"Π-Πώς το έκανες αυτό;..." έκανε ξαφνιασμένη η Εκάτη.
Είχε περάσει ένα βράδυ απο την μέρα που μάθανε για τον θάνατο της Αντιγόνης ο Μάριος και η Εκάτη. Το προηγούμενο βράδυ είχαν δοκιμάσει να αποκαλύψουν ποιοί ήταν οι υπαίτειοι για τον θάνατο της, πρώτα με το να δούν τί είχε σημβεί την στιγμή του θανάτου της και έπειτα με το να εντοπίσουν στον χώρο. Χάρη στις ικανότητες της Εκάτης να χειρήζεται τον Χρόνο είχαν δεί την μορφή των δολοφώνων της μαθήτριάς της, και χάρη στις γνώσεις του Τιτλακάουαν για τον Χώρο είχαν καταφέρει να τους εντοπίσουν.
Περίπου τουλάχιστον. Ο Μάριος, χρησιμοποιώντας μία πιό ειδηκευμένη έκδοση της γητείας εντοπισμού, δέν είχε δεί πού ήταν εκείνοι, αλλά είχε αποτυπώσει στα τυφλά πάνω σε έναν χάρτη την τοποθεσία τους. Το πρόβλημα ήταν οτι δέν είχε καταγραφεί πάνω στον χάρτη, αλλά απο την πίσω πλευρά του, και ελλείψη σημειώσεων που όριζαν επ' ακριβώς την τοποθεσία αυτή, ο Τιτλακάουαν μέσα στο παραλήλλημά του είχε αυτοτραυματιστεί ελαφρά και είχε γράψει πάνω στο πίσω μέρος του χάρτη την λέξη "ΕΚΕΙ" και μία τελεία απο κάτω που όριζε το.. ακριβές σημείο.
Είχε πάει το άλλο πρωί στην Εκάτη για να της το δείξει. Την είχε βρεί πολύ πιο ήρεμη απ' ότι ήταν το προηγούμενο βράδυ, μόλις είχε μάθει για τον θάνατο της μαθήτριάς της. Η Εκάτη είχε εκπλαγεί απο αυτό που τις έδειξε ο νέος. "Το γεγονός οτι κατάφερες να εντοπίσεις την Στέλλα εκεί σημαίνει οτι έχεις αρκετή δύναμη! Πώς το ήξερες οτι ήταν στο Βασίλειο των Ίσκιων;"
Ο Μάριος την κοίταξε ήρεμα και είπε μετά απο μερικά δευτερόλεπτα "Δέν ήξερα." Η Εκάτη τον κοίταξε με απορία, και ύστερα απο μία μικρή παύση, αφού κατάλαβε, του είπε "Έχεις πείρα πάνω στα Μυστικά των Πνευμάτων;" Ο Μάριος κατάλαβε πού αναφερόταν, και απάντησε "όχι αρκετή για να πάω στο Βασίλειο των Ίσκιων. Ξέρω μόνο τα βασικά."
Οι πρώτοι Μάγοι, αφού απέκτησαν κάποιες βασικές γνώσεις πάνω στην Φύση του κόσμου, άρχισαν να χωρίζουν την Τέχνη και Επιστήμη τους σε κατηγορίες, όπως κάθε άνθρωπος κάνει. Έτσι προέκειψαν τα Δέκα Μυστικά, ή όπως αλλιώς λέγονται, τα Δέκα Αρκάνα. Σε κάθε ένα απο τα πέντε Ανώτερα Βασίλεια κυριαρχούσαν δύο Μυστικά. Στο Πανδαιμόνιο, το Βασίλειο των Μάστιγκος, κυριαρχούν τα Μυστικά του Νού και του Χώρου. Στους Πρωτογενείς Αγριότοπους κυριαρχούν τα Μυστικά των Πνευμάτων και της Ζωής, και το Βασίλειο αυτό αντιστοιχεί στο Μονοπάτι των Θύρσους. Στον Αιθαίρα, το Βασίλειο απ' όπου αντλούν την δύναμή τους οι Όμπριμος, κυριαρχούν τα Μυστικά της Ενέργειας και της Αρχέγονης Ύλης. Στην Αρκαδία, το Βασίλειο των τυχερών Ακάνθους, κυρίαρχα Μυστικά είναι αυτά του Χρόνου και της Μοίρας. Τέλος, στην Στυγία, το Βασίλειο οπου στέκει ο Πύργος των Μόρος, κυριαρχεί ο Θάνατος και η Ύλη.
Βέβαια, η επιρροή των Αρκάνα δέν είναι παντού δυνατή. Σε κάθε βασίλειο οι πρώτοι Μάγοι εντοπίσαν και κάποια Μυστικά που είναι αδύναμα. Στο Πανδαιμόνιο, ένα κόσμο ιδεών, ονείρων και εφιαλτών, η ύλη είναι μία αφηρημένη έννοια. Οι Μάστιγκος που επιθυμούν να μάθουν τα μυστικά της Ύλης θα δυσκολευτούν ιδιαίτερα. Στον Αιθέρα, ένα κόσμο καθαρής ενέργειας, φτιαγμένη απο Μάννα, ο Θάνατος δέν απαντάται συχνά. Στην Αρκαδία, το Βασίλειο του Χρόνου, εκεί οπου τα πεπρωμένα δημιουργούνται, οι υπόλοιπες δυνάμεις είναι σπάνιες. Οπότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να καλέσεις τις Δυνάμεις της φωτιάς ή του ηλεκτρισμού άν η ψυχή σου είναι συνδεδεμένη με αυτό το Βασίλειο. Στους Πρωτογενείς Αγριότοπους κυριαρχούν τα ένστικτα και η ωμή δύναμη, κάνοντας πολύ δύσκολη την συγκέντρωση. Αυτοί οι Θύρσους που πιστεύουν οτι το να ελέγχουν το σώμα δέν αρκεί, θα χρειαστεί να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να ελέγξουν και το μυαλό. Τέλος, στο Βασίλειο του Θανάτου και της Ύλης οι δυνάμεις των πνευμάτων είναι πολύ μικρές. Ακόμα και τα πνεύματα μπορούν να παιθάνουν.
Ο Μάριος είχε ειδηκευτεί βασικά στα δύο Αρκάνα του μονοπατιού του, το Νού και τον Χώρο, ενώ είχε κάποια εμπειρία σε αυτό των Πνευμάτων. Η Εκάτη, ώντας Σαμάνος, είχε προτιμήσει να μάθει βασικά για το Μυστικό της Ζωής, βασικό τμήμα της νοοτροπίας της, αλλά τα πνεύματα δέν την ενδιέφεραν. Είχε μάθει κάποια βασικά διότι ήταν πυρήνας του Μονοπατιού της, αλλά είχε προτιμήσει το Μυστικό του Χρόνου. Είχε σε αυτό τόση εμπειρία όση περίμενε κανείς απο έναν αρκετά προχωρημένο Γητευτή των Ακάνθους.
Έπρεπε λοιπόν να βρούν έναν τρόπο να πάνε στο Βασίλειο των Ίσκιων. "Πρέπει να βρούμε έναν σύμμαχο, ή να μάθουμε εμείς πώς μεταφερόμαστε πέρα απο το Γάντι που κρατάει τους κόσμους στην θέση του." είχε πεί η Εκάτη σκευτική. Ο Μάριος συλλογίστικε λίγο τα λόγια της και μετά απο μερικά δευτερόλεπτα είπε ξαφνικά "Μπορούμε επίσης να βρούμε ένα μέρος οπου το Γάντι είναι λεπτότερο! Και τυχαίνει η αποστολή που μου έχει ανατεθεί απο το Τάγμα μου να έχει να κάνει με ένα τέτοιο ακριβώς μέρος." Η Εκάτη αναθάρρησε και κοιτάζοντας τον χαρούμενη είπε "Έγινε, πάμε! Θα έρθω και εγώ μαζί σας!"
"Όχι, το απαγορεύω." "Τί εννοείτε, 'όχι'; Δέν έχετε έλεγχο πάνω μου! Δέν ανήκω στο Τάγμα σας!" Η αρχηγός του Τάγματος του Μυστέριουμ, η Σαμάνος Νεφερτίτη μόλις είχε απαγορέυσει στην Εκάτη να πάει μαζί με την ομάδα στον αρχαιολογικό χώρο. Ο Μάριος με την Εκάτη είχαν πάει μερικές ώρες πρίν μαζευτούν όλοι για τα απαραίτητα στην αρχηγό για να ζητήσουν την άδεια να έρθει μαζί και η Εκάτη. "Ακριβώς για αυτό. Σε ξέρω, Εκάτη. Ανήκεις στο Τάγμα των Φρουρών του Πέπλου και δέν θέλω να ανακατεύονται εκείνοι με τα θέματα του Τάγματός μου. Αυτά είχα να πώ. Αντίο" είπε απότομα και γύρισε με τα μακριά μαύρα μαλλιά και τις καφέ ρόμπες της να ανεμίζουν πίσω της.
Είχαν γυρίσει στο γραφείο της Εκάτης. "Εσύ ξέρεις οτι δέν έχει να κάνει το θέμα μου με το Τάγμα μου!" έλεγε στον Μάριο στα όρια της τρέλας "Γιατί δέν το είπες;" Ο Μάριος την κοίταζε ήρεμος και της είπε απλα "πιστεύεις οτι θα άκουγαν έναν νέο Μάγο; και μάλιστα μετά απο την ανοησία μου στο Συμβούλιο;" Η Εκάτη φάνηκε να βλέπει την λογική των επιχειρημάτων του Μάριου και ηρεμόντας άρχισε να λέει
"Η Στέλλα ήταν κόρη μου. Καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί ενδιαφέρομαι τόσο να καταστραφούν οι φονιάδες της" Ο Μάριος την κοίταγε, αλλά δέν φάνηκε να έχει κάτι άλλο να πεί, και άρχησε να κλαίει σιγανά. Μή ξέρωντας τί άλλο να κάνει, της είπε με την πιό σταθερή φωνή που είχε εκείνη την στιγμή "Και εγώ θέλω να οδηγηθούν αυτοί οι άνθρωποι στην δικαιωσήνη, και το ξέρεις. Μήν απελπίζεσαι, θα πάω εκεί ο ίδιος και θα προσπαθήσω να βρώ έναν τρόπο να πάω στο Βασίλειο των Ίσκιων. Μήν αφήνεις την οδύνη να σε ελέγχει." και μόλις τελείωσε βγήκε ήρεμα απο το γραφείο, πηγαίνοντας προς την αίθουσα οπου θα συναντούσε τις δύο νέες συνεργάτιδές του.
Στον δρόμο σκευτόταν την Εκάτη. Δέν ήταν το γεγονός οτι η Αντιγόνη ήταν η κόρη της που τον είχε αναστατώσει, αλλά η σκιά που φάνηκε να καταπίνει την ψυχή της όταν μίλησε για τις δολοφονικές της διαθέσεις ενάντια των δύο ανδρών...
Ήρθε μισή ώρα πρίν την συμφωνημένη, οπότε το δωμάτιο το βρήκε άδειο απο ανθρώπους. Ήταν μεσσαίου μεγέθους και θύμιζε έντονα σχολική αίθουσα, αφού είχε μέσα δεκαπέντε καφέ ξύλινα θρανία οργανωμένα σε τρείς σειρές των πέντε, με κάθε θρανίο να έχει μία καρέκλα απο πίσω, και είχε τρείς μεγάλους μαυροπίνακες που καταλάμβαναν τον τοίχο απέναντι απο τα θρανία. Δέν υπήρχε έδρανο στην θέση οπου συνήθως καθόταν ο καθηγητής, παρα μόνο ένα ακόμα ξύλινο θρανίο, όμοιο με τα άλλα, πάνω στο οποίο ήταν ακουμπησμένος ένας σπόγκος και ένα πακέτο λευκές κημολίες. Η αίθουσα ήταν φωτισμένη απο μακρόστενες λευκές λάμπες νέον, ακριβώς όπως στα άλλα σχολεία, και η συνολική εικόνα έκανε τον Μάριο να αναπολύσει τα μαθητικά του χρόνια. Δέν είχε περάσει και πολύς καιρός απο τότε...
Κάτι έπεσε. Ο Μάριος αμέσως γύρισε το κεφάλι του προς εκεί απ' όπου ακούστηκε ο ήχος. Κοιτώντας το θρανίο του καθηγητή, είδε οτι το πακέτο με τις κημολίες είχε πέσει κάτω. Δέν είχε αέρα και τα θρανία ήταν επίπεδα.
