Υγεια...

Δυστυχώς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ταλέντο συγγραφής στα αγγλικά... Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα, και όντας ελληνικά ως επί τω πλείστων τα βιβλία που έχω διαβάσει, προτιμώ να γράφω στα ελληνικά... Οπότε αυτό το blog θα είναι στα ελληνικά. Βέβαια χάνω αρκετούς αλλόγλωσσους αναγνώστες, αλλά δεν έχω περιορισμό στο εύρος των δημοσιεύσεών μου.
Αλλά αρκετά με την φλυαρία μου.


Καλώς όρισες, αγαπητέ επισκέπτη.



Creative Commons License
This work is licenced under a Creative Commons Licence.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007

Ο Σκοτεινός Χάρτης

Αυτό προέκειψε μία βροχερή σχολική ημέρα.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2007

Mage the Awakening, Μέρος Πέμπτο: Τα Χαλάσματα

Το μέρος ήταν όπως στην φωτογραφία.
Κάποτε, ένα ορθογωνικό κτήσμα στεκόταν περήφανο, κίωνες και γλυπτά στόλιζαν την πρόσωψή του, η σκεπή του στιριζόταν απο περίτεχνες μαρμάρινες κολώνες, σκαλιά με ανάγλυφες παραστάσεις οδηγούσαν τα βήματα μέσα στο κτήσμα. Κάποτε. Τώρα το μόνο που έμενε να θυμίζει αυτές τις ένδοξες εποχές ήταν τοίχοι ύψους ενός μέτρου, απο σκονισμένο μάρμαρο, σκαλιά με βρώμικα και σπασμένα ανάγλυφα, βάσεις κιώνων και κολωνών. Αλλά ήταν όλα όμορφα. Και είχαν μία εξαιρετική αύρα, ένοιωθες σαν να ήσουν κοντά σε κάτι που απέχεις πολύ όταν βρήσκεσαι σε πόλεις.
Και πράγματι ήσουν κοντά σε κάτι.

Όταν καταστράφηκε η ενσάρκωση της ανοησίας των πρώτων μάγων, ο κόσμος έπεσε. Η σύνδεσή του με τα Ανώτερα Βασίλεια έγινε απίστευτα αδύναμη. Ο κόσμος, απο την πτώση, έσπασε. Αυτό που κάποτε ήταν ένα έγινε δύο, το ένα αντίγραφο του άλλου, κάθε ένα το μισό του όλου. Όμως το ένα ήταν σκοτεινό. Εκεί, στην σκοτεινή πλευρά, ή Βασίλειο των Ίσκιων όπως ονομάστηκε αργότερα, κατοικούσαν τα πνεύματα. Κάθε τί που γινόταν στην μία πλευρά είχε αντίκτυπο και στην άλλη, ακόμα και αν χωρίζονταν απο ένα πέπλο που οι μάγοι ονομάζαν Γάντι. Έτσι σε μερικά σημεία της σκοτινής πλευράς ήταν φανερές οι βδελυρές πράξεις των ανθρώπων, και σε μερικά σημεία του υλικού κόσμου η επιρροή της δραστιριότητας των πνευμάτων ήταν φανερή.
Και ήταν και μερικά σημεία οπου το Γάντι ήταν πιο λεπτό. Το πέπλο ανάμεσα στους κόσμους είχε ξεφτίσει, ή σε κάποιες περιπτώσεις, είχε τρυπήσει. Τα μέρη οπου ο κόσμος της ύλης και των πνευμάτων ήταν πιό κοντά λέγονταν Λόκους, ενώ τα μέρη οπου οι δύο κόσμοι ταυτήζονταν λεγόντουσαν Ρήγματα. Τα Ρήγματα είναι πολύ σπάνια και διαρκούν λίγο, εμφανιζόμενα τυχαία (φαινομενικά τουλάχιστον...) ενώ τα Λόκους ήταν πιό συχνά, μόνιμα, και όχι και τόσο τηχαία. Λόκους μπορούν να δημιουργηθούν με την χρήση της Μαγείας των Αφηπνησμένων, άν και τα φυσικά Λόκους ήταν μέρη που οι Λυκάνθρωποι κινηγούν για να ελέγξουν.
Οι Λυκάνθρωποι.

Οι Λυκάνθρωποι είναι πλάσματα, μισά πνεύματα και μισά άνθρωποι. Σε αντίθεση με τις λαικές δοξασίες δέν γίνεσαι λυκάνθρωπος. Είτε γεννιέσαι μισός πνέυμα είτε όχι. Αυτά τα πλάσματα, απο χρόνους ξεχασμένους απο τον άνθρωπο (και τους Μάγους) ήταν προστάτες των πνευμάτων και των ανθρώπων. Ήταν οι επιτηρητές οντοτήτων άγνωστων στους θνητούς. Ο σκοπός τους ήταν η τύριση της Αρμονίας. Αυτά ήταν γνωστά στους Μάγους, απο τις ελάχιστες επικοινωνίες που είχαν αυτές οι δύο παρατάξεις μεταξύ τους.

