγείο πήρα ένα γυάλινο μπουκάλι νερό που πίστευα οτι θα έπινε με χαρά. Γυρώντας στο δωμάτιό μου την βρήκα όρθια, προφανώς ήδη συνηθησμένη στα πόδια της.
Είχε μάλιστα ανακαλύψει και τον ολόσωμο καθρέπτη εσωτερικά στο ένα φύλλο της ντουλάπας μου, στα πόδια του κραβατιού μου. Πρέπει να είχε όλες τις μνήμες μου. Με κοίταξε χαμογελώντας. "Μου αρέσουν πολύ αυτά τα ρούχα!" Η χαρά της με έκανε να νομίζω οτι βρήκα τον παράδεισο. Χαμογελόντας, της έδωσα το μπουκάλι που άνοιξε και άρχησε να πίνει λαίμαργα. Αφού το άδειασε όλο, μου το έδωσε. "Θές άλλο;" Με κοίταξε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. "Ευχαριστώ, Ουρ!" είπε μετά, χαμογελόντας. Ακούμπησα το μπουκάλι στο γραφίο μου, αφού διέσχησα όλο το δωμάτιο. Όταν γύρισα ξανά προς αυτή, κοιταζόταν στον καθρέπτη. "Σου αραίσεις;" ρώτησα γελώντας. Εκείνη με κοίταξε και με πλησίασε γελώντας και κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της. Μόλις έφτασε κοντά μου, έπιασε τα χέρια μου με τα δικά της και πρόσθεσε "αλλά εσύ μου αρέσεις περισσότερο". Την φίλισα.
Μετά απο αρκετά τέλεια λεπτά, απομακρυνθήκαμε ο ένας απο τον άλλον και εκείνη χαμογελούσε αχνά. Ανοίγοντας τα μάτια της, κοίταξε βαθιά μέσα στα δικά μου. "Θα έχεις πολλές ερωτήσεις, φαντάζομαι." Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και εκείνη πισωπατώντας χαριτομένα έκατσε στο κρεβάτι μου.
"Κατ' αρχάς, έχεις τις αναμνήσεις μου, σωστά;" κούνησε καταφατικά το κεφάλι, σοβαρή τώρα. "Επίσης, μοιραζόμαστε έναν τυλεπαθητικό δεσμό" είπε εκείνη. Πράγματι, παρόλο που δέν άκουγα άμεσα τις σκέψεις της γιατί δέν είμαι πολύ ευαίσθητος άν δέν συγκεντρωθώ, ένοιωθα τα έντονα συναισθήματά της. "Απο πού ήρθες;" την ρώτησα έπειτα. Ανασήκωσε τους ώμους της και έδειξε εμένα. "Εσύ ξέρεις. Το μόνο που θυμάμαι είναι όλα όσα έχεις ζήσει, με την ίδια καθαρότητα που τα θυμάσαι και εσύ." Την κοίταξα κατάματα. "Παρόλο που δέν έχεις αναμνήσεις, έχεις ήδη χαρακτήρα. Πώς γίνεται κάτι τέτοιο;" Ανασήκωσε πάλι τους ώμους της. "Υποθέτω, οι ψυχολόγοι κάνουν λάθος ώς προς την προέλευση του χαρακτήρα ενός ανθρώπου." Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Την κοίταξα γενικά, σκευτηκός. "Έχεις όλες τις σωματικές λειτουργείες, δέν φένεται να σου λείπει η ψυχή, η νόηση ή το σώμα. Δαιμόνιο;" ρώτησα απότομα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. "Δέν έχει φανερή μορφή ή όνομα ακόμα, αλλά το νοιώθω." Συνέχισα "Νοιώθεις παρορμήσεις που δέν μπορέις να εξηγήσεις;" Έγνεψε αρνητικά μετά απο μερικά δευτερόλεπτα σκέψης. "Θυμάσαι την Μαγεία μου. Μπορείς να κάνεις κάποια γητεία;" έκλεισε τα μάτια της. Σήκωσε το χέρι της ψηλά και έκανε μία απότομη χειρονομία. Φώς περιέβαλλε την γροθιά της. Κατεβάζοντας το χέρι και ανοίγοντας τα μάτια το φώς εξαφανίστηκε. Της χαμογέλασα επιδοκημαστικά και εκείνη έκλεισε τα μάτια της χαρητομένα και γέλασε.
"Δέν νομίζω οτι μας μένει κάτι άλλο. Πότε θα πάμε για ρούχα;" της είπα γελώντας. Πήδηξε πάνω και με κοίταξε. "Αύριο!" φώναξε χαρούμενη.
Την αγκάλιασα χαρούμενος και εγώ με την δική της χαρά.
Επιτέλους, τα είχα καταφέρει. Βρήκα την τέλεια κοπέλα.
Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007
Σειρά Διηγημάτων 1, Μέρος Πρώτο: Η Δημιουργεία
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/30/2007 02:49:00 μ.μ. 4 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