Ο Μάριος ενεργοποίησε στην στιγμή ένα ξόρκι που του επέτρεπε να βλέπει τις αύρες των ανθρώπων. Μπροστά του, δίπλα απο την έδρα, στεκόταν ένας άνθρωπος. Δέν μπορούσε να καταλάβει τινός φύλου απο την αύρα του, μόνο το οτι είχε διάθεση για πλάκες. Ο Μάριος χαμογελόντας πλησίασε γρήγορα την φιγούρα, και βάζοντας το δεξί του χέρι στο σημείο που πρέπει να ήταν ο ώμος της είπε "Κάτι τέτοια δέν πιάνουν σε εμένα, φίλε μάγε". Το χέρι του είχε πράγματι αγγίξει τον ώμο της φιγούρας, της οποίας η αύρα είχε αλλάξει σε έκπληξη και θαυμασμό. Απο το άγγιγμα του κατάλαβε οτι μπροστά του είχε μία κοπέλα, διότι ο ώμος ήταν ακάλυπτος και πολύ απαλός. Χαμογελόντας ακόμα περισσότερο πρόσθεσε "Ή μήπως πρέπει να πώ 'φίλη';" Η άυρα της κοπέλας είχε ξεκάθαρα αλλάξει σε θαυμασμό και ακούστηκε ένας αναστεναγμός. Ο Μάριος έκανε ένα βήμα πίσω κατεβάζοντας το χέρι του, ενώ σιγά σιγά γινόταν φανερό το σώμα της κοπέλας.
Η ψηλή κοκκινομάλα κοπέλα γύρω στα 20 που είχε μπροστά του χαμογελόντας παιχνιδιάρικα του είπε "Λυπάμαι που σε ενόχλησα. Φαινόσουν πολύ στον κόσμο σου και δέν ήθελα να τραβήξω την προσοχή σου." Φορούσε απλά ρούχα, ένα πορτοκαλί αμάνικο μπλουζάκι και ένα τζίν ξεβαμμένο, και δέν είχε βαφτεί. Είχε κοντά καρρέ κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Το δέρμα της ήταν ιδαίτερα ανοικτόχρωμο. 'Ηταν πολύ λεπτή, έμοιαζε με μπαλαρίνα. Ο Μάριος γέλασε χαρούμενα και είπε "Μα ούτως ή άλλως δέν θα τράβαγες ιδιαίτερα την προσοχή μου!"
Ενώ η κοπέλα ετοίμαζε μία τσουχτερή απάντηση, μία κάπως μπάσσα αντρική φωνή ακούστηκε απο την πόρτα. "Ελπίζω να μήν διακόπτω μία προσωπική στιγμή! Εδώ μαζευόμαστε για την εξόρμηση στην φύση;" Η κοπέλα και ο Μάριος γύρισαν προς την πυγή του ήχου για να αντικρίσουν έναν νέο, γύρω στα 20 και αυτόν, με αρκετά ιδιαίτερη εμφάνιση. Φορούσε ένα πολύ σκούρο καφέ δερμάτινο παντελόνι και απο πάνω ένα μαύρο πουκάμισο με κάθετες γκρίζες ρίγες που κάποτε πρέπει να ήταν καλοφτιαγμένο, αλλά τώρα ήταν κάπως σκισμένο στα μανίκια και το κάτω μέρος του. Τα κουμπιά έκαναν έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο πουκάμισο, ώντας κόκκινα. Είχε μακριά μάυρα και κάπως απεριποίητα μαλλιά, και το χαμογελαστό πρόσωπό του στόλιζε ένα γενάκι γύρω απο το στώμα και το πιγούνι. Ήταν εξαιρετικά λεπτός και ψηλός, ψηλότερος απο τον Μάριο, και το πουκάμισο ήταν μερικά νούμερα μεγαλύτερο απ' ότι θα έπρεπε, πράγμα που έκανε την συνολική του παρουσία να δίχνει ελάχιστα προσεγμένη. Κάποια όμως μικρά στοιχεία έδειχναν ξεκάθαρα οτι το αντίθετο συνέβαινε. Το κόκκινο χρώμα των κουμπιών ήταν εξαιρετικά φωτινό, που δέν θα έπρεπε άν το πουκάμισο ήταν όντως παλιό, και το ύφασμα ήταν σκισμένο σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, τονίζοντας κάποια χαρακτηριστικά, όπως τα μακριά και λεπτά δάκτυλά του ή την λεπτή του μέση. Αλλά το φαινομενικά ατημέλητο ντίσημό του δέν ήταν αυτό που έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση πάνω του. Αυτό που παγίδευσε το βλέμμα του Μάριου ήταν τα μάτια του νέου.
Φανέρωναν εφυήα και υσχηρή θέληση. Δέν σε άφηναν εύκολα να αποτραβήξεις το βλέμμα σου απο πάνω τους. Αλλά δέν ήταν μόνο εξ' αιτίας του χαρακτήρα, στοιχεία του οποίου άφηναν να φανούν, αλλά το γεγονός οτι η ίριδα του αριστερού του ματιού ήταν κατακόκκινη.
Ο Μάριος κοιτάζοντάς τον είπε "Όχι, δέν διακόπτεις τίποτα. Και ναί, εδώ είναι η αίθουσα που ψάχνεις" "Γιατί όμως την ψάχνεις; Υποτίθεται οτι περιμένουμε μόνο μία κοπέλα ακόμα" παρενέβει η κοκκινομάλλα. Ενώ ο νέος έμπαινε μέσα περπατώντας με το πάσο του και κοιτόντας τριγύρο είπε κάπως βαριεστημένα "Χτές το βράδυ Αφυπνήστικα και η Νεφερτίτη αποφάσησε οτι θα μου έκανε καλό να ερχόμουν μαζί με εσας που έχετε περισσότερη πείρα. Δέν σας ειδοποίησε;" συμπλήρωσε χαμογελόντας κάπως ειρωνικά.
Ο Μάριος κοίταξε τους δύο νέους μάγους που είχε μπρωστά του. Δέν ήταν πολύ μεγαλήτερος, ήταν 25 χρονών, αλλά ένοιωθε σάν να ήταν γέρος μπροστά σε αυτούς τους δύο. Άραγε ήταν 19; 20; Χαμογέλασε και υποκλήθηκε ελαφρά. "Με λένε Τιτλακάουαν. Και εγώ προχτές Αφυπνήστηκα."
Ο νεόφερτος χαμογέλασε ελαφρά και είπε "Μεφιστοφελής, Μεφίστο αν προτιμάτε. Όπως το όνομα του ανάλογου δαίμονα. Χάρηκα, Τιτλακάουαν." Η κοπέλα έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης και είπε "Εσύ είσαι αυτός για τον οποίο μιλάει η προφητεία; Όλο το Τάγμα για εσένα μιλάει! Τιμή μου να σε γνωρίζω! Ο δάσκαλός μου επέλεξε το όνομα Μπάστετ για εμένα και έχω Αφυπνηστεί εδώ και δύο μήνες!" και υποκλήθηκε χαρούμενη.
Βήματα ακούστηκαν απο τον διάδρομο. Οι τρείς νεαροί μάγοι γύρισαν να αντικρίσουν αυτόν που ερχόταν και είδαν την Νεφερτίτη να μπαίνει μέσα περπατώντας γρήγορα χωρίς να τους έχει προσέξει. Είχε το κεφάλι σκημμένο προς τα κάτω και φαινόταν να σκεύταιται κάτι συμαντικό. Οι τρείς νέοι στεκόντουσαν ακριβώς εκεί που ήταν, ο ένας δίπλα απο τον άλλον, με τον Μάριο στην μέση. Και οι τρεις κοιτάζανε την Νεφερτίτη να περπατάει σκευτική, να ακουμπάει το καφέ ντοσιέ που κρατούσε πάνω στο θρανίο του καθηγητή και να κάθεται στην καρέκλα. Είχε σκυμμένο ακόμα το κεφάλι αφηρημένη προς τα κάτω, οπότε είδε τις πεσμένες κημολίες. Ευθής σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τους νέους. Το πρόσωπό της χαλάρωσε και το βλέμμα της έγινε φιλικό. Χαμογελόντας τους είπε "Με συγχωρήτε, σκευτόμουν κάτι και δέν σας πρόσεξα. Καλώς ορίσατε! Καθήστε όπου θέλετε.
Οι τρείς νέοι είπαν μερικούς χαιρετισμούς προς την Αρχηγό του Τάγματος τους και γύρισαν προς τα θρανία. Η Μπάστετ έκατσε στο πρώτο θρανίο της μεσαίας σειράς, ο Μεφιστοφελής έκατσε στο τελευταίο θρανίο της δεξιάς σειρας (πίσω δεξιά απο την κοκκινομάλλα μάγισσα) και ο Τιτλακάουαν έκαστε στο δεύτερο θρανίο της αριστερής σειράς. Η Νεφερτίτη, ακόμα αφηρημένη, άρχισε να ψαχουλεύει το ντοσιέ που είχε ανοίξει μπροστά της. Δέν ήταν ιδιαίτερα παχή, έπρεπε να χωρούσε γύρω στα πενήντα χαρτιά κανονικού μεγέθους. Μέσα είχε μία μικρή στοίβα με χαρτιά, και απ' ότι μπορούσαν να διακρίνουν οι τρείς νεαροί μάγοι, ήταν όλα γεμάτα κείμενο, ή ήταν έγχρωμες εικόνες. Κάποια στιγμή φάνηκε να βρήσκει αυτό που έψαχνε, και ανασηκώνοντας τα μάτια, έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην αίθουσα.
"Μας λείπει μία ακόμα, σωστά;" είπε μετα απο μερικά δευτερόλεπτα έρευνας. 'Μετρούσε τόση ώρα;' ένοιωσε να του στέλνει ένα νοητικό μύνημα η Μπάστετ. Εκείνος της έστειλε ένα συναίσθημα χαράς, αντίστοιχο του χαμογέλου, και της είπε νοητικά 'μπορεί να δυσκολεύεται να μετρά μέχρι το τρία'. Εκείνη την στιγμή η Νεφερτίτη γύρισε προς την πόρτα. Είχαν ακουστεί βήματα, κατάλαβε ο Μάριος. Δέν τους είχε δώσει σημασία όταν τα άκουσε, ήταν συγκεντρωμένος στο ξόρκι του. Κοίταξε και εκείνος προς την πόρτα την στιγμή που η Νεφερτίτη έλεγε χαμογελαστά "Καλώς όρισες, Άρτεμη!"
Μία κοπέλα περπάτησε ανάλαφρα και μπήκε στην αίθουσα. Έδιχνε είκοσι και ήταν αρκετά ψηλή, αλλά πιό κοντή απο την Μπάστετ που έφτανε το ύψος του Μάριου. Είχε μελαχρινά μαλλιά που της έφταναν ώς την μέση. Δέν ήταν τοσο λεπτή όσο η άλλη κοπέλα, είχε ένα σώμα που ήταν γεμάτο ακριβώς εκεί που έπρεπε. Η μέση της είχε κανονικό μέγεθος και το υπόλοιπο σώμα της φανέρωνε μία κοπέλα που δέν ήταν κοπλεξική με το σώμα της, ήξερε οτι ήταν σωστό. Φορούσε πράσινη μακριά φούστα η οποία δέν κόλλαγε πάνω στο σώμα της, και απο πάνω μία πράσινη πάλι μπλούζα, μακριά μέχρι πιο κάτω απο την μέση της, η οποία ήταν διακοσμημένη με μερικά ρόζ και πορτοκαλιά λουλούδια. Είχε ένα αρκετά ανοικτόχρωμο δέρμα, κάτι ανάμεσα στο κανονικό ρόζ και αυτό της Μπάστετ, και στο ωβάλ πρόσωπό της, κάτω απο τα φωτινά μεγάλα καφέ μάτια της, είχε μερικές φακίδες.
'Πρέπει να είναι απο τις πιό ωραίες κοπέλες που είχω αντικρήσει μέχρι στιγμής' σκέυτηκε ο Μάριος, αλλά αμέσως το μετάνιωσε γιατί είχε ξεχάσει οτι όλες οι δυνατές σκέψεις του μεταφέρονταν στον νού της Μπάστετ μέχρι να τελειώσει το ξόρκι του. Εκείνη ξεφύσηξε σιγανά ωστε μόνο ο Μάριος να το ακούσει και του είπε με τον νού της 'μάζεψε τα σάλια σου ερωτοχτυπημένε. έχουμε δουλειά'. 'Δέν μου τρέχουν τα σάλια' και εστίασε πάλι γύρω του οπου η καινούρια κοπέλα υποκλεινόταν λέγοντας "Με λένε Άρτεμη. Ανήκω στο Μονοπάτι των Θύρσους και έχω Αφυπνηστεί εδώ και τρείς βδομάδες." Η Μπάστετ μπροστά απο τον Τίτλ σήκωσε το δεξί της χέρι σε χαιρετισμό και είπε "Μπάστετ των Όμπριμος. Χάρηκα!" Ο Μεφιστοφελής έκλεινε το κεφάλι του και είπε απλά "Μεφίστο των Μόρος". Η Άρτεμις κοίταξε τον Μάριο, και εκείνος ανταποδίδοντας το βλέμμα και χαμογελόντας είπε "Τιτλακάουαν, του Μονοπατιού των Μάστιγκος. Καινούριος στον κόσμο των Αφυπνησμένων".