"Φτάσαμε" είπε η Μπάστετ και κατέβηκε απο το αμάξι, πηδώντας πάνω απο την πόρτα χωρίς να μπεί στον κόπο να την ανοίξει. Ο Μεφιστοφελής ξεφύσηξε και ανοίγοντας την πόρτα είπε "συγκρατίσου λίγο. δέν χρειάζεται να κάνεις επίδηξη των ικανοτήτων σου στο άλμα κάθε φορά." Ο Τιτλακάουαν και η Άρτεμις, βγαίνοντας απο το καμπριολέ αμάξι, γέλασαν, η Άρτεμις πιό χαρούμενα και ξέγνιαστα απο τον Τιτλακάουαν που φαινόταν να σκεύτεται κάτι. Η Μπάστετ πρέπει να το πρόσεξε αυτό και γυρίζοντας προς το μέρος του, είπε "Τί σε απασχολεί, Τίτλ;" Ο Τιτλακάουαν έκανε μία γκριμάτσα στο άκουσμα του παρατσουκλιού του. Η Μπάστετ χαμογέλασε αθώα και του απάντησε "Περιμένεις να πώ ολόκληρο το όνομά σου; Έλα τώρα, Ιωάννη. Έχουμε δουλειά!"
Ήταν νύχτα, λίγο μετά τα μεσάνυκτα, και είχε υγρασία. Είχαν έρθει εκεί για να ερευνήσουν το Λόκους και να το πάρουν υπο την κατοχή τους, και στην περίπτωση που συναντούσαν Λυκανθρώπους, να κάνουν συμφωνία μαζί τους. Είχαν δωθεί απεριόριστο πιστωτικό όριο για αυτόν τον σκοπό, η Μπάστετ όμως αποφάσισε οτι μπορούσαν να κάνουν και ψώνια στην Τρίπολη, χρεώνοντας την αρχηγό του Τάγματός τους. Ο Μεφιστοφελής δέν έχανε ευκαιρία να αναφέρει οτι είχαν δωθεί αυτήν την πίστωση για τέτοιον σκοπό, η Μπάστετ όμως του υπενθήμιζε οτι και εκείνος είχε αγοράσει εκείνα τα δύο βιβλία. Ο Μεφίστο δέν απάνταγε, παρα μόνο ψυθήριζε μέσα απο τα δόντια του οτι δέν τα είχε βρεί πουθενά αλλού.
Πλησιάζοντας τον αρχαιολογικό χώρο είδαν οτι ήταν περιφραγμένος με κόκκινη-λευκή ταινία δεμένη στα γύρω δέντρα που έγραφε "ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ", μέσα απο την περίφραξη υπήρχαν δύο κοντέινερ, ψευτοκτήσματα φτιαγμένα απο λαμαρίνα. Πλησιάζοντας, η Μπάστετ πήδηξε πάνω απο την περίφραξη, πιό περίτεχνα και δραματικά απ'ότι έκανε με την πόρτα του αμαξιού, και μόλις προσγειώθηκε στην άλλη πλευρά, χαμογέλασε βγάζοντας την γλώσσα στον Μεφιστοφελή. Αυτός την κοίταξε εχθρικά και πέρασε πάνω απο την ταινία κάνοντας απλά ένα μεγάλο βήμα. Ο Τιτλακάουαν τον μιμήθηκε και η Άρτεμις ακολούθησε σηκώνοντας προσεκτικά την φούστα της.
"Το αισθάνεστε, έτσι;" η Μπάστετ στεκόταν ακίνητη, λίγα βήματα απο την περίφραξη. Η ταινία απείχε κοντά στα τριάντα μέτρα απο τον αρχαιολογικό χώρο. Το Λόκους όμως ήταν τόσο υσχιρό που το ένοιωθαν καθαρά. Η Άρτεμις έκλεισε τα μάτια της λίγο, για να τα ανοίξει μερικά δευτερόλεπτα μετά απαντώντας "και το βλέπω. Το Λόκους είναι πιό υσχιρό όσο πιό κοντά στα χαλάσματα πάμε." και άρχισε να πηγαίνει προς τα εκεί. Η πόρτα του κοντέινερ στα δεξιά της παρέας άνοιξε και απο μέσα βγήκε ένας άνδρας με μία ρόμπα ύπνου. "Τί κάνετε εσείς εδώ;" φώναζε όσο πλησίαζε. Πρίν τους φτάσει, μέσα απο την πόρτα του αριστερού κοντέινερ βγήκε ένας ακόμα άνδρας, ντυμένος κανονικά, και κρατώντας ένα πιστόλι στο δεξί του χέρι.
Ο άντρας με την ρόμπα τους έφτασε πρίν απο τον οπλοφόρο. Είχε κοντά καφέ μαλλιά, ανακατωμένα απο τον ύπνο που προφανώς διέκοψε η συνομιλία των τεσσάρων Μάγων και ο θόρυβος απο το αμάξι τους. Φορούσε μία γκρίζα μακριά ρόμπα απο παχύ ύφασμα και απο κάτω φαινόταν μία γαλάζια πιντζάμα. Στα πόδια του φωρούσε χοντρές μάλλινες παντόφλες για να προστατεύεται απο την υγρασία του φθηνοπορινού καιρού. Στην μύτη του ήταν στερεωμένα γυαλιά με κάπως χοντρά κρύσταλλα, με κοκάλινο σκελετό. Η όλη εικόνα του τον έκανε να φαίνεται σαν τον σπασίκλα ιστορικό του πανεπιστημίου. Και μάλλον έτσι ήταν.
Ο άλλος άντρας έφτασε προς την ομάδα πρίν αρχίσει να μιλάει ο αγουροξυπνημένος. Φορούσε ένα μαύρο παντελόνι, σακάκι, παπούτσια, και είχε κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα πιστόλι με τρόπο που έδιχνε οτι ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει πολύ καλά. Το μόνο που έλειπε για να καταλάβει κανείς οτι αυτός ήθελε να το παίξει (ή ήταν) πράκτορας ήταν τα μαύρα γιαλιά. Αλλά ήταν νύχτα. Όπως και να είχε, αυτός ο δεύτερος είχε τον αέρα αυτοπεποίθησης, σε αντίθεση με τον διπλανό του που έμοιαζε κάπως ανόητος και χαμένος στην επιστήμη του.
"Τί θέλετε;" ο μαυροντυμένος μίλησε πρώτος, κάπως απότομα. Ο Τιτλακάουαν προχώρησε μπροστά απο την Μπάστετ και τον Μεφιστοφελή και βγάζοντας τα χαρτιά του απο το εσωτερικό του σακακιού του, άγγιξε τις νοήσεις των δύο Κοιμησμένων μπροστά του. Ήταν τόσο εύκολο να ελέγχει τα μυαλά τους... Σχεδόν παιχνιδάκι. Τους έκανε να πιστεύουν οτι είναι έμπιστος και καλός, οτι είναι δύσκολο να πεί ψέμματα. Και τα αποτελέσματα ήταν άμεσα. Ακόμα ο Τιτλ δέν είχε βγάλει τα χαρτιά του απο την εσωτερική τσέπη του, παρόλα αυτά ο μαυροντυμένος κράτησε το πιστόλι πολύ πιο χαλαρά και ο καθηγητής χαμογέλασε. "Με λένε Ιωάννη, ερευνητής και θρησκειολόγος." έδωσε τα πλαστά χαρτιά του στον μαυροντυμένο. "Η Ειρήνη," έδειξε την Άρτεμις, "είναι η αρχαιολόγος μας. Η Μαρία" την Μπάστετ "είναι η βοηθός της. Και δικός μου βοηθός είναι ο Αντρέας" έδειξε τον Μεφιστοφελή, ο οποίος πρόσθεσε χαμογελόντας "με ειδίκευση στις αρχαίες Βαβυλονιακές θρησκείες, μά τον Μαρντούκ." Ο καθηγητής κοίταζε τα χαρτιά τους, και όταν άκουσε το όνομα Μαρντούκ σήκωσε απότομα τα μάτια του και είπε αυστηρά "τα ονόματα έχουν δύναμη, Αντρέα. Μήν αναφέρεις τα ονόματα των θεών χωρίς λόγο." Ο Μεφιστοφελής ανασήκωσε τους ώμους του.
"Μας έστειλε το Υπουργείο Πολιτισμού για να μελετήσουμε τον αρχαιολογικό χώρο." η Μπάστετ έβγαλε κάποια χαρτιά απο την τσέπη της, που έφεραν την σφραγίδα του Υπουργείου. Οι πλαστογράφοι του Συμβουλείου ήταν εκπληκτικοί. Ο μαυροντυμένος άντρας, χαμογελόντας πιά, έβαλε το πιστόλι του στην θήκη του, στην ζώνη του. "Καλώς ορίσατε, αγαπητοί συνάδελφοι" τους είπε ο καθηγητής. "Με λένε Όμηρο και ο κύριος πράκτορας είναι ο Μηχάλης" είπε αστειεύομενος. Ο Μηχάλης έδειξε λίγο εκνευρισμένος, αλλά έδωσε φιλικά το χέρι καί στους τέσσερις μάγους. "Συγγνώμη για την αναστάτωση, απλά είχαμε κάποια περίεργα συμβάντα τις τελευταίες μέρες" είπε έπειτα. "Κάποιοι άνθρωποι ερχόντουσαν και ζητούσαν να μπούν στον αρχαιολογικό χώρο, λέγοντας οτι επρόκειτο για 'θέμα δικής σας ασφάλειας'. Δέν μου έδωσαν χαρτιά όταν τα ζήτησα, στοιχηματίζω οτι ούτε ταυτότητες δεν είχαν" πρόσθεσε χαμογελόντας ειρωνικά. "Όπως και να έχει, υποψιάζομαι οτι κάνατε ένα μεγάλο ταξίδι. Χρησιμοποιήστε το κοντέινέρ μου για να κοιμηθήτε, είναι μεγαλύτερο και έχει δύο διπλά στρώματα" είπε ο Όμηρος. "Θα κάνετε τις έρευνές σας το πρωί"