Η Άρτεμις χαμογέλασε στον Μάριο σε απάντηση του δικού του χαμόγελου, και πήγε να κάτσει μπροστά του, δεξιά απο την Μπάστετ. Για να αποφύγει άλλη καταλάθος επικοινωνία, ο Μάριος είπε με την σκέψη του στην Μπάστετ 'άντε, τα λέμε' και μόλις αυτή απάντησε 'αντίο' και έστειλε ένα χαμόγελο, διέκοψε το ξόρκι. Αυτά έγιναν σε ελάχιστο χρόνο, λιγότερο απ' όσο πήρε στην Άρτεμη να έρθει προς την καρέκλα της. Μόλις έκατσε, γύρισε πίσω προς τον Μάριο και είπε χαμογελώντας "Καλωσόρισες στον κόσμο μας, Τιτλακάουαν" και ξαναγύρισε μπροστά.
Η Νεφερτίτη σηκώθηκε όρθια. "Αφού μαζευτήκαμε όλοι, μπορούμε να αρχίσουμε." χτήπησε παλαμάκια μία φορά με τα χέρια της και μετά έπιασε ένα πακέτο φωτογραφίες απο το ντοσιέ της. Το έδωσε στην Άρτεμιδα και μουρμούρισε 'πέρασε τις και στους άλλους'. Εκείνη κοίταζε την φωτογραφία, ενώ η Νεφερτίτη ξεκίνησε να λέει "Λοιπόν. Η αποστολή σας είναι πολύ απλή. Κάποιοι δήθεν αρχαιολόγοι των Κοιμησμένων (έτσι αποκαλούσαν οι Αφυπνησμένοι τους ανθρώπους που ακόμα ήταν επιρεασμένοι απο τον Λύθαργο) ανακαλύψαν μία αρχαιολογική τοποθεσία. Αποφάνθηκαν οτι επρόκειτο για έναν αρχαίο ναό, περι το 500 π.Χ. Πολύ έξυπνοι αυτοί οι αρχαιολόγοι τις πλάκας. Πέσαν έξω μερικές χιλιάδες χρόνια, μόνο. Μπροστά τους δέν είχαν έναν ναό των αρχαίων ελλήνων προς τιμήν του Απόλλωνα αλλά ένα ησυχαστήριο ενός απο τους πρώτους Ατλάντιους Μάγους που είχε γυρίσει στην πατρίδα του για να πολεμήσει τα αρχαία κακά. Η Μαγεία που είχε χρησιμοποιηθεί εκεί ήταν τόσο έντονη, που ακόμα και σήμερα υπάρχει εκεί ένα Λόκους, ένα μέρος οπου το Γάντι είναι πολύ λεπτότερο απο το κανονικό. Μάλιστα είναι ένα Λόκους τρίτου βαθμού, το πιό δυνατό."
Όσο η Νεφερτίτη μιλούσε, η Άρτεμις και η Μπάστετ είχαν δέι τις φωτογραφίες, οπότε τις πήρε ο Μάριος. Έδειχναν προφανώς τον αρχαιολογικό χώρο για τον οποίο μιλούσε η Νεφερτίτη. Στις πρώτες τρείς εικόνες φαινόνταν τα απομεινάρια ενός ορθογώνιου κτήσματος, με τις βάσεις για κολώνες ξεκάθαρες στο μπροστινό τμήμα. Οι τοίχοι σώζονταν μέχρι την μέση περίπου, και στο εσωτερικό τους το μισό κάποιων κοιώνων ήταν ολοφάνερο. Στον γύρω χώρο διακρίνονταν δέντρα. Οι επόμενες τρείς φωτογραφίες έφεραν την σημείωση πάνω δεξιά 'τα Ίχνη' και δέν ήταν έγχρωμες. Ήταν τα ίδια πλάνα με τις υπόλοιπες, όμως φαινόντουσαν ολοφάνερα κύκλοι λευκού οι οποίοι ήταν εξαιρετικά έντονοι στο κέντρο του κτήσματος και θόλωναν όσο προχωρούσε προς τα έξω. Αλλά ολόκληρη η φωτογραφία γέμιζε απο 'τα Ίχνη', που σημαίνει οτι η ενέργεια πρέπει να έφτανε μέχρι και είκοσι μέτρα γύρω απο το κτίσμα. Αφού τις κοίταξε καλά, σημείωσε στο μυαλό του να ρωτήσει τί είναι ακριβώς τα Ίχνη, και έδωσε τις φωτογραφίες στον Μεφιστοφελή που είχε έρθει να καθίσει στο διπλανό θρανίο.
"Αυτό το Λόκους, λοιπόν, μας χρειάζεται" συνέχισε η Νεφερτίτη. "Υπάρχουν κάποια πειράματα που θέλουμε να διεξάγουμε εκεί. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, δέν θέλουμε να πέσει στα χέρια των Λυκανθρώπων." εκείνη την στιγμή έκανε μία παύση, πήρε πίσω τις φωτογραφίες και κινήθηκε προς την έδρα για να τις βάλει πίσω. Ενώ έψαχνε μέσα στα χαρτιά της, ο Μάριος κοίταξε τριγύρω σαστισμένος. Η Νεφερτίτη είχε μόλις αναφερθεί σε λυκανθρώπους και κανείς δεν αντέδρασε!... Φάνηκε να βρήσκει αυτό που έψαχνε, γιατι γύρισε και πάλι προς τους τέσσερεις μάγους και μάγισσες. Κρατούσε κάτι χαρτιά και μερικά μικρότερα κομμάτια χαρτί, γαλάζια στο χρώμα, και άνοιξε το στώμα της για να συνεχίσει να μιλάει. Ο Μάριος σήκωσε το δεξί του χέρι. Η Νεφερτίτη τον κοίταξε και χαμογελόντας του είπε "τί είναι, Τιτλ;". Όλοι είχαν αρχήσει να τον φωνάζουν με την μικρότερη έκδοση του ονόματός του;... "Νομίζω οτι αναφέρατε την λέξη.. Λυκάνθρωποι. Θέλετε να πείτε οτι.. υπάρχουν;" Η Νεφερτίτη τον κοίταξε με απορία, της Αρτέμιδος απο μπροστά του της ξέφυγε ένα γελάκι, η Μπάστετ γύρισε και τον κοίταξε ειρωνικά και ο Μεφιστοφελής ξεφύσηξε. Η Μπάστετ είπε, πρωτού προλάβει η Νεφερτίτη να του απαντήσει "μόνο οι Μάγοι θα έχουν το προνόμιο της ύπαρξης; Φυσικά και υπάρχουν λυκάνθρωποι!" "Καί βρικόλακες." είπε σιγανά απο πίσω ο Μεμφίστο. Η Άρτεμις γύρισε και κοιτάζοντάς τον με το πρόσωπό της στολισμένο απο ένα υπέροχο χαμόγελο, είπε "επίσεις υπάρχουν και Νεράιδες ή Αερικά, υπάρχουν όντα σαν τον Φράνκενστάιν, υπάρχουν δαίμονες, άγγελοι.. Ακόμα και Γκρέμλιν!"
Ο Μάριος έμεινε να τους κοιτάζει. "Και πώς κατάφερναν και έμεναν κρυμμένοι τόσο καιρό;" Η Νεφερτίτη άφησε ένα εγκάρδιο γέλιο. "Είναι ειρωνικό. Ήξερες για εμάς; Πώς περιμένεις να ξέρεις και για τους άλλους;" Ο Μάριος κατάλαβε την ορθότητα των επιχειρημάτων της. Αλλά ακόμα δυσκολευόταν να το πιστέψει... Εντάξει η Μαγεία, είναι σχεδόν φυσικό. Αλλά βαμπίρ; Λυκάνθρωποι; Του ήταν κάπως δύσκολο να το πιστέψει...
"Όπως και νά 'χει, θα δείς σύντομα μερικούς απο το κάθε είδος" η Νεφερτίτη χαμογέλασε, και συνέχισε "Άν συναντήσετε λυκανθρώπους, προσπαθήστε να κάνετε μία συμφωνία μαζί τους για να μας επιτρέψουν να χρησιμοποιήσουμε λίγο το Λόκους. Άν υπάρξει πρόβλημα," και έβγαλε απο την τσέπη της ένα χαρτάκι "μπορείτε πάντα να στείλετε SMS! Είμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα!" και έδωσε το χαρτί στην Μπάστετ. "Εσύ είσαι η πιό έμπειρη, οπότε θα βάλω εσένα αρχηγό και υπεύθηνη για την επικοινωνία." Ο Μεφιστοφελής αναστέναξε βαριεστημένα πίσω και σηκώνοντας το χέρι είπε "πότε τελειώνουμε; βαρέθηκα! θέλω λίγη δράση, λίγο Θάνατο" την τελευταία λέξη την είπε όπως λέμε μία λέξη που ξεκινά με κεφαλαίο. Η Νεφερτίτη τον κοίταξε αυστηρά και είπε "όχι σκωτομούς. Φερθήτε διπλοματικά. Εσύ, Άρτεμις, είσαι μία αρχαιολόγος. Σε λένε Ειρήνη" και τις έδωσε δύο χαρτιά που απ' ότι κατάλαβε ήταν μία ταυτότητα και μία άδεια για κάτι. "Μπάστετ, είσαι βοηθός της Ειρήνης. Λέγεσε Μαρία." της έδωσε ένα ανάλογο ζευγάρι χαρτιών. "Τιτλακάουαν, σε λένε Ιωάννη και είσαι ερευνητής και θρησκειολόγος. Μεφίστο, σε λένε Αντρέα και είσαι βοηθός του Ιωάννη με ειδήκευση" "Πού;" ρώτησε ο Μεφιστοφελής ενώ έπαιρνε τα χαρτιά που του έδινε η Νεφερτίτη που στεκόταν δίπλα του. "Σκέψου κάτι. Λοιπόν, αυτά. Καμία ερώτηση;" ο Μεφιστοφελής σήκωσε το χέρι του. "Μπορώ να έχω ειδήκευση στο να καλώ στρατούς απο απέθαντους;" η Νεφερτίτη τον κοίταξε κουρασμένα, αλλά χαμογελόντας. "Όχι, λυπάμαι". Και λέγοντας "Φεύγετε τώρα, έχετε αρκετό δρόμο. Μπάστ, ορίστε τα κλειδιά του αμαξιού, οδήγα προσεκτικά" και έχοντας μαζέψει τα χαρτιά που περίσευαν, της πέταξε έναν κρίκο με δύο κλειδιά και έφυγε απο την πόρτα φωνάζοντας ένα "Αντίο!"
"Πάμε να δούμε το αμάξι!" πετάχτηκε πάνω χαρούμενη η Άρτεμις.
"Δ-Δέν το π-πιστεύω! ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ Α-ΑΜΑΞΙ;!;!" η Μπάστετ είχε μείνει με το στώμα ανοικτό. Το μοναδικό αμάξι στο δεύτερο γκαράζ που βρησκόταν μπροστά απο το γραφείο κηδειών ήταν ένας σωρός λαμαρίνες που πρίν απο δέκα χρόνια αποφάσισε οτι το να είναι αμάξι είχε καταντήσει βαρετό μετά απο τόσο καιρό. Πρέπει να ήταν απο τα πρώτα μοντέλα αμαξιών. Είχε καφέ χρώμα, γεγονός που δέν έμοιαζε να οφείλετε σε κάποιο βάψιμο. Τα πίσω παράθυρα δέν άνοιγαν και τα καθήσματα (όσο φαινόντουσαν μέσα απο την σκόνη αιώνων που είχε κατακαθήσει πάνω στα τζάμια) ήταν σκισμένα και.. μασουλιμένα σε μερικά σημεια. Σε πολλά, βασικά. "Φαίνεται έτοιμο να γκρεμιστεί!" και για να τονίσει τα λόγια της άγγιξε με προσποίητη προσοχή το καπώ. Ευθής αμέσως το "αμάξι" τυλίχτηκε σε ένα δυνατό φώς. Η Μπάστετ έκανε ένα αλματάκι προς τα πίσω και φωνάζοντας μία λέξη γύρω της εμφανίστηκε μία αχνή λευκή φούσκα ενέργειας. Η Άρτεμις, ο Τιτλακάουαν και ο Μεφιστοφελής έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω, έτοιμοι και αυτοί να κάνουν ότι ξόρκια χρειαστούν. Σιγά σιγά το φώς υποχώρησε, για να αποκαλύψει το αμάξι, αλλαγμένο.
Στην θέση του (τουλάχιστον) σαράβαλου, τώρα υπήρχε ένα τετραθέσιο σπόρ κμπριολέ αμάξι, στο χρώμα της φωτιάς, ακριβώς όπως τα μαλλιά της Μπάστετ. "That is what I am talking about!" φώναξε η Μπάστετ, και χωρίς να μπεί στο κόπο να ανοίξει την πόρτα, πήδηξε μέσα. "Ελάτε παιδιά! Ώρα για ταξιδάκι στην Πελλοπόνησο!"
Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007
Mage the Awakening, Μέρος Τέταρτο: Νέο Ξεκίνημα
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/19/2007 03:15:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007
Mage the Awakening, Μέρος Τρίτο: Ο Εντοπισμός
{αυτό το κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον A.C.F.S. διότι εκείνος με παρακίνησε να το γράψω σήμερα}
{προειδοποίηση: μπορεί να σας τρομάξει σε μερικά μέρη (ναι, σε εσένα πάει, φιλαράκι!)}
"Και γιατί ακριβώς το φέρνεις εδώ, στο συμβούλιο; Αυτό είναι ένα θέμα που θα έπρεπε να συζητηθεί προσωπικά με την Μέντορα της κοπέλας" είπε ψυχρά ο Ιεράρχης. Δέν είχε σοκαριστεί καθόλου; αναρωτήθηκε ο Μάριος. Δέν πρέπει, δέν επιτρέπεται σε έναν Ιεράρχη να σοκαρίζεται, απάντησε μετά στον εαυτό του. Και εκτός αυτού, είναι ένας απίστευτα έμπειρος Μάστιγκος. Το μονοπάτι των Αρχόντων του Νού προηπέθετε οτι θα αντιμετώπιζες τους δαίμονες της ψυχής σου, πολλές φορές υλικά. Επίσης ο Ιεράρχης ήταν ξακουστός και για τις ικανότητές του να επικαλείτε και να υλοποιεί πνεύματα απο το Σκοτεινό Βασίλειο (και απο την ίδια την Άβυσσο, κάποιοι λένε), οπότε θα είχε δεί πολλές φικαλεότητες...
Αλλά και πάλι, αυτό δεν του επέτρεπε να είναι τόσο κρύος, να αντιμετωπίζει με τέτοια αδιαφορία τον φόνο μίας Αφυπνησμένης, σκεύτηκε ο Μάριος. Παρόλα αυτά δέν μπρούσε να σκευτεί γιατί είχε φέρει εκεί το κεφάλι της. Είχε χάσει την ψυχραιμία του και παρόλο που ήταν ήρεμος δέν σκευτόταν λογικά.
Τον έβγαλε όμως απο την δύσκολη θέση η παρέμβαση της (εκπληκτικά ήρεμης) Εκάτης.
"Ζητώ συγγνώμη για τις πράξεις του Τιτλακάουαν (η γηραιότερη μάγισσα ενός άλλου μονοπατιού, εκείνη που είχε πεί στον Μάριο για την προφητεία, σφήκτηκε στο άκουσμα του ψευδονήμου του) και ζητώ να αποχωρήσουμε εγώ και εκείνος για να επιμεληθούμε του θέματος. Δέν με χρειάζεστε άλλο εδώ, έτσι και αλλιώς" και με μία υπόκληση πλησίασε τον Μάριο και πίεσε το χέρι του, τοποθετόντας το κεφάλι μέσα στο κουτί και, σηκώνοντάς το, γύρισε να φύγει. Ο Μάριος την ακολούθησε, νοιώθοντας το διαπεραστικό βλέμμα του Ιεράρχη καρφωμένο στην πλάτη του.
"Γιατί το έκανες αυτό; Γελοιοποιήθηκες μπροστά σε ολόκληρο το Συμβούλιο και γελοιοποίησες και εμένα!" η Εκάτη ήταν έξω φρενών.
Μόλις φτάσανε στον κοιτώνα της μέσα στον χώρο του Συμβουλίου έβγαλε την ήρεμη και απαθής μάσκα και άφησε τα συναισθήματά της να ξεχυθούν. "Ξέρεις πόσο κόπο έχω κάνει για να έχω μία καλή εικόνα και θέση μέσα στο Συμβούλιο; Ξέρεις πόσα αντικείμενα έχω δωρήσει, πόσα βιβλία έχω παραδώσει, πόσους Τρελούς (μάγοι που τρελάθηκαν με την Αφύπνησή τους, όπως θυμόταν ο Μάριος) εχω καταστρέψει;!;! Εγώ, μία Μάγισσα της Ζωής!!" Ο Μάριος δέν αντιδρούσε, μόνο την κοίταζε απαθής να του φωνάζει. Μετά η Εκάτη θυμήθηκε το κεφάλι της Αντιγόνης. "Και αυτό! Τί έφταιξε η καημένη η Στέλλα (ά, ωστε Στέλλα ήταν το πραγματικό όνομα της Αντιγόνης...);! Σε εσένα το έστειλαν το πακέτο, άρα εσύ φταίς που πέθανε!! Εσύ φταίς που η γλυκειά μου Στέλλα πέθανε! Πέθανε για να εκβιαστείς εσυ, για να φοβήσουν ΕΣΕΝΑ!" άρχιζε και φώναζε πολύ δυνατότερα.
"ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ! ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!" πρίν όμως προλάβει η οργισμένη Εκάτη να προβεί σε βίαιες πράξεις εναντίων του Μάριου, εκείνος, χρησιμοποιόντας τον Ένα Νού, της έστειλε συναισθήματα ηρεμίας, όσο πιό επιτακτικά μπορούσε. Παράλληλα έλεγε "ηρέμισε. άν επιλέξεις να με θανατώσεις, δέν θα αρνηθώ. όμως αυτή την απόφαση πρέπει να την πάρεις ήρεμη. ηρέμησε και θα δούμε μετά πως θα πράξουμε."
Παρόλο που είχε μόλις αποκτήσει τις ικανότητές του, κατάφερε, συνδιάζοντας Μαγεία και λόγια, να την ηρεμίσει. Η Εκάτη κάθησε σε μία καρέκλα, και μετά απο μερικά λεπτά είχε ηρεμίσει τελείως.
"Πρέπει να βρούμε ποιοί το έκαναν" είπε ήρεμα κοιτώντας τον Μάριο, αλλά τα μάτια της γυάλιζαν με δίψα για εκδίκηση.
Οι Μάστιγκος είναι άρχοντες του Νού και του Χώρου. Υπάρχουν άλλα τέσσερα Μονοπάτια. Η Εκάτη άνηκε στο μονοπάτι των Θύρσους, των Σαμάνων αρχόντων της Ζωής και των Πνευμάτων. Οι Ακάνθους, συχνά αποκαλούμενοι Γητευτές, ήταν οι άρχοντες της Μοίρας και του Χρόνου. Οι Μόρος, οι Νεκρομάντες, ήταν οι κυρίαρχοι στην Ύλη και τον Θάνατο. Τέλος, οι Όμπριμος, λεγόμενοι (απο τους ίδιους, συνήθως) Θεουργοί, ήταν οι αναμφισβήτητοι άρχοντες των Δυνάμεων και του Μάννα, της Πρώτης Ύλης, της ίδιας της Ύλης της Μαγείας.
Ο Μάριος ήξερε οτι υπήρχαν δύο τρόποι να βρούν το σώμα της Αντιγόνης και ποιοί διαπράξανε τον φόνο και τον διαμελισμό: είδε χρησιμοποιόντας τις γνώσεις του πάνω στον Χώρο, ωστε να βρεί το υπόλοιπο σώμα της, είτε να βρούν έναν που είχε τουλάχιστον παραπάνω απο βασικές γνώσεις στο Μυστικό του Χρόνου.
Το συζήτησε με την Εκάτη, και αυτή χαμογελόντας (αν και αρκετά βεβιασμένα) του απάντησε οτι δέν θα χρειαζόταν να ψάξουν διότι η ίδια είχε γνώσεις πάνω στον Χρόνο, αρκετές για να μάθει κάποια πράγματα, αλλά όχι όλα. Θα χρειαζόταν η Μαγεία και των δύο.
Ο Μάριος καθόταν κάτω, οκλαδών, μαζί με την Εκάτη δίπλα του, και το κεφάλι καλλυμένο με ένα πανί και ακουμπισμένο μπροστά τους. Η Εκάτη ακόμα πάθαινε σόκ όταν το έβλεπε, αλλά τους ήταν απαραίτητο για να κάνουν τα ξόρκια τους. Βρησκόντουσαν στα δωμάτια εξάσκησης, οπου δέν υπήρχε η πιθανότητα να ξεφήγουν απο τον έλεγχό τους η Μαγεία. Η Εκάτη δέν θα χρειαζόταν πολλή ώρα για να κάνει το ξόρκι της, αλλά ο Μάριος θα χρειαζόταν πολύ περισσότερη.
Πρώτα ξεκίνησε η Εκάτη, έστι ώστε να χρησιμοποιούσαν έπειτα τις νέες γνώσεις τους για να βοηθηθεί ο Μάριος στην χρήση του Μυστικού του Χώρου. Έκλεισε τα μάτια της και άρχησε να ψέλνει. Γύρω απο τα χέρια της εμφανίστηκε μία γαλάζια αύρα όσο αυτή άγκιζε το κεφάλι (απαλά, βέβαια, και χωρίς να σκεύτεται τί ακριβώς άγγιζε). Μιλούσε σε μία γλώσσα που δέν ήταν γνωστή στον Μάριο, την αναγνώρισε όμως σαν την Υψηλή Ομιλία, την γλώσσα της Μαγείας. Δέν ήταν γνωστή σαν γλώσσα στους μοντέρνους Μάγους, μίας και η γνώση της Υψηλής Ομιλίας σαν γλώσσα χάθηκε μαζί με την Πτώση. Παρόλα αυτά, έμειναν γραπτά και λεξικά με αρκετές λέξεις, ωστε κάθε ξόρκι να μπορεί να προφερθεί στην Ομιλία. Υπάρχουν μύθοι για πνεύματα τα οποία είναι τόσο παλαιά όσο και η Ατλαντίδα, πνεύματα τα οποία έγιναν οι αποθήκες των γνώσεων της Υψηλής Ομιλίας. Βέβαια, όποια και αν είναι αυτά τα πνεύματα, όπου και να είναι, θα είναι τώρα πάνω απο δέκα χιλιάδων χρόνων, άρα θα ήταν δύσκολο να επικαλεστούν, πόσο μάλλον να ελεγκτούν... Και μία γνώση τόσο συμαντική όσο η Υψηλή Ομιλία παραμένει χαμένη, χιλιάδες χρόνια τώρα...
Η Εκάτη σύντομα τελείωσε την γητεία της. Είκοσι λεπτά απο την στιγμή που είχε κλείσει τα μάτια της, τα ξανα άνοιξε και κοιτάζοντας τον Μάριο του είπε "μπές στο μυαλό μου και δές ότι είδα". Ο Μάριος την κοίταξε, αλλα τα μάτια του δέν την έβλεπαν. Είχε απλώσει τις αισθήσης του, αγκίζοντας ελαφρά τους συνδέσμους που υπάρχουν ανάμεσα σε κάθε νου. Ψάχνοντας για λίγα δευτερόλεπτα, βρήκε τον δεσμό μεταξύ του δικού του νού και αυτού της Εκάτης, και επικεντρώθηκε εκει. Αμέσως ένοιωσε το μυαλό του να γεμίζει εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα, όλα όσα εκείνη την στιγμή περνούσαν απο το μυαλό της Εκάτης. Άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε, ανακοινώνοντας οτι ο δεσμός είναι έτοιμος. Η Εκάτη τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι καταφατικά και ένοιωσε αμέσως την δύνη συναισθημάτων και σκέψεων να μπαίνει σε μία τάξη, εμφανίζοντας εικόνες.
"Τί θέλετε να μου κάνετε;" ρώτησε η Αντιγόνη τον άντρα που ήταν σκυμμένος απο πάνω της. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, παρόλα αυτά ο Μάριος έβλεπε ξεκάθαρα τα πάντα, σάν να ήταν ο ίδιος εκεί. Η Αντιγόνη καθόταν σε μία απλή ξύλινη καρέκλα, δεμένη πάνω της. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας, που ο Μάριος αναγνώρισε σάν τον επιζώντα της χτεσινοβραδυνής επίθεσης. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μάλλινο σακί που πρέπει να είχε βγάλει πρίν απο λίγο απο το κεφάλι της Αντιγόνης. Το κεφάλι που ήταν ακόμα στην θέση του...
Ο άντρας χαμογελούσε με κακία. "Τί θέλουμε να της κάνουμε, Ιανέ;" ρώτησε ο άντρας. Κρυμμένος στις σκιές στεκόταν κάποιος. Ο Μάριος δέν μπορούσε να δεί το πρόσωπό του, μόνο οτι ήταν ντιμένος πολύ ακριβά. Ο Ιανός μίλησε με μία επιτακτική και σκληρή φωνή στον άντρα "μήν αφήνεις τον σαδισμό σου να σε ελέγχει, ανόητε. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να μάθουμε για την ενσάρκωση του Τεζκατλιπόκα." Ο Μάριος προσπάθησε να κινηθεί, να πάει πιό κοντά στον άντρα που μίλησε για εκείνον, να δεί το πρόσωπο του Ιανού. Δέν μπορούσε να κινηθεί, μόνο να κοιτάει τριγύρω απο το σημείο στο οποίο στεκόταν.
Η Αντιγόνη έμοιαζε να μήν καταλαβαίνει. "Για την ενσάρκωση του Τεζκατικάτι; Έχω ακούσει μία προφητεία μόνο! Δέν ξέρω κάτι παραπάνω!" Ο άντρας κοίταξε σχεδόν ικετευτικά τον Ιανό και του είπε "σε παρακαλώ.. Άσε με να την κάνω να μου πεί..." Ο Ιανός δέν φάνηκε να κουνιέται, μόνο είπε αηδιασμένος "Δέν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις τις αποτρόπαιες μεθόδους σου. Μπορούμε να μάθουμε και με άλλον, λιγότερο αιματιρό τρόπο. Κάτι τόσο όμορφο δέν πρέπει να καταστραφεί..." και μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του άρχισε να ψέλνει στην Υψηλή Ομιλία. Ο Μάριος αναγνώρισε μία δύο λέξεις που είχε διαβάσει χτές. Ο Ιανός έκανε ένα ξόρκι του δικού του τομέα, έκανε ένα ξόρκι του Νού. Σύντομα κατάλαβε την χρήση του: ήθελε να διησδήσει στο μυαλό της Αντιγόνης για να πάρει τις πληροφορίες που έψαχνε. Το μόνο γεγονός που έδειξε οτι ο στόχος ήταν η Αντιγόνη ήταν οι κόμποι ιδρώτα που σχηματιζόντουσαν στο μέτωπό της. Ο άλλος άντρας κοιτούσε εκστασιασμένος, πότε τον Ιανό που έκανε το ξόρκι και πότε τον στόχο του ξορκιού. Πρέπει να ένοιωθε την μαγεία του Ιανού και αυτό να του προκαλούσε τέτοια απόλαυση. Όπως και να είχε, η διαδικασία πρέπει να έλειξε, διότι ο άντρας ξεφύσιξε απογοητευμένος και ο Ιανός είπε με θανατηφόρα ηρεμία "τολμάς να αντιστέκεσαι; θα υποστείς τις συνέπειες αυτής της απερίσκεπτης πράξης σου." και κοίταξε γυρνώντας τον άλλον άντρα. "κάνε της ότι θές."
Εκείνος χτύπησε με χαρά μικρού παιδιού τα χέρια του και γύρισε προς έναν πάγκο με εργαλία στο σκοτεινό τμήμα του δωματίου. Ακούστηκε ένας ήχος σάν να φύσηξε αέρας, και ο Ιανός είχε εξαφανηστεί. Ο άντρας που έμεινε φάνηκε να γυρνάει προς την Αντιγόνη, αυτή την φορά με το πρόσωπό του παραμορφομένο απο ένα σαδιστικό χαμόγελο, και κρατόντας μία λαβίδα με οδοντοτές άκρες.
Κοίταζε την Εκάτη. Είχε ιδρώσει και τα μάτια της ήταν βουρκομένα. "Σ-συγγνώμη, δ.. δέν μπορώ να το ξ-ξαναδώ..." είπε τραυλά και ξέσπασε σε αναφυλιτά. Ο Μάριος την κοίταξε καταλαβαίνοντας την λύπη της. Ενώ άγγιζε το νου της δίνοντάς της συναισθήματα γαλήνης, της είπε "δέν χρειάζεται να υποφέρεις άλλο. ξεκουράσου, το έχεις ανάγκη. θα προχωρήσω στον εντοπισμό μόνος, άλλωστε μόνο εγώ γνωρίζω τα Μυστικά του Χώρου απο τους δυό μας. Πήγαινε, και συγγνώμη..." Αυτήν την τελευταία φράση την είπε πολύ σιγανά, και η Εκάτη μέσα στα αναφυλιτά της δέν πρέπει να το άκουσε. Σηκώθηκε με δυσκολία, και τρεκλίζοντας περπάτησε προς την πόρτα. "Θές βοήθεια να φτάσεις στον κοιτώνα σου;" "Ο-Όχι, ευχαριστώ... Α-Αρκετή αξιοπρέπεια ε.. έχασα σήμερα-α" μουρμούρισε η Εκάτη στην ερώτηση του Μάριου.
Μόλις η Εκάτη έφυγε απο το δωμάτιο, ο Μάριος έμεινε μόνος του με το κεφάλι και τις έγνοιές του. Τα έδιωξε όλα απο το μυαλό του και αποφάσισε να ξεκινήσει. Έπρεπε να εντοπίσει ακριβώς που είχαν κρύψει το σώμα της Αντιγόνης. Άν καταφέρναν και το φτάνανε, θα μπορούσαν να βρούν πάνω του τα ψυχικά σημάδια του Ιανού και του σαδιστή άντρα και μετά να εντοπίζαν αυτούς. Το κεφάλι δέν έφερε αρκετά ψυχικά σημάδια ωστε να μπορέσουν να τα εκμεταλευτούν. Πίστευε οτι το σώμα δέν θα το είχαν καθαρίσει απο τέτοιες ενδίξεις όπως το κεφάλι, διότι δέν θα περίμεναν να το βρούν.
Ο Μάριος έβγαλε απο την τσέπη του τον χάρτη της Αθήνας που είχε πάρει για τις ανάγκες του ξορκιού. Το ακούμπησε δίπλα του, μιάς και δέν το χρειαζόταν άμεσα. Άγγιξε το καλυμμένο κεφάλι μπροστά του και άφησε τον νού του να περηπλανηθεί. Τα χέρια του ακτινοβολούσαν γαλάζιο φώς, η υλική αντίδραση της χρήσης του Μάννα, της Πρώτης Ύλης. Είχε μέσα του πολύ Μάννα, όσο ένας μέσος Μάγος, οπότε δέν είχε πρόβλημα να το χρησιμοποιήσει. Χρησιμοποίησε περισσότερο απ' ότι συνήθως χρησιμοποιούν οι Μάγοι, διότι ήθελε να ορίσει την περιοχή που βρησκόταν αυτό που έψαχνε με ακρίβεια, πάνω στο χάρτη. Έφερε στο μυαλό του την εικόνα της Αντιγόνης και χρησιμοποίησε και το τμήμα της που είχε μπροστά του σάν δίοδο για να φτάσει στο υπόλοιπο. Ένοιωσε τον νού του να περιπλανιέται στις διόδους του χώρου, και εκείνη την στιγμή ο Χώρος δέν υπήρχε, ήταν μόνο μία αφηριμένη έννοια, μία ιδέα. Όλα ήταν Ένα κάτω απο το ερευνητικό βλέμμα του Τιτλακάκαουαν, αδιέρετα όπως ακριβώς είναι. Η πλάνη του Ξεχωριστού δέν υπήρχε. Σύντομα βρήκε αυτό που έψαχνε, διότι ήταν πάντα Εκεί. Έτεινε το χέρι του, άγγιξε τον χάρτη εκεί που ήταν αυτό που έψαχνε, και άφησε την νόησή του να γυρίσει στο σώμα της. Μόλις είχε ξανά τον έλεγχο του σώματός του πλήρως, κοίταξε στα δεξιά του, τον χάρτη. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και τα έτριψε με το άλλο χέρι για να σιγουρευτεί οτι έβλεπε καθαρά.
Ο χάρτης ήταν γυρισμένος ανάποδα και ο δείκτης του δεξιού του χεριού ακουμπούσε πάνω στο λευκό χαρτί σε μία κουκιδίτσα αίματος που είχε σχηματιστεί στο χαρτί.
Και απο πάνω, γραμμένο επίσης με αίμα, το δικό του αίμα, ήταν γραμμένη μία λέξη:
"ΕΚΕΙ"
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/16/2007 11:41:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Mage the Awakening, Μέρος Δεύτερο: Ο Θάνατος
{αφιερωμένο στην Ειρήνη, θερμές ευχαριστίες στον A.C.F.S. που με έβγαλε απο το αδειέξοδό}
Μόλις χτές είχε Αφυπνιστεί. Μόλις χτές είχε μπεί στον κόσμο των Μάγων. Μόλις χτές, έχοντας ξαναγεννηθεί, έφερε το όνομα Τιτλακάκουαν που σήμαινε "Είμαστε οι Δούλοι Του", το όνομα του Αζτέκικου θεού των Ξορκιστών, ένα ακόμα όνομα του μεγάλου θεού εκείνου του λαού, του Τεζκατλιπόκα. Μόλις χτές είχε πάρει το (γλυκό) παρατσούκλι Τιτλ απο την Αντιγόνη.
Την Αντιγόνη.. Μόλις χτές, μετά απο μία σειρά "συμπτώσεων" που ξεκινούσαν απο αυτή είχε καταφέρει να βγεί απο τον βαθύ ύπνο που είχε επιβληθεί στους ανθρώπους μετά την Πτώση. Μόλις χτές είχε δεί τελευταία φορά την Αντιγόνη.
Και νά, μόλις σήμερα το πρωί "Θα υπογράψετε εδώ; Είναι ένα συστημένο πακέτο." Ένα καφέ χάρτονένιο κουτί.. Δέν είχε αποστολέα, πράγμα αρκετά περίεργο διότι δέν γίνεται να στείλεις συστημένο πακέτο χωρίς να γράψεις αποστολέα. Και στον παραλύπτη έγραφε το πραγματικό του όνομα, Μάριος. Λίγοι ξέραν πού έμενε, πέρα απο τον φοιτητικό κοιτώνα. Ποιός θα μπορούσε να το είχε στείλει;
Χτές, μετά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο κλάμπ, είχε επισκεφτεί το Συμβούλιο των ανώτερων Μάγων. Ένας μάγος για κάθε μονοπάτι, δηλαδή πέντε γηραιοί μάγοι τον είχαν υποδεχτεί στους κόλπους της κοινωνίας των Αφυπνησμένων. Ο ίδιος άνηκε στο μονοπάτι των Μάστιγκος, των αρχόντων του νού και του χώρου. Είχε προσχωρήσει σε ένα απο τα πέντε κύρια τάγματα, το τάγμα που έφερε τον τίτλο Μυστέριουμ, το τάγμα των μάγων-εξερευνητών, αυτών που το μόνο ενδιαφέρων τους ήταν η γνώση. Αυτό ήταν αρκετό για να γίνει ο ίδιος θέμα συζήτησης απο όπου περνούσε μέσα στον χώρο του Συμβουλίου, διότι ήταν ο μοναδικός Μάστιγκος που είχε γίνει μέλος του τάγματος αυτού τον τελευταίο αιώνα. Καί για το γεγονός οτι είχε αναπτύξει εξαιρετικά τις δυνάμεις του μέσα σε ένα απόγευμα μόνο.
Αλλα αυτά είναι αρκετά για να σε συζητάει μία ολόκληρη κοινώτητα μάγων; Όχι.. Ήταν άλλο ένα γεγονός.
Υπήρχε μία προφητεία. Μία προφητεία που έλεγε οτι κάποτε θα εμφανιστεί ένας Αφυπνησμένος του μονοπατιού των Μάστιγκος που θα φέρει μία περίεργη ιδιομορφία. Περίεργη ακόμα και για Μάγο. Η Αύρα του θα είχε έναν περίεγο σχηματισμό.
Οι Αφυπνησμένοι είναι πιό κοντά στα Ανώτερα Βασίλεια, για αυτό και χρησιμοποιούν την Μαγεία. Χάρης στην σύνδεση που απόκτησαν με τον Πήργο που τους αντιστοιχεί γράφοντας το όνομά τους στον πυρήνα του, μπορούν να αντλούν δύναμη απο το Βασίλειο στο οποίο βρήσκεται ο Πήργος. Και το Βασίλειο στο οποίο στέλνεται η ψυχή τους κατα την Αφύπνηση εξαρτάται απόλυτα απο τους ίδιους.
Η Αφύπνηση έχει και άλλες επιρροές στην ανθρώπινη ψυχολογία και φυσιολογία. Μία απο τις συμαντικότερες είναι η Αύρα.
Όταν ένας Μάγος βιώνει έντονες ψυχολογικές αντιδράσεις, έντονα συναισθήματα, ή απλά καλεί μεγάλη ποσότητα Μαγείας, η Αύρα του κινδυνεύει να φανερωθεί. Πολλές φορές την φανερώνει ο ίδιος, για να φοβήσει ή να κερδίσει εμπιστοσύνη.
Το Βασίλειο το οποίο είναι συνδεδεμένο με την ψυχή του, καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την Αύρα του μάγου, αλλά και καθοριστικός παράγοντας είναι και η φύση και νοοτροπία του.
Η προφητεία λοιπόν μίλαγε για μία ιδιομορφία στην Αύρα ενός Μάστιγκος. Η Αύρα του εν λόγω Αφυπνησμένου θα εμφανιζόταν ώς ένας σκοτεινός μανδύας που θα τον τύλιγε, και σε ολόκληρη την πλάτη θα υπήρχε ένα πανάρχαιο Ατλαντιανό σύμβολο. Το σύμβολο του Μυστικού του Νού. Ένα σύμβολο απλό, σάν ένα μικρό b με δύο καμπύλες πάνω και κάτω. Και αυτήν την Αύρα είχε ο Μάριος, ή μάλλον σωστότερα, ο Τιτλακάουαν. Διότι επρόκειτο για την ενσάρκωσή του στην Γή.
Ή τουλάχιστον αυτό έλεγε η προφητεία.
Είτε η προφητεία ήταν αληθινή είτε όχι, ο Μάριος έφερε αυτήν την Αύρα. Δέν είχε ιδιαίτερη σημασία για αυτόν το γεγονός οτι ήταν η ενσάρκωση του Τιτλακάουαν, του Τεζκατλιπόκα, δηλαδή του σκοτεινότερου θεού των Αζτέκων. Αυτό που τον έβαζε σε σκέψεις ήταν το τέλος της προφητείας.