Το εσωτερικό του κοντέινερ λουζόταν απο το φώς του λαμπερού πρωινού. Η Μπάστετ άνοιξε πρώτη τα μάτια της. Κοίταξε τριγύρω, διώχνοντας τα απομεινάρια του ονείρου της. Δίπλα της, στο κρεβάτι της αριστερής άκρης του χώρου, κοιμόταν ύσηχα η Άρτεμις. Ευτηχώς κοιμόταν στην εσωτερική πλευρά του κρεβατιού, οπότε δέν χρειάζοταν να την ενοχλήσει για να σηκωθεί. Απέναντι, στην δεξιά άκρη του λαμαρινένιου κοντέινερ, κοιμόταν ο Τιτλακάουαν με τον Μεφιστοφελή. Ο Τιτλ φαινόταν να κοιμάται, ένοιωθε όμως γύρω του Μαγεία. Ήξερε οτι οι Μάστιγκος έχουν τρόπους να κοιμήζουν μόνο το σώμα τους, ενώ το μυαλό τους μένει ξύπνιο. Ενώ αναρωτιόταν τί ακριβώς σκεφτόταν μέσα στο ξόρκι του, η Μπάστετ σηκώθηκε απο το κρεβάτι. Φορούσε, όπως και όλοι οι άλλοι, τα ρούχα της. Δέν είχε γδηθεί πρίν πέσει για ύπνο, απλά είχε αλλάξει και είχε βάλει πιό καθαρά ρούχα. Φορούσε ένα μακώ κοντομάνικο κόκκινο μπλουζάκι, ακριβώς στο ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της. Είχε πάθος με το κόκκινο χρώμα. Απο κάτω φορούσε ένα τζίν ξεβαμμένο παντελόνι που τόνιζε τις καμπύλες της. Δεν ήταν ανόητη, ήξερε οτι ήταν όμορφη. Φόρεσε τις παντόφλες τίς, χνουδοτές κόκκινες, και σηκώθηκε να φτιάξει καφέ.
Το άρωμα του καφέ ξύπνησε και τους άλλους. Πρώτα την Άρτεμις, που ανασηκώθηκε απαλά. Με ένα αχνό χαμόγελο και μισόκλειστα μάτια σηκώθηκε απο το κρεβάτι, μουρμουρίζοντας ένα "κα'ημέ'α" στην όρθια Μπάστετ. Εκείνη ήταν ντυμένη με μία μακριά πράσινη φούστα, χωρίς στολίδια, και απο πάνω φορούσε μία επίσης πράσινη μπλούζα χωρίς τιράντες που άφηνε τους ώμους της ακάλυπτους. Η Άρτεμις κοιμόταν πολύ ύσηχα, οπότε τίποτα δέν είχε βγεί ή κουνηθεί. Έμοιαζε σάν να είχε ντυθεί μερικά λεπτά πρίν. Τα μαλιά της ήταν ελέυθερα και πλαισίοναν το οβάλ πρόσωπό της, δίχως να είναι ανακατεμένα.
Ο Μεφιστοφελής πετάχτηκε απο το κρεβάτι του ουρλιάζοντας σε μία γλώσσα που καμία απο τις δύο κοπέλες δέν είχε ξανα ακούσει στην ζωή της. Η Μπάστετ τον κοίταξε ήρεμα, ενώ η Άρτεμις πήδηξε πίσω απο την Μπάστ τρομαγμένη. Ο Τιτλ δέν αντέδρασε, τα ουρλιακτά δέν χάλασαν τον ύπνο του. Η πόρτα του κοντέινερ άνοιξε απότομα, με τον Μηχάλη να έχει το όπλο του να σημαδεύει προς τα μέσα.
Ο Μεφίστο στεκόταν ακίνητος, όρθιος δίπλα στο κρεβάτι του, με ένα απορημμένο ύφος. "Δέν μας επιτήθενται ζόμπι;" ρώτησε αθώα. Η Άρτεμις πίσω απο την Μπάστ γέλασε ακόμα κάπως τρομαγμένη, ενώ η Μπάστετ ξεφύσηξε. "Ακόμα και στον ύπνο σου, ζόμπι ονειρεύεσαι;" Ο Μηχάλης αναστέναξε με ανακούφηση, παρερμηνεύοντας το μουρμούρισμα του Μεφιστο "δέν Ξύπνησες όπως εγώ..." και έβαλε το πιστόλι στην θέση του. "Καλημέρα!" είπε και κλείνοντας την πόρτα, έφυγε.
Όλοι είχαν σηκωθεί εκτός απο τον Τιτλ. Καθόντουσαν στις καρέκλες μέσα στο κοντέινερ και έπειναν τον καφέ τους, συζητόντας για διάφορα πράγματα. Ο Μεφιστοφελής προσπαθούσε να εξυγήσει στις κοπέλες γιατί τα ζόμπι ήταν υπέροχα, ενώ η Άρτεμις αρνιώταν να δεχτεί οτι κάτι χωρίς ζωή είναι άξιο να ζεί. Η Μπάστετ τους κοιτούσε να συζητάνε για αυτό, ένα θέμα στο οποίο σίγουρα ένας Μόρος με έναν Θύρσους πάντα θα διαφωνούνε. Ο Τιτλακάουαν στις δέκα ακριβώς, μία ώρα περίπου απο την στιγμή που είχαν όλοι σηκωθεί, άνοιξε τα μάτια του. Χωρίς χασμουρητά σηκώθηκε σάν να μήν είχε κοιμηθεί ποτέ. Έκατσε στην καινή καρέκλα ανάμεσα στην Μπάστετ και την Άρτεμις, απέναντι απο τον Μεφιστοφελή, και τους καλημέρισε. Η Μπάστετ τον κοίταξε παιχνιδιάρικα και είπε "Υπναρά, είμαστε μία ώρα τώρα ξύπνιοι!" Ο Τιτλακάουαν την κοίταξε και της απάντησε ήρεμα "Για να ξεκουραστώ απο την χτεσινή μέρα έπρεπε να κοιμηθώ ωκτό ώρες και τριάντα τέσσερα λεπτά. Και τόσο ακριβώς κοιμήθηκα." Η Μπάστετ κοίταξε το ρολόι της και μετά απο μερικά δευτερόλεπτα σιωπιλών υπολογισμών τον κοίταξε και ένευσε καταφατικά.
Η συζήτηση του Μεφιστοφελή και της Αρτέμιδος είχε ανάψει για τα καλά, όταν η πόρτα του κοντέινερ άνοιξε. Στο κατόφλι στεκόταν ο Μηχάλης, σοβαρός. Οι δύο μάγοι σταμάτησαν να μιλάνε και τον κοίταξαν. Εκείνος είπε "ελάτε μαζί μου. Κάποιος είναι εδώ και λέει οτι θέλει να σας μιλήσει." Οι τέσσερεις νέοι βγήκαν απορημένοι μέσα απο το κοντέινερ για να αντικρύσουν έναν νέο άντρα που στεκόταν λίγο πιό πέρα απο εκείνους.
Ο νέος άντρας που στεκόταν απέναντί τους έμοιαζε μόλις δεκαεννιά χρονών. Κάπνιζε ένα τσιγάρο και φορούσε δερμάτινα ρούχα, καφέ στο χρώμα. "Καλημέρα, φίλοι μου. Λέγομαι Σίν." Ο Μεφιστοφελής τον κοίταξε ενώ εκείνος περνούσε τα χέρια του μέσα απο τα κοντά μαύρα του μαλλιά. "Ο Σίν ή Σουέν ήταν ένας σουμεριακός θεός του Φεγγαριού. Γιατί φέρεις αυτό το όνομα;" Ο Σίν τον κοίταξε με τα φρύδια ανασηκωμένα. "Γιατί δεν ρωτάς την φίλη σου;" και έδειξε προς την Μπάστετ. Εκείνη ορθάνοιξε τα μάτια της. Γυρίζοντας προς τον Μηχάλη είπε "ΟΚ, είναι φίλος. Ευχαριστούμε" και γυρίζοντας προς τον Σίν και τους τρείς φίλους της, είπε "ελάτε μέσα" και κινήθηκε προς το κοντέινερ. Ο Τιτλακάουαν πλησίασε τον Μηχάλη και του είπε, ενώ οι τέσσερεις άλλοι πήγεναν προς το κοντέινερ "είναι ένας φίλος. Μήν ανησηχείς. Αργότερα, όχι πολύ, θα πάμε για να μελετήσουμε τον αρχαιολογικό χώρο. Δέν υπάρχει λόγος να έρθει και ο Όμηρος, έχει δουλέψει αρκετά πάνω σε αυτό. Πάντως πές του οτι θα πάμε. Ά, καί" συνέχισε ενώ απομακρινόταν "υπάρχει περίπτωση κάποια στιγμή να σε χρειαστούμε. Άν ακούσεις φασαρία, έλα"