"Και ενώ θα φέρει το σύμβολό Του και το Σκότος Τού σε μανδύα καμωμένο απο Σκιά, το Έρπων Πτηνό, ο αδερφός του Σκοτεινού Τεζκατλιπόκα, ο Κετζαλκοάτλ θα τον εκδικηθεί για την Προδωσία του στην Αρχή των Χρόνων!"
Ο Κετζαλκοάτλ.. Η ενσάρκωσή του, δηλαδή. Όπως εκείνος ήταν η ενσάρκωση του σκοτεινού Τεζκατλιπόκα, έτσι υπήρχε και ένας μάγος που ήταν η ενσάρκωση του Κετζαλκοάτλ.. Και ήταν προορισμένος να πεθάνει απο το χέρι του.
Αλλά ο Μάριος δέν πίστευε στην Μοίρα και στις Προφητείες. Ο ίδιος έφτιαχνε το πεπρωμένο του και την μοίρα του, και ακόμα πιο ενεργά τώρα, μετά την Αφύπνησή του.
Αλλά όσες δυνάμεις και άν είχε καταφέρει να αποκτήσει μετά απο μία ολόκληρη νύχτα εξάσκησης, όσα και άν είχε αντιμετωπίσει στις διάφορες μυήσεις του, όσα και άν είχε δεί με τα ίδια του τα μάτια στην παρακμιακή συνοικία που ζούσε, και όσα και άν είχε νοιώσει τις ατέλειωτες νύκτες στα εσωτερικά του ταξίδια, τίποτα δέν τον είχε προετοιμάσει για αυτό που είδε, ανοίγοντας το κουτί.
Είχε αρνηθεί να τον αναθέσουν σε έναν Μέντορα, σε έναν διδάσκαλο της Μαγικής τέχνης και επιστήμης. Είχε μόνο ζητήσει να του δώσουν βιβλία για να μελετήσει και, όταν δέν καταλάβαινε κάτι, να τον βοηθούσαν. Αλλά όχι ένα άτομο, όχι πάντα ο ίδιος. Δέν είχε εξηγήσει γιατί, δέν τον ρώτησαν. Ούτε ο ίδιος ήξερε καλά. Απλά δέν του άρεσε καθόλου η ιδέα να ήταν μαθητής. Στις διάφορες οργανώσεις που κατα καιρούς είχε, σαν δόκιμος, ανατεθεί σε έναν δάσκαλο, κατέληγε να παίρνει εκείνος τον ρόλο του δασκάλου, διότι ήταν πολύ πιο διαβασμένος και έμπειρος. Όχι πως του μάθαιναν κάτι συμαντικο... Και, για να είναι ειληκρινής, ούτε εκείνος ήξερε κάτι συμαντικό τότε.
Το καταλάβαινε τώρα, μετά την Αφύπνησή του. Τώρα, που τα μάτια του είχαν ανοίξει.
Μάλιστα του δώσαν και αποστολή. Σύντομα θα συναντιόταν με άλλα δύο άτομα, δύο κοπέλες όπως του είχαν πεί, του ίδιου επιπέδου με εκείνον. Μαζί θα πήγαιναν για μία απλή αποστολή του Τάγματός του: να εξερευνήσουν έναν αρχαιολογικό χώρο που λεγόταν πως ήταν στοιχειωμένος.
Δέν τις είχε δεί ακόμα, θα πήγαινε αύριο ξανα στο Συμβούλιο να τις συναντήσει. Αλλά κοιτώντας το περιεχόμενο του μεγάλου καφέ κουτιού πίστεψε οτι μάλλον θα πήγαινε νωρίτερα...
Είχε φτάσει μπρωστά απο το παλιό κτίριο που έφερε την ταμπέλα "Γραφείο Κηδειών: Το Νέο Σπίτι". Και πραγματικά, εκείνο το μέρος γινόταν το νέο σπίτι πολλών νέων που δέν είχαν πού να μείνουν και είχαν μόλις Αφυπνηστεί. Διότι, παρά το φαινομενικά μικρό του μέγεθος, αυτό το μέρος ήταν το Συμβούλιο, η βιβλιοθήκη του παραρτήματος των Μάγων στην Ελλάδα, οι κοιτώνες των άστεγων και των πολύ εργατικών μάγων, τα εργαστήρια και οι αίθουσες προπόνησης. Ένας χώρος με μέγεθος όσο η Αθήνα ήταν συμπιεσμένος με Μαγεία φυσικά στον χώρο του δεύτερου ορόφου του γραφείου κηδειών. Ήταν πραγματικά ειρωνικό, γιατί όταν Αφυπνηζόσουν ουσιαστικά πέθαινες για να ξαναγεννηθείς σάν Μάγος.
Φορούσε ακριβώς ότι και εχτές, μίας και ούτε είχε κοιμηθεί ούτε είχε πληθεί. Σκόπευε να κάνει καί τα δύο αυτά το πρωί, αλλά το δέμα τον διέκοψε. Το περιεχόμενό του ήταν αρκετά συμαντικό για να συγκαλεστεί άμεσα το Συμβούλιο.
Κρατώντας το πακέτο κάτω στο αριστερό του χέρι, καλημέρισε τον γέρο που καθόταν πίσω απο τον πάγκο και του είπε οτι πήγαινε "πάνω". Ο γέρος χαμογελόντας του είπε "ξέρεις τον δρόμο" και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.
"Το πρωί μου έφεραν αυτό" είπε χωρίς εισαγωγή ο Μάριος ακουμπώντας το κουτί πάνω στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Είχε βρεί το συμβούλιο ήδη συγκεντρωμένο και η Εκάτη ήταν και αυτή εκεί.
Η Εκάτη ήταν η Μέντορας της Αντιγόνης. Θα την είχε ζητήσει να παρευρεθεί, προκαλώντας πιθανότατα ερωτήσεις, αλλά το οτι την είχε βρεί εκεί ήταν ιδανικό. Έπρεπε να μάθει...
Ο λευκοντυμένος γερασμένος Μάγος που καθόταν στην πιό περίτεχνη καρέκλα του τραπεζιού κοίταξε σκεπτικά το κουτί. "Και γιατί αυτό θα έπρεπε να μας αφορά; Τί το τόσο συμαντικό υπάρχει μέσα εκεί;" Ήταν του μονοπατιού που ήταν και ο Μάριος, Μάστιγκος. Φυσικός ηγέτης, ικανότατος ρήτορ και, πάνω απ' όλα, παντοδύναμος μάγος, ήταν απόλυτα λογικό να πάρει εκείνος την θέση του Ιεράρχη, του αρχηγού του συμβουλίου, και την θέση του "Άχοντα των Μάγων της Ελλάδας". (συμβολικά και θεωρητικά, διότι οι Μάγοι, ενώ αναγνωρίζουν την δύναμη του καθενός, δέν δέχονται κανέναν άρχοντα. ακόμα και οι σχέσεις μέντορα - μαθητή είναι σχέσεις φιλικές και, πολύ συχνά, σχέσεις αγάπης.)
Ο Μάριος τον κοίταξε στα μάτια, και δίχως να αλλάξει έκφραση άνοιξε το κουτί και έβγαλε αυτό που είχε μέσα.
Η Εκάτη στρύγκλησε. Κανείς δέν την κοίταξε, όμως. Όλοι κοιτούσαν αυτό που κράταγε στο δεξί του χέρι ο Μάριος χωρίς να μπορούν να μιλήσουν.
Ο Ιεράρχης δέν είχε αλλάξει έκφραση, αλλά ούτε και είχε πεί κάτι. Δέν άφηνε τα συναισθήματά του να τον ελέγξουν, σάν γνήσιος Μάστιγκος. Αλλά ακόμα και αυτός θα αποδεχόταν την φρίκη αυτού που κρατούσε στο χέρι του ο νεαρός μάγος.
Το κεφάλι της Αντιγόνης.
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/16/2007 09:06:00 μ.μ. 2 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007
Mage the Awakening, Μέρος Πρώτο: Η Αφύπνηση
{μα το Χάος... Σας παρακαλώ, συγχωρέστε την έλλειψη φαντασίας όσον αφορά το όνομα του χαρακτήρα πρίν την Αφήπνηση.. Δέν μπορούσα να σκευτώ κάτι καλύτερο... :'( }
Δέν ήταν ιδιαίτερα αργά, παρόλα αυτά δέν υπήρχε ψυχή στον δρόμο. Ίσως βέβαια να έφταιγε και το γεγονός οτι η περιοχή δέν είχε την καλύτερη φήμη... Όπως και να είχε, τον νέο δέν τον ένοιαζε, ήξερε να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Αυτό το γεγονός, και η δίψα του για γνώση, ήταν που τον ώθησε να δεχτεί την πρόταση της συμφοιτήτριάς του. Δέν την ήξερε καλά, αλλά κάτι πάνω της τον έκανε να της έχει περισσότερη εμπιστοσύνη απο πολλούς άλλους. Άν και, στην πραγματικότητα, δέν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν πέρα απο τον εαυτό του. Ήξερε καλά τους ανθρώπους. Με την παραμικρή ευκαιρία θα τον πρόδιδαν. Άλλωστε δέν είχαν καμία υποχρέωση απέναντί του, γιατί να είναι και ειλικρινείς ή πιστοί;
Αλλα εκείνη - πώς την λέγανε;... Α, ναί, Αντιγόνη... Ωραίο όνομα - τον έκανε να νοιώθει οτι μπορούσε να την εμπιστευτεί, οτι δέν θα τον έβλαπτε να μήν εξέταζε τρίτη φορα τα κίνητρά της. Του είχε προτείνει να συναντηθούνε σε ένα κλάμπ. Δέν συνήθιζε να πηγαίνει σε κλάμπ. Δέν ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός, βέβαια δέν κλεινόταν όλη μέρα μέσα στο δωμάτιο του στον κοιτώνα. Απλά αηδίαζε με τις περισσότερες συνήθιες των ανθρώπων γύρω του... Ζώα... Δέν μπορεί ο άνθρωπος να είναι τόσο αδύναμος και τιποτένιος...
Ο μαυροντυμένος νέος έφτασε μπροστά απο την πόρτα του κλάμπ. Ήταν σε χειρότερη κατάσταση απότι περίμενε, και δέν περίμενε πολλά. Έμοιαζε έτοιμο να γκρεμιστεί, και θα το πέρναγε για εγκαταλελημένο αν δέν ήταν η μεγάλη πινακίδα πάνω απο την σκουριασμένη σιδερένια πόρτα που έγραφε "Χ ος". Ανάμεσα απο το "Χ" και το "ος" έλειπε ένα γράμμα, αλλά φαινόταν απο το σημάδι που είχε αφήσει οτι επρόκειτο για ένα "ά". Χάος. Ναί, αυτό ήταν το κλάμπ στο οποίο η Αντιγόνη του είχε προτίνει να συναντηθούν. Όταν την είχε ρωτήσει γιατί, εκείνη είχε απαντήσει απλά "ξέρω το μέρος". Ανασήκωσε τους όμους του, και προσεκτικά, για να είναι έτοιμος να πηδήξει στο πλάι άν έπεφτε το υποτιπόδες στέγαστρο της πόρτας κατω, πλησίασε την πόρτα και την έσπρωξε. Εκείνη άνοιξε τρίζοντας, και αναρωτήθηκε πόσο καιρό είχαν να λαδοθούν οι μεντεσέδες της. Αιώνες, πιθανότατα...
Η Αντιγόνη είχε πάει νωρίτερα για να περιμένει τον Μάριο. Είχε παρατηρήσει μέσα του κάτι που λίγοι είχαν: πολύ δυνατή θέληση και την προδιάθεση για Αφήπνηση. Ήταν άλλωστε σχεδόν αφηπνησμένος. Ήταν, όπως οι άνθρωποι του "είδους" της τον αποκαλούσαν, Υπνοβάτης.
Ο χώρος ήταν σκοτεινός, αλλά αυτό δέν ήταν πρόβλημα για της αισθήσεις της. Θα ένοιωθε τον Μάριο όταν έμπαινε στον χώρο. Προς το παρόν ήταν δέκα λεπτά πρίν την συμφωνημένη ώρα, όπως διαπίστωσε κοιτώντας το ρολόι της.
Έπαιζε απαλή γκόθ μουσική με αργό ρυθμό απο τα παρακμιακά ηχεία στα διάφορα σημεία των τοίχων. Η Αντιγόνη καθόταν ύσηχα σε ένα τραπέζι στην γωνία του τετράγωνου δωματίου. Στο βάθος, διαγώνια απέναντί της, μπορούσε να δεί την πόρτα, στην αριστερή άκρη του τοίχου. Στην δεξιά άκρη του ίδιου τοίχου υπήρχε μία παρωδία μπάρ. Το μόνο που θύμιζε μπάρ ήταν το ευθή ξύλο που ξεκίναγε μπηγμένο και χτισμένο μέσα στον δεξί τοίχο και στην άκρη του στοιριζόταν πάνω σε ένα σιδερένιο πόδι. Ένας χοντρός άντρας καθόταν σε ένα σκαμπό πίσω απο τον πάγκο και μπροστά του, σε ένα απο τα ψηλά καθίσματα που θύμιζαν τα ξαδέρφια τους στα κανονικά μπάρ, καθόταν μία ψιλόλιγνη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Είχε γυρισμένη την πλάτη της προς την Αντιγόνη, οπότε εκείνη δέν μπορούσε να δεί άν ήταν όμορφη ή όχι. Στο υπόλοιπο δωμάτιο ήταν σκορπισμένα πράγματα που προσπαθούσαν να είναι τραπέζια με καρέκλες, αλλά δέν τα κατάφερναν πολύ καλά. Η Αντιγόνη ήταν καθισμένη σε ένα απο τα πίο καλοφτιαγμένα, δηλαδή ήταν απλώς ένα ξύλο στρογγυλό με τρία πόδια και είχε γύρω του τρείς καρέκλες που ήταν κατασκευασμένες απο δύο κομμάτια ξύλο, το ένα καρφομένο κάθετα στο άλλο, και τέσσερα - ας πούμε - πόδια.
Η Αντιγόνη είχε ντυθεί απλά, άλλωστε δέν ήταν ραντεβού αυτο. Όχι πως δέν την ενδιέφερε ο Μάριος, κάθε άλλο. Απλώς καταρχάς δέν ήθελε να του δώσει αέρα, και κατα δεύτερον δέν ήθελε να προκαλέσει ερωτήσεις. Το κλάμπ ήταν στο πολύ φτωχό τμήμα της Αθήνας και άν πήγαινε εκεί με τουαλέτα θα υπήρχαν πολλά προβήματα. Γιαυτό φόρεσε μία απλή αμάνικη μαύρη μπλούζα και ένα μπλέ σκούρο τζίν. Είχε αφήσει τα μακριά μέχρι την μέση ίσια μαλλιά της ελέυθερα, χωρίς στολίδια, και δέν είχε βάψει το χλωμό πρόσωπό της. Άλλωστε δέν της πήγαινε το βάψιμο... Τα μεγάλα καφέ μάτια της φαινόντουσαν ήδη έντονα σε αντίθεση με το λευκό δέρμα της χωρίς την ανάγκη σκιάς. Τα χείλη της, κόκκινα απο φυσικού τους, με κραγιόν έδειχναν σάν στώμα κλόουν. Και σε τελική ανάλυση, η ωραιότερη ομορφιά είναι η φυσική ομορφιά.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και ένας μετρίου αναστήματος νέος στάθηκε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του για να συνηθίσουν στην έλλειψη φωτός. Έμοιαζε με τον Μάριο - όχι, ήταν ο Μάριος. Αλλά γιατί δεν τον είχε νοιώσει; Συγκεντρώθηκε λίγο πιό έντονα στην ιδιαίτερη όρασή της, και ανακάλυψε οτι ο Μάριος, χαμένος στις σκέψεις του, δέν έκανε έντονη την παρουσία του. Χρειαζόταν να συγκεντρωθεί αρκετά για να παρατηρήσει την ύπαρξή του, πράγμα που την έκανε να τον θαυμάσει περισσότερο. Αυτός ο νέος ήταν πραγματικά ιδιαίτερος.
Μετά απο μερικά δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν τα μάτια του για να συνηθήσουν τον ιδιότροπο φωτισμό - ή μάλλον την απουσία του - ο Μάριος έκανε μερικά βήματα μέσα. Είδε πού καθόταν η Αντιγόνη, άλλωστε ήταν η μόνη πελάτισα πέρα απο την περίεργη γυναίκα, και φωνάζοντας στον μπάρμαν μία μπίρα, κινήθηκε προς το τραπέζι της.
Η Αντιγόνη τον κοίταξε να πλησιάζει. Ήταν όπως τον θυμόταν, πάντα με παρόμοια ρούχα, μιάς και δέν έδινε σημασία σε κάτι τέτοια. Φορούσε ένα απλό μαύρο πουκάμισο έξω απο το (επίσης μάυρο) παντελόνι του, και είχε απλά (κατάμαυρα) παπούτσια. Με το δεξί του χέρι κρατούσε ένα χοντρό μαύρο τζίν σακάκι - έκανε κρύο τα βράδυα (αν και η Αντιγόνη δέν είχε πάρει κάποιο πανωφόρι μαζί της, δέν το χρειαζόταν) - και δέν είχε πιασμένα τα μακριά μαλλιά του που σχημάτιζαν μπούκλες και έφταναν μέχρι την μέση της πλάτης του. Έμοιαζε να είχε να ξυριστεί μήνες, οπότε μία γενιάδα είχε σχηματιστεί. Της άραισε πολύ ο τρόπος που έδιχνε όμορφος χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για αυτό. Στην συνολική περίεργη εμφάνισή του ερχόταν να προσθεθεί άλλο ένα χαρακτηριστικό, τα ήρεμα και διαπεραστικά μάτια του πίσω απο τα γυαλιά με τον σηδερένιο σκελετό. Ο τρόπος που σε κοίταγε σε έκανε να νοιώθεις γυμνός και αδύναμος, άν και αυτό δέν έπιανε συχνά στην Αντιγόνη. Επίσης, απο την στάση του σώματός του και γενικότερα απο την άυρα του, φαινόταν σαν να μήν γινόταν αυτός ο άνθρωπος να χάσει την ψυχραιμία του.
"Γειά σου, Αντιγόνη. Τί λέει;" της είπε φιλικά, και κάθισε απέναντί της.
Μετά λίγη ώρα συζήτησης περι ανέμων και υδάτων, ο Μάριος έσκυψε προς την Αντιγόνη και της είπε απλά "έφερες το χειρόγραφο που λέγαμε;". Τον είχε καλέσει σε αυτό το κλάμπ γιατί του είχε πεί οτι θα του έδινε ένα χειρόγραφο - ένα Γροιμόριο Μαγείας, όπως το είχε αποκαλέσει. Η Αντιγόνη τον κοίταξε λίγο ανύσηχη και κάνοντας πίσω του είπε "συγγνώμη, δέν κατάφερα να το πάρω." Ο Μάριος έγυρε ξανά στο ομοίομα καρέκλας του αλλα δέν είπε τίποτα περιμένοντας την Αντιγόνη να συνεχίσει. "Αλλά" πάντα υπάρχει αλλά, σκέφτηκε ο Μάριος, "έχω να σου πώ κάτι άλλο, πολύ συμαντικό. Ίσως πιό συμαντικό απο το Γροιμόριο" ολοκλήρωσε η Αντιγόνη. Μετά απο μία μικρή παύση οπου η Αντιγόνη περίμενε κάποια ερώτηση απο πλευράς του, συνέχισε "Ετοιμάσου να ακούσεις κάτι που θα αλλάξει την ζωή σου".
Ο Μάριος το είχε ξαναακούσει πολλές φορές αυτό. Ψάχνοντας να ικανοποιήσει το ανύσηχο πνεύμα του, είχε μιλήσει με πολλούς ανθρώπους και είχε μυηθεί, έστω και για λίγο, σε αρκετές αδελφότητες. Αυτή την φορά όμως ήταν διαφορετικά. Η Αντιγόνη έμοιαζε έτοιμη να του πεί κάτι που πραγματικά θα του άλλαζε την ζωή.
Η Αντιγόνη ήπιε μία γουλιά απο το ποτήρι της και ξεκίνησε για να πεί κάτι. Δέν πρόλαβε να ανοίξει όμως το στόμα της, όταν η πόρτα του μπάρ άνοιξε διάπλατα και μέσα μπήκαν τρείς άντρες με μαύρα ρούχα, καπαρντίνες και γυαλιά ηλίου. Αυτοί οι άντρες δέν κοντοστάθηκαν στην είσοδο, αλλά μπήκαν με φόρα μέσα. Ο ένας τους, αυτός που ήταν πιό κοντά στο μπάρ, πλησίασε τον μπάρμαν. Φαινόταν γύρω στα τριάντα-πέντε δέν είχε κάτι το ιδιαίτερο στην εμφάνισή του, πέρα απο το ξυρισμένο κεφάλι και το μαύρο μούσι του. Καθώς πλησίαζε τον πάγκο, άρχιζε να ανοιγοκλείνει το στώμα του. Έμοιαζε να μιλάει κανονικά, αλλα το μόνο που άκουγε ο Μάριος ήταν ο ήχος που κάνει μία ταινία όταν παίζει αργά, πολύ αργα. Ο μπάρμαν ξαφνιάστικε απο την αντίδραση του άντρα, αλλα δέν πρόλαβε να κάνει κάτι, γιατί χαμήλωσε το κεφάλι του και κοιμήθηκε ύσηχα. Η γυναίκα απο την άλλη σηκώθηκε απότομα και πρίν προλάβει ο άντρας να γυρίσει σε αυτήν, φώναξε μία λέξη την οποία ο Μάριος δέν κατάλαβε, και έκανε να τον πλησιάσει.
Οι άλλοι δύο άντρες προχωρούσαν προς το μέρος του Μάριου και της Αντιγόνης. Εκείνη φαινόταν ιδιαίτερα χλωμή, τρομαγμένη ίσως. Ο Μάριος απόρησε, αλλά δέν έδωσε περισσότερη σημασία. Κοίταξε τους άνδρες που άρχισαν να κάνουν περίεργες κινήσεις με τα χέρια ενώ πλησίαζαν. Δέν έδειχναν να τους γνέφουν, μόνο να μιλάνε σε μία νοηματική γλώσσα. Όχι μεταξύ τους, δέν κοιτιώντουσαν. Απλά κουνούσαν τα χέρια τους. Ο Μάριος τους παρακολουθούσε με περιέργεια και κατέγραφε στο μυαλό του όσο πιό καλά μπορούσε τα είδη κινήσεων. Γροθιά, δείκτης και μέσος, γροθιά, μικρό δάχτυλο... Ξαφνικά ένοιωσε υπνιλία. Την έδιωξε με ευκολία και συνέχισε να παρατυρεί. Αλλά είχαν σταματήσει τις κινήσεις τους και τον κοίταζαν έκπληκτοι. Δίπλα του άκουσε ένα ροχαλητό και είδε οτι η Αντιγόνη κοιμόταν. Ανασήκωσε τους όμως του, και κοιτώντας ξανά τους δύο άντρες που ήταν πιά κοντά του, είπε ήρεμα "Τί μπορώ να κάνω για εσάς, κύριοι;". Οι δύο μαυροντυμένοι κοιτάχτηκαν και μετά ο ένας, κοιτάζοντας ξανά τον Μάριο, είπε "Έχεις υσχιρή θέληση. Θα έρθεις μαζί μας;". Αυτός που είχε μιλήσει είχε μακριά ίσια μαλλιά και ήταν φρεσκοξυρισμένος.
Μία φωνή ακούστηκε στο βάθος, της γυναίκας. "ΜΗΝ ΠΑΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ, ΜΑΡΙΕ!" δέν την ήξερε, οπότε απόρησε πώς εκείνη ήξερε το όνομά του. Δέν είχε σημασία, θα μάθαινε αργότερα. Δέν την έβλεπε καλά, διότι οι δύο άντρες που στέκονταν μπροστά του την έκρηβαν, αλλά μπορούσε να αντιλυφθεί οτι έκανε κάποιες κινήσεις. Γυρνώντας ξανά να μιλήσει στους άνδρες, συνηδητοποίησε οτι δέν ήταν εκεί. Κοίταξε τριγύρω και είδε οτι δέν ήταν πιά στο κλάμπ, ήταν μέσα σε μία μικρή σπηλιά.
Η σπηλιά ήταν φτιαγμένη απο γκρίζα πέτρα. Οι τοίχοι της δέν ήταν επεξεργασμένοι, πρέπει η σπηλιά να ήταν φυσική. Στο βάθος της σπηλιάς, στον τοίχο απέναντι απο εκεί που στεκόταν ο Μάριος υπήρχε μία σύραγγα, απ' όπου ερχόταν και το φώς που φώτιζε την σπηλιά. Το φώς ήταν ένα δυνατό κόκκινο φώς και δέν φαινόταν απο πού προέρχοταν αφού η σύραγγα έστριβε πιό κάτω. Ο Μάριος ανασήκωσε τους ώμους - για να καταλάβει οτι δέν φορούσε κάτι. Ήταν ολόκληρος γυμνός. Κοίταξε τριγύρω και είδε μία περίεργη στοίβα προς τα αριστερά του. Πλησιάζοντάς την ανακάλυψε οτι ήταν μία στοίβα ρούχων, βασικά ρούχου. Ήταν ένας καφέ μανδύας απο χοντρό μαλλί. Τον φόρεσε και του έκανε τέλεια, σάν να ήταν φτιαγμένος για εκείνον. Ντυμένος πια, άρχισε να προχωρεί προς την σύραγγα. Έστρειβε σε πολύ μικρή απόσταση απο την είσοδό της, οπότε σύντομα ο Μάριος είδε την πηγή του φωτός.