"Τί θέλετε σε αυτόν τον ιερό τόπο;" είπε ο Σίν ήρεμα στους τέσσερις μάγους απέναντί του. "Κατ'ευθείαν στο θέμα, έτσι;" είπε η Μπάστετ, ελαφρώς επιθετικά. Πρίν απαντήσει ο Σιν, ο Τιτλακάουαν μπήκε στην μέση "Δέν χρειάζεται να συμπεριφερόμαστε εχθρικά ο ένας στον άλλον. Δέν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε." δέν κοίταξε την Μπάστετ, αλλά εκείνη του έριξε ένα βλέμμα ενόχλησης για αυτήν την διακοπή. "Ενδιαφερόμαστε να διεξάγουμε μερικές έρευνες στον χώρο του Λόκους, άν δεν έχετε πρόβλημα." είπε έπειτα ο Τιτλ. Ο Σιν τον κοίταξε ήρεμα "Δέν έχετε δικαίωμα." Ο Τιτλακάουαν τον κοίταξε ήρεμος. "Αυτός ο χώρος δημιουργήθηκε απο την Μαγεία των προγώνων μας. Εσείς δεν έχετε δικαίωμα."
Ο Σιν έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σιωπιλός. "Ας είναι. Άν μας επιτέψετε να πάρουμε υπο την κυριαρχεία μας τον χώρο αυτόν μετά τις έρευνές σας δέν θα σας ενοχλήσουμε κατα την διάρκειά τους." Εκείνος τον κοίταξε. "Λυπάμαι, δέν μπορούμε να εγκυηθούμε οτι το Ελληνικό κράτος θα αφήσει αυτόν τον χώρο. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε, αλλά ίσως να μήν είναι αρκετό." Ο συνομιλιτής του μάγου τον κοίταξε χαμογελόντας ειρωνικά. "Εμείς έχουμε τρόπους που είναι αρκετοί." Σηκώθηκε όρθιος. "Αυτά είχα να πώ. Δέν θα ενοχληθήτε, αλλά μόλις τελιώσετε, αποσυρθήτε." και βγήκε απο την πόρτα.
Ο Τιτλακάουαν σηκώθηκε και αυτός μόλις η πόρτα έκλεισε. Γύρισε και κοίταξε τους τρείς φίλους του. "Ελάτε, έχουμε δουλειά" είπε και άνοιξε την πόρτα.

Κάθε γεγονός, κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε ξόρκι, όλα αυτά αφήνουν ένα μοναδικό ίχνος στον χωροχρόνο. Οι Μάγοι του Χρόνου μπορούν σκάβοντας σε αυτά τα ίχνη να καταλάβουν και να 'διαβάσουν' το παρελθόν, αλλά όλοι οι Μάγοι μπορούν να διαβάσουν τα Ίχνη. Ο οποιοσδήποτε έχει Αφυπνηστεί μπορεί να καταλάβει αν σε αυτό το σπίτι μένει κάποιος που έχει έντονη κατάθλιψη, άν εδώ έγινε πρίν απο λίγο χρόνο ένα ξόρκι, άν στον συγκερκιμένο χώρο έζησε κάποιος που πέθανε πολύ βίαια.
Η Μαγεία που έλαβε χώρα σε αυτά τα απομεινάρια του οικοδομήματος ήταν τόσο υσχηρή, που παρ'όλα τα χιλιάδες χρόνια που περάσανε, τα Ίχνη έμειναν ανέπαφα. Ο Τιτλακάουαν τα έλεγχε χρησιμοποιώντας όλες τις γητίες που είχε και του επέτρεπαν να ερευνεί τα Ίχνη. Η Μπάστετ έλεγχε τις πέτρες του οικοδομήματος για μαγεία, η Άρτεμις είχε ακουμπήσει τα χέρια της στο έδαφος και με κλειστά τα μάτια ανοιγόκλεινε απαλά το στώμα της σαν αν μιλούσε, ενώ ο Μεφιστοφελής περπατούσε τριγύρω, δήθεν αδιάφορος. Η Μαγεία όμως ήταν έντονη γύρω του.
Μετά απο μερικά λεπτά, ο Τιτλ άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον Μεφιστοφελή. "Κάποιος που η ψυχή του ήταν ενωμένη με την Στυγία έζησε εδώ. Η αίσθηση του Μυστικού του Θανάτου και της Ύλης είναι παντού." Ο Μεφιστοφελής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και συνέχισε το περπάτημα. Η Άρτεμις σταμάτησε αυτό που έκανε και γυρίζοντας στην Μπάστετ έδειξε έναν χώρο στο κέντο των χαλασμάτων. "Ερέυνησε εκεί" είπε απλά. Η Μπάστετ πήγε στο σημείο που της έδειξε η Άρτεμις και γονάτισε, ακουμπόντας τα χέρια της στο έδαφος. Αμέσως τα σήκωσε και είπε "Είναι ψευδαίσθηση. Σχεδόν, βασικά. Είναι τόσο υσχηρή που κοροιδεύει ακόμα και την βαρύτητα. Μοιάζει με έδαφος, αλλά δέν είναι. Αφηστε μου λίγο χρόνο, είναι πολύ δυνατή." και έκλεισε τα μάτια της, ψέλνοντας σιγανά στην Υψηλή Ομιλία.
Μετά απο μία ώρα, κατα την διάρκεια της οποίας οι υπόλοιποι συνέχισαν ότι έκαναν, η Μπάστετ άνοιξε τα μάτια της. "Θα μου πάρει πολύ, φροντίστε να μήν πλησιάσει κανείς Κοιμησμένος." και ξανάκλεισε τα μάτια της, ψέλνοντας. Ο Τιτλ κοίταξε τους άλλους δύο και είπε, "αφήστε το πάνω μου". Έκλεισε τα μάτια και ψιλάφισε τον Ένα Νού. Σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, άρχισε να μιλάει στην Ομιλία. Τα χέρια του έλαμψαν με ένα απαλό γαλάζιο φώς και η Αύρα του έγινε φανερή.
Μαύρη σκιά τον τύλιξε, σχηματίζοντας μία κάπα με κουκούλα, και στο πίσω μέρος της κάπας το σύμβολο του Μυστικού του Νού ήταν ορατό. Στα μυαλά των τριών Μάγων άρχισαν να αντοιχούν λέξεις σε άγνωστες γλώσσες, ειπομένες απο φωνές που δέν έπρεπε να υπάρξουν, βγαλμένες απο πηρετώδη οράματα ψυχολογικά ασταθών ανθρώπων. Αυτό συνέβει για μερικά δευτερόλεπτα, μετά απο τα οποία όλα εξαφανίστηκαν. Ο Νούς τον υπάκουσε, και τοποθέτησε ένα αόρατο πεδίο γύρω απο τα χαλάσματα. Όποιος πλησίαζε εκέι θα ένοιωθε αυτόματα σάν να είχε ξεχάσει κάτι, ή σαν να μήν ήταν αναγκαίο να πάει εκεί, με αποτέλεσμα να μήν πάει εκεί.

Είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν το έδαφος κάτω απο τα χέρια της Μπάστετ εξαφανίστηκε σάν να μήν υπήρξε ποτέ. Εκείνη σηκώθηκε εξαντλημένη και οι υπόλοιποι πλησίασαν την τρύπα. Μία σκάλα ήταν φανερή να ξεκινάει απο το επίπεδο του εδάφους και να χώνεται μέσα στην σκοτεινή γή. Η Μπάστετ, χαμογελόντας αχνά είπε στου άλλους "Έκανα το ξόρκι να μήν υσχήει για εμάς. Εμέις είμαστε οι μόνοι που βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι, και δέν επιρεαζόμαστε απο την ψευδαίσθηση. Οι υπόλοιποι θα περπατάνε κανονικά εδω πάνω, διότι δέν μπορούν να καταλάβουν οτι τίποτα δεν υπάρχει. Εμείς θα μπορούμε να μπούμε." Ο Τιτλακάουαν την κοίταξε φιλικά "είσαι κουρασμένη απο το ξόρκι. Πάμε για ύπνο και αρχίζουμε αύριο την εξερεύνηση." Η Μπάστετ έγνεψε αδύναμα και η παρέα προχώρησε προς το κοντέινερ. Ο Τιτλακάουαν δέν ξέχασε να απενεργοποιήσει το ξόρκι που είχε τοποθετήσει σάν προστασία. Ούτως ή αλλώς δέν θα διαρκούσε για παραπάνω απο μερικές ώρες.

Ένας ήχος ξύπνησε την Άρτεμις. Σηκώθηκε απαλά και κοίταξε έξω απο το παράθρο του κοντέινερ. Ένας άνθρωπος φαινόταν να περπατάει προς τα χαλάσματα μέσα στο σκοτάδι. Η Άρτεμις δέν τον ήξερε, οπότε αποφάσισε να το ελέγξει. Ξύπνησε τον Τιτλακάουαν που κοιμώταν απο την εξωτερική πλευρά αυτήν την φορά. Εκείνος με το που άνοιξε τα μάτια του την κοίταξε με καθαρό βλέμμα, σάν να μήν είχε μόλις ξυπνήσει. Η Άρτεμις δέν χρειάστηκε να πεί τίποτα, απο το ανύσηχο ύφος της κατάλαβε οτι κάτι δέν πήγαινε καλά. Σηκώθηκε αμέσως απο το κρεβάτι του και βγήκε έξω μαζί με την κοπέλα.
Έξω αντίκρισαν τον άντρα να ανεβαίνει, δέν είχε καταλάβει την παρουσία τους. Ο Τιτλακάουαν συγκεντρώθηκε αμέσως και άρχισε να κάνει ένα ξόρκι. Ο άντρας φάνηκε να κοντοστέκεται ενώ ανέβαινε το λοφάκι, αλλά μετά απο μία παύση δευτερολέπτων σήκωσε το δεξί του χέρι κάνοντας ένα σύμβολο στον αέρα.

Και άρχησε να βρέχει. Ο Τιτλακάουαν ένοιωσε τρόμο. Δέν είχε υδροφοβία, του άραισε το νερό, αλλά ξαφνικά ένοιωσε αδύναμος. Και τότε κατάλαβε.
Εκείνος, σάν ενσάρκωση του Τιτλακάουαν, του Τεζκατλιπόκα, ήταν προορισμένος να καταστραφεί απο τον Κετζαλκοάτλ. Που ήταν θεός της βροχής και του ανέμου. Όποτε φύσαγε δυνατά ή όποτε έβρεχε, ο Τιλακάουαν ήταν σε τρομερά μειωνεκτική θέση. Η Άρτεμις τον κοίταξε και εκείνος της ψυθήρισε στα γρήγορα "είμαι αδύναμος. Ξυπνάω τους άλλους" και έστειλε με πολύ δυσκολεία ένα νοητικό μύνημα στην Μπάστετ και τον Μεφιστοφελή. Αμέσως αυτοί οι δύο βγήκαν έξω. Είδαν τους δύο μάγους, όπως και τον άνδρα που είχε φτάσει πιά στα χαλάσματα. "Είμαι αδύναμος στην βροχή και εκείνος φαίνεται να το ξέρει". Η Μπάστετ του χαμογέλασε και είπε, "άστο σε εμένα" και έκλεισε τα μάτια της.
Ευθής αμέσως τα άνοιξε με ένα τρομαγμένο ύφος να διαγράφεται στο πρόσωπό της. "Δ-Δέν μπορώ να διακόψω την Μαγεία του!" Ο Μεφιστοφελής χαμογέλασε και ψυθήρισε "Επιτέλους, λίγη δράση..." Η Μπάστετ, έχοντας ξεπεράσει το αρχικό ξάφνιασμα, χαμογέλασε και αυτή. "Συμφωνώ μαζί σου, Μεφίστο..." και οι δυό τους άρχισαν να πλησιάζουν τον άνδρα, ο οποίος είχε γυρίσει προς αυτούς. Στον δρόμο έκαναν προστατευτικά ξόρκια γύρω τους.
Ο Τιτλακάουαν παρακολουθούσε ανύμπορος. Πρίν φτάσουν οι δύο Μάγοι φίλοι του τον εχθρό τους, εκείνος ένοιωσε το άγγιγμα της Αρτέμιδος. Ένοιωσε την Μαγεία να ρέει απο μέσα της προς αυτόν, και ένοιωσε προστατευμένος. Μία ασπίδα απο Εφήμερη Ύλη έλαμψε απαλά γύρω του. Γύρισε να την ευχαριστήσει, και την είδε να τον κοιτάει με ένα ανύσηχο βλέμμα. "Μήν σε πέρνει απο κάτω! Πάλεψε μέχρι τέλους!" του είπε με το ενδιαφέρον να χρωματίζει την φωνή της. Δέν άντεχε να βλέπει κάποιον σάν και τον Τιτλακάουαν, την ενσάρκωση ενός θεού, να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση. "Πίστεψε στον εαυτό σου" πρόσθεσε και τον έπιασε απο το χέρι, τραβόντας τον προς τους άλλους. Αυτός κράτησε το χέρι της, και χαμογελόντας της, προχώρησε προς τους φίλους του και τον νεοφερμένο. "Ευχαριστώ..." της ψυθήρισε. "Έκανα ότι θα έκανε ο οποιοσδήποτε" του είπε χαμογελαστά, ακόμα κρατόντας το χέρι του. "Όχι απαραίτητα" είπε, αλλά εκείνη την στιγμή, πρίν η Άρτεμις προλάβει να απαντήσει κάτι, ο Μάγος που προκάλεσε την βροχή, άρχισε να μιλάει.
"Αυτό το μέρος δέν έχει να κάνει με εσάς, Μαθητευόμενοι. Σας προτείνω να φύγεται προτού σας καταστρέψω" ηλεκτρικές εκκενώσεις άρχησαν να γίνονται στο δεξί του χέρι. "Ανόητε, σταμάτα να κάνεις ξόρκια!" του φώναξε με ανανεωμένη ζωτικότητα ο Τιτλακάουαν. Είχε αφήσει το χέρι της Αρτέμιδος και είχε προχωρήσει πιό μπροστά απο τους άλλους. Ήταν σχεδόν πέντε μέτρα μακριά απο τον άγωστο. "Υπάρχουν Κοιμησμένοι κοντά!" Εκείνος γέλασε. "Τους έχω κάνει να μήν μπορούν να βγούν απο το καβούκι τους! Ούτε βλέπουν ούτε ακούν!"
Ο άγνωστος μάγος ήταν ντυμένος με ένα μακρύ αδιάβροχο. Φορούσε ένα πλατύ καπέλο, σάν αυτά που φοράν οι ντεντέκτιβ στα Φίλμ Νουάρ. Η καπαρντίνα του τον προστάτευε απο την βροχή και δέν άφηνε να φανεί τί φορούσε απο μέσα. Τα μάτια του γυάλιζαν γαλάζια στις περιοδικές αστραπές της μαγικής βροχής.
Σηκώνοντας το δεξί του χέρι, εκείνο με τις εκκενώσεις, εκτόξευσε έναν κεραυνό προς τον Τιτλακάουαν. Εκείνος πήδηξε στην άκρη, την τελευταία στιγμή. Η Μπάστετ σήκωσε το χέρι της προς τον μάγο και φώναξε μερικές λέξεις. Μία σφαίρα φωτινής ενέργειας ξεπήδησε απο το χέρι της και κινήθηκε με ταχύτητα προς το μέρος του. Το μόνο που έκανε εκείνος ήταν να την κοιτάξει και να κάνει μία απότομη κίνηση με το αριστερό του χέρι. Η σφαίρα έπαψε να υπάρχει, η μαγεία της αποροφήθηκε ξανά απο εκεί απ' όπου ήρθε. Η Άρτεμις ψυθίρισε στα πνέυματα γύρω της, ζητώντας απο κάποιο να έρθει να τους βοηθήσει. Παρόλο που ο χώρος ήταν ένα Λόκους, κανένα πνεύμα δέν ήταν τριγύρω. Ήταν η σειρά του Μεφιστοφελή να δράσει.
Σκευτόταν οτι όλο και κάποιος θα είχε πεθάνει εδώ, οπότε αποφάσισε να δεί άν κάτι τέτοιο υσχίει. Σήκωσε στον αέρα ένα κόκαλο και φωνάζοντας στην Υψηλή Ομιλία, ζητούσε απο τους νεκρούς να σηκωθούν. Περιέργως, συνηφητοποίησε οτι είχαν πεθάνει κάποιοι εδώ γύρω, και μάλιστα αρκετά πρόσφατα. Μέσα απο την γή βγήκαν τρία χέρια. Πέταξαν το χώμα, και μετά ακολούθησαν και τα ζευγάρια αυτών των τριών χεριών. Έξι χέρια έπιασαν το χώμα και τράβυξαν πάνω τα σώματά τους. Τρία νεκρά σώματα, σαπισμένα ελαφρώς αλλά ακόμα αναγνωρίσημα, βγήκαν μέσα απο την γή. Ένα ήταν λίγο πίσω απο τον εχθρικό μάγο, και τα δύο ήταν κοντά στον Μεφιστοφελή, περίπου δέκα μέτρα μακριά απο τον εχθρό. Η Αύρα του Μεφιστοφελή έγινε φανερή γύρω του. Φάνηκε να τυλίγεται απο μία σκιά που αποροφούσε κάθε φώς, το χώμα που πατούσε έμοιαζε να σαπίζει και οι πέτρες να γίνονται σκόνη. Μουγκριτά ακουγόντουσαν στο βάθος και ο Θάνατος μύριζε έντονα τρυγύρω. Ο Μεφιστοφελής χαμογέλασε.
"Τώρα είμαστε πιό ίσα. Επιτεθείτε του, σκλάβοι μου."