Είχε μόλις στρίψει την γωνία όταν αντίκρισε ένα τοπίο. Το τοπίο ήταν εξαιρετικά περίεργο. Το έδαφος ήταν ολόκληρο απο την ίδια πέτρα που ήταν και η σπηλιά, αλλά δέν ήταν σπηλιά. Πάνω έβλεπε τον ουρανό, έναν ουρανό χωρίς γαλάζιο, τυλιγμένο στα γρίζα σύννεφα, και στο βάθος δεξιά ένας ήλιος που έδυε, κόκκινος σάν το αίμα, το ίδιο φώς που είχε παρατηρίσει πρίν. Το τοπίο έμοιαζε να εκτίνεται επ' άπειρον, άδειο προς όλες τις κατευθήσεις. Γύρισε πίσω του και είδε οτι η είσοδος απο την οποία μπήκε δέν υπήρχε. Και πίσω του εκτεινόταν η άγωνη, πέτρινη γή.
Ξαφνικά άκουσε μπουμπουνιτά. Ο ήλιος είχε χαθεί, και το σκοτάδι βασίλευε. Ένας κεραυνός φάνηκε στον ορίζοντα, και άρχισε να βρέχει με απίστετη δύναμη. Το νερό όταν έπεφτε στην πέτρινη γή δέν κυλούσε, έμοιαζε να απορροφάται απο αυτήν.
Ο Μάριος κοίταξε τριγύρω, και για πολλοστή φορά αναρωτήθηκε πότε πήρε το LSD. Ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε τριγύρω για κάποιου είδους κάλλυμα. Σάν ο άγωνος κόσμος να διάβασε την σκέψη του, μπροστά του ξεφύτρωσε - κυριολεκτικά - ένας πύργος. Ενώ βγήκε μέσα απο την πέτρα, ήταν φτιαγμένος απο κατάμαυρο σίδερο. Ήταν πολύ ψηλός, και αρκετά μακριά απο εκείνον, αλλα μπορούσε να ξεχωρίσει οτι κατέλυγε σε ένα σχήμα, σάν σηδερένιο γάντι σφιγμένο σε γροθιά. Διέκρινε μία πόρτα στην βάση του. Ανασηκώνοντας τους ώμους του (για τρίτη φορα μέσα σε αυτά τα λίγα λεπτά) άρχισε να πλησιάζει τον σιδερένιο πήργο με γοργό βήμα, γιατί η βροχή είχε αρχίσει να είναι εξαιρετικά δυνατή. Μέχρι να φτάσει στον πήργο που ήταν καμία εκατοστή μέτρα μακριά του, η σφοδρή βροχή είχε μουσκέψει τον μάλλινο χειτώνα του. Τον έβγαλε, γιατί πιά δέν του πρόσφερε τίποτα. Μόλις το έκανε αυτό, αμέσως μετάνοιωσε. Οι σταγόνες της βροχής τον τριπούσαν σάν χιλιάδες βελόνες, όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Πήγε να ξαναφωρέσει τον μουσκεμένο μανδύα που είχε ακουμπήσει κάτω, αλλά δέν ήταν εκεί, ούτε πουθενά. Αγκαλιάζοντας το σώμα του, άρχισε να τρέχει προς τον πήργο. Έφτασε μετα απο μερικά δευτερόλεπτα, άλλωστε δέν τους χώριζε και μεγάλη απόσταση πιά.
Όταν έφτασε δίπλα του, παρατήρισε καλύτερα τον μεγάλο πήργο για μερικά δευτερόλεπτα πρίν περάσει μέσα. Ήταν ένα πραγματικό θαύμα μεταλουργείας. Όλος ο πήργος ήταν φτιαγμένος απο ένα ενοιαίο κομμάτι μαύρο σίδερο. Και μάλιστα, ζεστό σίδερο, όπως παρατήρισε με ένα άγγιγμα. Καυτό, και πήρε το χέρι του απο πάνω του πρίν πάθει έγκαυμα. Η πόρτα ήταν φτιαγμένη απο το ίδιο υλικό, αλλά ήταν λιγότερο καυτή, μπορούσε κανείς να την αγγίξει χωρίς να πάθει τίποτα. Ήταν δίφυλλη και βαριά, οπότε χρησιμοποίησε καί τα δύο χέρια του για να την ανοίξει.
Μπροστά του είχε το εσωτερικό μίας φυλακής. Άν και η λέξη "μπουντρούμι" ήταν σωστότερη. Μπήκε μέσα και η πόρτα έκλεισε με θόρυβο πίσω του, σφραγίζοντας την οργή της βροχής έξω. Απόλυτη υσηχία ήταν απλωμένη. Ο χώρος φωτιζόταν απο μερικούς δαυλούς κρεμασμένους στους τοίχους, οπότε μπορούσε να δεί την διαμόρφοσή του. Οι τοίχοι ήταν απο το ίδιο υλικό που ήταν και το εξωτερικό του πήργου. Πάνω τους, στο ύψος ενός μέσου ανθρώπου, ήταν καρφωμένες χειροπέδες. Ο χώρος ήταν μεγάλος, όπως φαινόταν και απέξω. Έχοντας διάμετρο κοντά στα είκοσι μέτρα, ο πήργος είχε πολλά ζευγάρια χειροπέδων στην σειρά, στο ίδιο ύψος. Μερικές χειροπέδες ήταν σπασμένες, αλλα οι περισσότερες έμοιαζαν έτοιμες να κρατήσουν όσους κρίνονταν ένοχοι. Το πιό παράξενο όμως στοιχείο του χώρου αυτού ήταν στην μέση του δωματίου, ακριβώς στην μέση. Πρίν το πλησιάσει ο Μάριος, κοίταξε προς τα πάνω. Το φώς των δαυλών δέν έφτανε για να φανερώσει το τέλος του πήργου. Ξανακοιτόντας στην μέση άρχισε να πλησιάζει.
Όταν έφτασε μπροστά απο το αναλόγιο που είχε πάνω ένα βιβλίο, έκανε το κύκλο του για να δεί τί έγραφε, μίας και το καφέ δερμάτινο εξώφυλλο δέν είχε πάνω καμία ένδειξη. Οι σελίδες του βιβλίου ήταν κιτρινισμένες απο την υγρασία και την ηλικία του βιβλίου. Ήταν χοντρό, γύρω στις οκτακόσιες σελίδες, και ήταν ανοιγμένο κοντά στο τέλος. Ήταν γραμμένη μόνο η αριστερή σελίδα και δύο γραμμές στα δεξια. Τα γράμματα ήταν κατακόκκινα, σάν το αίμα. Και δέν είχε κείμενο, αλλά ονόματα. Ξεφυλίζοντας το βιβλίο, ο Μάριος διαπίστωσε πως περίπου εξακόσιες σελίδες ήταν γεμάτες ονόματα, με μικρά γράμματα. Και η πρώτη σελίδα έφερε τον τίτλο με μεγάλα γράμματα, στα ελληνικά: "ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ".
Ο Μάριος ξαναγύρισε στον τελευταία γραμμένη σελίδα, νοιώθοντας την παρόρμηση να προσθέσει και αυτός το όνομά του στους "ελεύθερους". Συγκρατώντας τον εαυτό του, άρχισε να ψάχνει τριγύρω. Άλλωστε δέν είχε και κάποιον τρόπο να γράψει, ήταν γυμνός, κρύωνε, και είχε περιέργεια να μελετήσει καλύτερα τον χώρο. Μερικά λεπτά έρευνας αποκάλυψαν έναν σωρό απο ρούχα - προς μεγάλη του έκπληξη, τα δικά του - και - προς ακόμα μεγαλύτερη έκπληξή του - μία πένα. Αφού φόρεσε τα ρούχα του, νοιώθοντας ξαφνικά ολόστεγνος, πήρε στο χέρι του την κόκκινη πένα.
Δέν είχε χώρο για μελάνι, ούτε είχε καπάκι. Ανασήκωσε τους όμους, και πλησίασε το βιβλίο ξανά. Το βιβλίο κατα έναν περίεργο τρόπο ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει, χωρίς να είχε αλλάξει καθόλου. Σκέυτηκε οτι αυτό πρέπει να οφείλοταν στο οτι ήταν υπερβολικά συμαντικό, ή κάτι τέτοιο. Ανασηκώνοντας τους ώμους του (πόσες φορές το είχε κάνει σήμερα;...) έπιασε την πένα καλύτερα με το δεξί του χέρι και άρχισε να γράφει το όνομά του. Η πένα έγραφε κανονικά, με κόκκινο μελάνι. Όχι, όχι μελάνι, συνηδητοποίησε, αλλά με το αίμα του! Αφού έγραψε το όνομά του νοιώθοντας το αίμα του να φεύγει απο μέσα του, άφησε εξαντλημένος την πένα να πέσει κάτω.
Για δεί οτι ήταν πίσω στο μπάρ, ακριβώς την στιγμή που η γυναίκα του φώναζε. Κοίταξε τους δύο άντρες και έννοιωσε ξαφνικά τεράστια αυτοπεποίθηση. Σηκώθηκε όρθιος, οι άντρες κάνανε ένα βήμα πίσω και χαμογελάσανε νομίζοντας πιθανώς οτι θα πήγαινε μαζί τους. Ο Μάριος τους κοίταξε όμως και ρώτησε απλά "γιατί κοιμήσατε την κοπέλα; ποιοί είστε;". Οι άντρες τον κοιτάξανε και απάντησε ο ένας σαν ρομπότ "την κοιμήσαμε για να την πάρουμε και να την ανακρίνουμε αργότερα" και ο άλλος συμπλήρωσε "είμαστε καί οι τρείς του μονοπατιού Μάστιγκος και μας έστειλε ο" αλλά πρίν προλάβει να ολοκληρώσει έπεσε κάτω κοιμησμένος. Όχι, ο Μάριος διώρθωσε τον εαυτό του. Νεκρός.
Ο άλλος άντρας κοίταξε τον συνάδελφό του στο πάτωμα, και κούνησε απότομα το κεφάλι του σάν να ξυπνούσε απο κάποιο όνειρο. Το πρόσωπό του έγινε μία μάσκα οργής και όρμηξε προς τον Μάριο. Εκείνος όμως, έχοντας πολλές φορές χρειαστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια σε εχθρούς μόνο με τα γυμνά του χέρια, ήξερε καλά να τον αποκρούσει. Του έριξε μία γερή γροθιά στο πηγούνι, και μετά τον χτύπησε δυνατά με το αριστερό του χέρι στο στομάχι. Ο άλλος γωνάτισε, και ο Μάριος ρίχνοντας του μία κλοτσιά στο στήθος τον άφησε αναίσθητο. Κοιτόντας για πρώτη φορά την γυναίκα απέναντί του, είδε μία ψηλή ξανθιά ντυμένη στα κόκκινα. Για ένα δευτερόλεπτο. Μετά, σάν να ξαναφώρεσε μία μάσκα, είδε πάλι μια κοντή ντημένη στα μαύρα με κοντά μαύρα μαλλιά γυναίκα, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν όρθια απέναντι απο τον άλλον άντρα και το μόνο που κάνανε ήταν να κοιτάζονται. Μέχρι που μετά απο μερικά δευτερόλεπτα, ο άντρας γονάτισε και έπεσε νεκρός. Η γυναίκα ξαναπήρε την μορφή της ξανθιάς και έτρεξε προς τον Μάριο και την - ξύπνια όπως συνηδητοποίησε - Αντιγόνη. Η Αντιγόνη βλέποντας την γυναίκα να έρχεται, έτρεξε και αυτή προς τα εκεί, και μόλις έφτασε δίπλα της, σταματήσαν και αρχήσαν να ψυθιρίζουν.
Ο Μάριος τις κοίταξε για λίγο και μετά άρχισε να προχωρά προς το μέρος τους. "Έχετε την καλοσύνη να μου πείτε τί συμβαίνει;" είπε ενώ τις πλησίαζε. Σταμάτησαν να μιλάνε και γυρίσαν και τον κοιτάξανε. Η ξανθιά άνοιξε διάπλατα τα μάτια της σαν να παρατήρισε κάτι και έκπληκτη τράυλισε "Ξ.. Ξύνπησε". Η Αντιγόνη χαμογέλασε, και λέγοντας "ήμουν σίγουρη" τον πλησίασε. Μόλις έφτασε μπροστά του, έβαλε το χέρι της στον ώμο του και είπε "Καλως όρισες στον κόσμο των Αφηπνησμένων".
Η γυναίκα πλησίασε και αυτή λέγοντας "Οι πύλες της αντίλυψής σου άνοιξαν. 'Ολα τώρα φαίνονται όπως είναι: Άπειρα. Αυτό βλέπεις τώρα. Το μάτι της ψυχής σου - το τρίτο μάτι, πές το όπως θές - άνοιξε. Βλέπεις με το φώς του Πήργου που στέκεται στην όχθη της απέραντης Αβύσσου. Έχεις Αφυπνηστεί και τα Μυστήρια έχουν αποπεπλωθεί μπροστά σου. Η φαντασία σου είναι τόσο πραγματική όσο και η γροθιά σου, και η θέλησή σου ανεμπόδιστη. Αυτό είναι δύναμη. Αυτό είναι Μαγεία. Με αυτήν θα ξαναφτιάξεις τον κόσμο".
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/14/2007 08:01:00 μ.μ. 2 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο

