Κοίταξε το σκοτάδι μπροστά του. Αρκετά είχε αργήσει, δέν είχε πια περιθόρια αναβολής. Έπρεπε να επιλέξει.
Ήξερε οτι ήταν αργά πια για να παρατήσει το οτιδήποτε ήταν πέρα απο αυτο που λέγανε "κανονικό". Το βάθος σκέψης και οι ικανότητες ανάλυσης και κατανόησης που είχε πάρει απο αυτό είχαν γίνει πυρήνας της ύπαρξής του. Δέν υπήρχε χωρίς αυτά. Αν τα εγκατέλειπε, θα ήταν σάν τους άλλους πάλι, χωρίς ψυχή. Πολλοί εγκαταλείπουν αυτό που πραγματικά είναι ο εαυτός τους για αυτό που είναι αποδεκτό τότε. Εκείνος δέν ήθελε να γίνει σάν αυτούς. Η Μαγεία και ο Μυστικισμός, η Μεγάλη Τέχνη και ο Δρόμος της Αφύπνησης ήταν ο εαυτός του. Ή τουλάχιστον αυτό πίστευε. Πολλές φορές, κάποιο, του βάζανε αμφιβολίες. Ή, σωστότερα, ξυπνούσαν τις αμφιβολίες που ήδη είχε... Αλλά αυτό δέν ήταν επι του παρόντος.
Έπρεπε να αποφασίσει κάτι άλλο...
Ολοκλήρωσε το αστρικό ταξίδι του και άναψε το φώς. Είχε έρθει η ώρα.
Το σκοτάδι πάντα το ένοιωθε πιο κοντά του. Στο φώς φυλάκιζε τον εαυτό του, έπραττε χωρίς να σκεύτεται, σύμφωνα με τις (συχνά λανθασμένες) παρορμήσεις του. Στο σκοτάδι.. Εκεί σκευτόταν. Στο σκοτάδι, υλικό και πνευματικό, ένοιωθε στο σπίτι του. Ίσως εκεί έβρησκε την Μαγεία που τόσο ποθούσε.. Ίσως το σκότος του έδινε αυτό που ήταν δικό του.. Όχι, όχι "του έδινε". Ίσως στο σκότος βρησκόταν κρυμμένο αυτό που ήταν δικό του...
Θα τον καλούσε. Θα καλούσε τον σκοτεινό εαυτό του. Απο εκεί, την άλλη πλευρά, την σκοτεινή πλευρά. Την Σκιώδη Διάσταση, όπως θα την αποκαλούσε κάποιος πολύ συγκεκριμένος καμμένος.. Χαμογέλασε στην θύμηση του. Όπως εκείνος ο καμμένος ένοιωθε για το φώς, ανάλογα ένοιωθε και αυτός για το σκοτάδι... Το φώς του έδινε δύναμη, ναι, αλλα αυτή τελείωνε σύντομα και εκείνος έμενε να κείτεται αποκαμομένος και αδύναμος... Όμως το σκοτάδι του έδινε μία σιωπιλή, αργή, μα πανύσχηρη δύναμη... Που δέν τελείωνε ποτέ...
Ξανασκεύτηκε την τελετουργεία. Ήταν απλή, χωρίς διακοσμητικά και τυχαιότητες. Μόνο τα απαραίτητα. Είχε βασιστεί σε ανάλογες τελετουργείες παλαιότερων, οι οποίες ήξερε οτι δούλευαν. Και αυτή δούλευε. Την είχε κατασκευάσει μόνος του, αλλα την είχαν ελέγξει και άλλοι. Θεωρητικά, δούλευε.. Πολλοί όταν κατάλαβαν τί κάνει προσπαθήσαν να τον σταματήσουν. Αλλα δέν τα κατάφεραν, είχε αποφασίσει τί θα έκανε καιρό τώρα.
Κοίταξε τον κύκλο και άρχισε.
Δέν είχε δουλέψει. Ένοιωσε κάτι να συμβαίνει, αλλα όχι εδώ. Απελπισμένος, δοκίμασε να καλέσει τον φωτινό εαυτό του, αλλάζοντας κάποια στοιχεία στην όλη διαδικασία. Μετά απο μία ώρα προετοιμασίας, πάλι δεν έγινε τίποτα που να μπορούσε να αντιλυφθεί με τις πέντε βασικές αισθήσεις του. Ένοιωθε απογοήτευση. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τί εκάνε, πρόσθεσε κάποια στοιχεία ακόμα, και σε μισή ώρα έκανε μία περίεργη επίκληση. Καλούσε τόσο τον σκοτεινό εαυτό του όσο και τον φωτινό.
Ολοκλήρωνε τα λόγια. Ένοιωθε κάτι να συμβαίνει έντονα, ένα συναίσθημα που λάτρευε. Έκλεισε τα μάτια και συνέχιζε. Σε λίγα λεπτά είχε τελειώση όλη την διαδικασία. Άνοιξε τα μάτια.
Ήταν μέσα στον κύκλο. Όχι, δέν κατάλαβες, ήταν ο ίδιος μέσα στον κύκλο. Είχε μεταφερθέι μέσα. Κοίταξε γύρω του με απορία. Ναί, όλα ήταν σωστά. Ένοιωσε τον Νου γύρω του. Ο γνωστός σε αυτόν νούς απάντησε με την παρουσία του. Όλα ήταν σωστά. Μόνο που εκείνος ήταν μέσα στον κύκλο αντί να είναι έξω απο αυτόν.
Και τότε κατάλαβε. Δέν είχε αποτύχει, είχε δουλέψει.
Άρχισε να γελά. Στην αρχή σιγανά, απλά, σάν να είχε θυμηθεί κάτι αστείο. Μετα το γέλιο του εξελίχθηκε σε ένα γέλιο απο μέσα του, απο την καρδιά του. Ήταν τόσο αστείο! Δέν υπήρχε σκοτεινός εαυτός του, ούτε φωτινός! Υπήρχε μόνο η Ύπαρξή του! Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ!!
Συνέχισε να γελά για πολλή ώρα μέχρι που δέν μπορούσε να αναπνεύσει.
Όταν τους είπε για την ανακάλυψή του γελάσαν. "Τώρα το μυρίστηκες;" λέγανε. Γέλασε μαζί τους, και τους απάντησε "Εσείς είστε που δέν το έχετε μυριστεί ακόμα". Τον κοιτάξαν για λίγα δευτερόλεπτα με απορία, και μετά καταλάβανε.
Ο φίλος τους είχε Ξυπνήσει.
Η Μαγεία ήταν Δική του.
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007
Διήγημα: Η Αφύπνηση
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/27/2007 05:50:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007
Εικόνες
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/26/2007 05:44:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Είναι φορές που ανησυχώ άν η χαρά μου θα φύγει τόσο γρήγορα όσο ήρθε.
Μετά θυμάμαι οτι ότι είναι να γίνει, θα γίνει, και την απολαμβάνω! :D

Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/26/2007 05:32:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
:)
<3
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/26/2007 05:23:00 μ.μ. 1 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Διήγημα: Η Μοναχική Περιπλάνηση
Μία φιγούρα άρχιζε να αποκτά υλική μορφή. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν ένας ανεμυστήρας. Η φιγούρα φαινόταν μέτρια σε ύψος, χωρίς ιδιαίτερα σωματικά χαρακτηριστικά, αφού ήταν καλυμμένη με έναν μαύρο μανδύα με κουκούλα. Είχε γυρίσει απο μία επίσκεψη, και ήταν κουρασμένος. Χωρίς να ανάψει κάποιο φώς, γδύθηκε και ξάπλωσε σε ένα κρεβάτι δίπλα του.
Περπατούσε στον πεζόδρομο, ντυμένος με πιό κοινωνικώς αποδεκτά ρούχα. Φορούσε ένα ντζίν, αθλιτηκά παπούτσια, και ένα μακρύ αδιάβροχο με κουκούλα μέχρι τους αστραγάλους. Όλα μαύρα.
Έβρεχε αρκετή ώρα, και κάτω είχε λασπίτσες και λιμνούλες. Αυτό όμως δέν εμπόδιζε τους έφηβους τριγύρω να διασκεδάσουν σαν να μήν έβρεχε.
Να διασκεδάζουν... Είχε πολύ καιρό να το κάνει αυτό. Είχε αποφασήσει, βέβαια, να το έκανε. Αλλά, όπως πάντα, υπήρχαν εμπόδια. Πάντα θα υπάρχουν. Έπρεπε απλά να τα ξεπεράσει. Αλλα... Είχε αρχήσει να κουράζεται απο αυτά... Τώρα, που ήταν ακόμα στην αρχή του ταξιδιού... Δέν μπορούσε να φανταστεί πώς θα συνέχιζε άν τον κούραζε το κάθε βήμα. Έπρεπε να γίνει δυνατός. Να μάθει να αντέχει. Είχε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Είχε μάλιστα βεί έναν τρόπο να ξεκουράζεται... Του άρεσε, πραγματικά του άρεσε να περπατάει μέσα στην βροχή, σε εκείνον τον πεζόδρομο, ανύπαρκτος για όλους, ακόμα και για αυτούς που τον ήξεραν. Δέν είχε κάνει κάποιο ξόρκι, ή οτιδήποτε πέρα απο το πραγματικό. Ήξερε οτι οι άνθρωποι δέν προσέχουν κάποιον με μαύρο αδιάβροχο που απλά περπατά στον πεζόδρομο... Ήξερε οτι οι άνθρωποι δεν βλέπαν πέρα απο την μύτη τους.
Βέβαια, ήταν και αυτός άνθρωπος... Αλλά, ήλπιζε, όχι σαν αυτούς...
Είδε έναν νέο. Καθόταν σε ένα πεζούλι, κάτω απο ένα μπαλκόνι, ωστε να μήν βρέχεται. Έκλεγε. Μιλούσε με μία κοπέλα που καθόταν δίπλα του, και καθώς πέρασε απο δίπλα τους τον άκουσε να της ζητάει βοήθεια, να θέλει να κάνει ένα διάλειμα. Είχε κουραστεί. Τα λόγια του νέου του θύμησαν πολύ τον ίδιο, πρίν γίνει ότι τώρα. Πρίν ανακαλύψει τα πόδια του... Θυμόταν, το είχε κάνει και ο ίδιος πολλές φορές. Είχε ζητήσει πολλές φορές βοήθεια. Υπήρχαν κάποιοι, όπως η κοπέλα εδώ, που του την έδωσαν, και άλλοι που του χτύπησαν φιλικά την πλάτη και είπαν "καλή συνέχεια, τα λέμε" πρίν φύγουν για αλλού. Αλλά ακόμα και τις φορές που του δώσαν βοήθεια, δέν κάναν τίποτα οι ίδιοι. Πάντα ο ίδιος τα κατάφερνε. Μόνος του. Απλά οι άλλοι τον κοίταγανε και νομίζαν οτι τον βοηθούσαν. Υπήρχαν και οι φορές που ούτε κάν τον κοιτάγανε, και μάλιστα απαιτούσαν και να αναγνωριστεί η βοήθειά τους.
Πολλές φορές του είχαν υποσχεθεί βοήθεια ή οτιδήποτε τέτοιο.. "Μαζί θα τα καταφέρουμε, μαζί..."
Αυτό το "μαζί".. Κάθε φορά που το άκουγε, χαιρόταν. Επιτέλους, σκεφτόταν. Επιτέλους, θα τα καταφέρω. Και, φυσικά, πάλι μόνος αποτύχανε. Αν και δέν υπάρχει πραγματική αποτυχεία. Μόνο το να σταματήσεις να πολεμάς σημαίνει αποτυχεία. Όμως, απο την στιγμή που δέν υπάρχει αποτυχεία, δέν υπάρχει και επιτυχεία. Διότι τίποτα δέν μπορεί να υπάρξει χωρίς το αντίθετό του. Άρα υπήρχε μόνο η ενδοιάμεση κατάσταση. Πάλη. Μάχη. Και, απότι είχε καταλήξει να ξέρει, όχι μόνο σε αυτό το θέμα. Δέν υπάρχουν άκρα, τα πράγματα δέν είναι γραμμές. Είναι κύκλοι. Δέν έχουν άκρα, μόνο ένα χώρο μέσα και έναν έξω... Ίσως το γεγονός αυτό, οτι είχε κατανοήσει την μή-ύπαρξη της επιτυχείας να ευθηνόταν για το οτι δέν ένοιωθε χαρά ή απόλαυση όταν "επιτύχανε". Ίσως πάλι να ήταν ανίκανος να νοιώσει τέτοιο συναίσθημα...
Χτύπησε τον εαυτό του. Σύνελθε, σκεύτηκε. Δέν έπρεπε να κάνει τέτοιες σκέψεις.
Έπρεπε... Αυτή η λέξη... Τόσο ριζομένη βαθιά μέσα του. Έπρεπε να κάνει ένα σωρό πράγματα... Έπρεπε να σταματήσει να σκεύτεται με τον όρο "πρέπει"... Ήταν ειρωνικό.
Η αίσθηση του ρόλου ήταν πάντα τμήμα των αρχέγονων χαρακτηριστικών. Ρόλος σε σχέση, στο πανεπιστήμιο, στην δουλειά... Και μαζί με τον ρόλο, πάνε και τα "πρέπει"...
Να περπατήσει μόνος. Δέν γινόταν αλλιώς. Έτσι είχαν τα πράγματα. Έπρεπε.. όχι, δέν είχε άλλη επιλογή απο το να παλέψει μόνος του. Κανείς δέν μπορούσε να τον βοηθήσει. Γιατί; Γιατί ο ίδιος ήταν πέρα βοήθειας, ενώ ο ίδιος βοηθούσε πολλούς; Δέν έκανε πια το λάθος να υποτιμά τον εαυτό του, το είχε ξεπεράσει χρόνια τώρα. Ήξερε οτι είχε βοηθήσει. Αλλά δέν μπορούσε να βοηθηθεί.
Δέν ήταν βιαστικό συμπέρασμα. Το ήξερε, δέν το πίστευε. Η πίστη ήταν για τους άγνορες, σκευτόταν. Ο ίδιος δέν είχε πίστη, ούτε εμπιστευόταν τους άλλους με την γενική έννοια του όρου. Προτιμούσε να ξέρει. Ήθελε να ήταν σίγουρος.
Και ήταν σίγουρος οτι δέν μπορούσε κανείς να τον βοηθήσει, πέρα απο το να του θυμήσει το μονοπάτι του.
Είχε πέσει η νύχτα, και αποφάσισε να γυρίσει σπίτι του.
"Όχι, το Χάλο 3 είναι καλύτερο απο το 4!" φώναξε στον φίλο του. "Το χάλο.." ξαφνικά σταμάτησε. Πού πήγε ο άντρας με το μαύρο αδιάβροχο; Δέν μπορεί να εξαφανήστηκε... Ναί, θα έφυγε όταν δέν κοίταγε. Αυτό ήταν... Δέν μπορεί να εξαφανήστικε, οι άνθρωποι δέν εξαφανίζονται... "Το Χάλο 3 είναι πολύ ανώτερο του 4 γιατί"
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/26/2007 04:36:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007
Διήγημα: Ο Μάγος των Ίσκιων
Περπατούσε στον χωμάτινο δρόμο. Ήταν σκοτεινά, μερικές ώρες πριν τα μεσάνυχτα. Αλλα αυτό δέν τον πείραζε. Προτειμούσε να ταξιδεύει νύκτα, όταν υπήρχαν περισσότερες σκιές.
Ταξίδευε προς τα Βαθιά Νερά, μία απο τις μεγαλύτερες πόλεις του Φαερούν. Ταξίδευε μόνος, παρόλο που κυκλοφορούσαν τόσες φήμες για κλέφτες στους δρόμους. Ήταν δύσκολος καιρός για το Φαερούν. Στα βόρεια μένοταν ένας πόλεμος μεταξύ των Ντρόου και των Νάνων των βουνών που είχαν τα ορυχεία εκεί πάνω. Οπότε, ήταν λογικό πολλοί κλέφτες να εκμεταλευτούν τις μεταφορές της τροφής και των όπλων προς τον βορρά. Παρόλα αυτά, εκείνος είχε πολύ εμπιστοσύνη στον εαυτό του και τις δυνάμεις του. Άλλωστε, και να ήθελε, δέν θα έβρισκε παρέα. Λίγοι συμπαθούσαν τους ομοϊδεάτες του.
"Σταμάτα και μήν κάνεις τίποτα αστείο, άνθρωπε" ακούστηκε μία φωνή απο τα δέντρα. Ένας νάνος ξεπρόβαλε απο μία συστάδα θάμνων. Είχε ένα διπλό τσεκούρι στο αριστερό του χέρι και χαμογελούσε χαιρέκακα. "Υπάρχουν δέκα τοξότες γύρω σου. Μήν σκεφτείς να μου επιτεθείς". Ο άνθρωπος τον κοίταξε κάτω απο την κουκούλα του. Δέν ήταν πολύ ψηλός, για άνθρωπο, αλλά περνούσε τον νάνο δύο κεφάλια. Ο νάνος παρεξήγησε την σιωπή του για φόβο, οπότε αστειέυτηκε "Χαίρομαι που ακολούθησες την προτροπή μου. Έπρεπε να άκουγες την μανούλα όταν είπε οτι κυκλοφορούν πολλοί κακοί στον δρόμο!" Γέλασε αφήνοντας να φανεί οτι του έλειπαν κάποια δόντια. Όταν σταμάτησε να γελάει του είπε "Φέρε μας ότι έχεις πάνω σου, εκτός απο τα ρούχα σου! Δέν θέλουμε να κρυώσεις!" και ξαναξεκαρδίστηκε. Ο άνθρωπος ψυθήρισε κάτι στον νάνο. Ο νάνος, παίρνοντας απορημένο ύφος σταμάτησε να γελά και τον ρώτησε τι είπε. "Δέν το νομίζω..." επανέλαβε λίγο δυνατότερα ο κουκουλοφόρος. Ο νάνος άρχισε να ξύνει την κόκκινη γενιάδα του που είχε πιάσει σε μία πλεξούδα και τον κοίταξε με απορία. Άνοιξε το στώμα του για να πεί κάτι, αλλα το άφησε ανοικτό και στα μάτια του διαγράφηκε έκπληξη.
Ο κουκουλοφόρος άρχισε να κάνει περίεργες κινήσεις με τα χέρια του, κάνοντας τα μανίκια του μαύρου ταξιδιωτικού του μανδύα να ανεμίζουν. Γύρω του άρχισαν να εμφανίζονται σκιές και τον τύλιξαν σχηματίζοντας ένα πέπλο γύρω του. Ο νάνος έμεινε να χάσκει, όταν ένα βέλος εκτοξεύτηκε απο ένα δέντρο στα αριστερά του ανθρώπου. Το βέλος κινήθηκε με κατεύθηνση το κεφάλι του, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να αναπηδήσει πάνω στο σκιώδες πέπλο που τον τύλιγε χωρίς να κάνει κανένα θόρηβο. Αυτό φάνηκε να ξυπνά τον νάνο, ο οποίος κραύγασε μία πολεμική ιαχή στην γλώσσα του και κινήθηκε καταπάνω του ανθρώπου με το τσεκούρι σηκωμένο. Μόλις έφτασε μπροστά του φώναξε "Προστατεύσου!" και έκανε μία γρήγορη οριζόντια κίνηση με σκοπό να τον κόψει στην μέση. Ο άνθρωπος δέν έκανε καμία κίνηση και το τσεκούρι αναπήδησε πάνω στην σκοτεινή του πανοπλία ακριβώς όπως το βέλος. Ο νάνος ξαφνιάστηκε απο αυτήν την αντίδραση και έκανε ένα βήμα πίσω. "Τί στο..." ξεκίνησε, αλλα σταμάτησε όταν είδε τον άλλο να κάνει ένα βήμα μπροστά. Πρίν προλάβει να αντιδράσει, ο άνθρωπος άγγιξε το κεφάλι του ενώ με το άλλο χέρι σχημάτιζε περίεργα σύμβολα στον αέρα. Γύρω απο τον νάνο, οι σκιές φάνηκαν να ζωντανεύουν, τυλίγοντας τον νάνο σάν να ήθελαν να τον πάρουν μαζί τους. Εκείνος φώναξε με τρόμο, και κάνοντας ένα βήμα πίσω, λοιποθήμισε. Μόλις άγγιξε το έδαφος, ακούστηκε μία φωνή απο το δέντρο στα αριστερά του ανθρώπου, το ίδιο απο το οποίο είχε προέλθει το βέλος.
"Βγές έξω, χάλφλινγκ" είπε ο άνθρωπος χωρίς να κοιτάξει προς εκεί. Μετά απο μερικά δευτερόλεπτα, μία μικρή φιγούρα βγήκε αθόρηβα απο τους θάμνους ακριβώς δίπλα απο τον λοιπόθημο νάνο. Τον πλησίασε και γονάτισε δίπλα του, ψυθηρίζοντας. "Μήν ανυσηχείς, ο φίλος σου είναι εντάξει" του είπε ήρεμα ο άλλος. "Απλά απο δώ και στο εξύς θα μάθει να μήν τα βάζει με έναν Μάγο των Ίσκιων" πρόσθεσε σοβαρά και συνέχισε τον δρόμο που ακολουθούσε μέχρι πρίν την διακοπή, περνόντας δίπλα απο τον λοιπόθημο νάνο και τον ανήσυχο χάλφλινγκ. Σηκώνοντας το κεφάλι του, ο τελευταίος ρώτησε "Ποιός είσαι εσύ, που νήκησες τον φίλο μου τόσο γρήγορα;... Ήταν ένας απο τους πολεμηστές στην φρουρά του Μπρούενορ, του νάνου Βασιλιά".
Χωρίς να σταματήσει τον δρόμο του, ο μάγος φώναξε στον χάλφλινγκ "Συνήθως με φωνάζουν Ντάερκεθ. Αντίο, και να ελπίζεις όταν ξανασυναντηθούμε να μήν είμαστε εχθροί, γιατί δεν θα ξαναδείξω έλεος", και κάνοντας μία κίνηση με το χέρι του, χάθηκε μέσα στις σκιές της νύκτας.
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/25/2007 05:03:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2007
Νομίζω, ένα χαϊκού
Let your Love fill you
Let your Darkness devour you
Let yourself Return
Όταν λέω Darkness δέν εννοώ σκοτάδι = κακό, btw.
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/24/2007 01:11:00 μ.μ. 1 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Διήγημα: Η Εισβολή
Το ένοιωσε. Διέκοψε την συζήτηση που είχε με την αστρική φιγούρα του οδηγού του και έστειλε το πνεύμα του στο υλικό πεδίο, πίσω στο σώμα του, ακολουθόντας την περίεργη αίσθηση που είχε καταλήξει να γνωρίζει αρκετά καλά. Αυτή η μπόχα μόνο ένα πράγμα σήμαινε. Αλλα δέν μπορούσε να το πιστέψει, δέν γινόταν να είχαν έρθει εδώ, στην Αθήνα. Έπρεπε να δεί τι τρέχει.
Περπατούσε προς την πλατεία νοιώθοντας αυτή την αηδιαστική αίσθηση όλο και εντονότερα. Έβλεπε πολύ κόσμο γύρω του να φεύγει απο την πλατεία, διότι παρόλο που αυτοί οι άνθρωποι, όντας ακόμα Κοιμησμένοι, δέν τους έβλεπαν, όλοι ένοιωθαν φρικτά όταν κάποιο σαν αυτούς ήταν κοντά. Αλλα αυτοί... εδώ; Πώς; Γιατί; Αλλα δέν έπρεπε να ανησυχεί με αυτό τώρα, έπρεπε να συγκεντροθεί στο να ειδοποιήσει τους άλλους.
"Δέν μπορώ τώρα, είμαι απασχολημένος!!" ήταν οι απαντήσεις τους. Δέν είχε φτάσει ακόμα στην πλατεία, αλλα απότι κατάλαβε, οι υπόλοιποι είχαν να αντιμετωπίσουν ανάλογα προβλήματα, ο καθένας αρκετά κοντά του... Ανησυχούσε για όλους, άν και ήξερε οτι όλοι ήταν πολύ ικανοί. Άλλωστε, δύο χρόνια πάνω στην εφηβεία είναι δεκαετίες, οπότε όλοι τους είχαν δεκαετίες πείρας. Πρέπει να καθαρίσει το μυαλό του, σκεύτηκε, και συνέχησε προς την πλατεία.
Ήταν άδεια. Η πλατεία στις οκτώ το απόγευμα, σάββατο, και ήταν άδεια. Πράγματι κάτι δεν πήγαινε καλά. Και ήταν και αυτή η φρικτή παρουσία. Οχι μία, συνηδητοποίησε, αλλα πολλές... Δαίμονες, στο υλικό πεδίο...
Πλησίαζε στο στέκι του, όταν το είδε με την δεύτερη όρασή του. Ο χώρος είχε σκιστεί και μέσα... Μέσα απο το σκίσμα, διέκρινε εκείνους... Έπρεπε να σταματήσει τον τρόμο που ένοιωθε μέσα του, που ο οποιοσδήποτε μπορούσε να τους δεί θα ένοιωθε. Έπρεπε να σταθεί και να τους αντιμετωπίσει... ΔΕΝ έπρεπε να μπούν εδώ... Πήγε και στάθηκε μπροστά απο το χάσμα υψόνωντας το χέρι και κλείνοντας τα μάτια.
Γύρω του είχε εμφανιστεί μία γαλάζια φούσκα, πολύ παχια αλλα διάφανη, και το χάσμα είχε σχεδόν κλείσει. Δέν ήταν δύσκολο, απ' ότι φαίνεται εδώ δέν είχαν βάλει το χέρι τους ισχυροί του είδους τους. Ήλπιζε να έπιανε κάποιον αιχμάλωτο, για να τον ρώταγε τί ήθελαν, αλλά δέν πειραζε.
Το χάσμα είχε κλείσει, και την στιγμή που γύρισε να φύγει άκουσε μία φωνή. Μία φωνή που έμοιαζε να βγαίνει απο ένα πηγάδι, παραμορφομένη και φρικτή, μία φωνή που μόνο σε ένα πυρετικό παραλήρημα θα μπορούσε να ακούσει κανεις, πρίν ξυπνήσει τρομαγμένος. Μία φωνή ενός δαίμονα. "Α, ωστε εσύ είσαι εκείνος που θέλει ο άρχοντας μου". Συγκρατόντας την έκρηξη τρόμου γύρισε να τον αντικρύσει.
Νόμιζε οτι έβλεπε εφιάλτη. Είχε καλέσει δαίμονες, και όχι δύο - τρείς φορες, αλλα αυτός ήταν εφιαλτικός... Είχε τραγοπόδαρα καλυμμένα με πυκνό κόκκινο τρίχωμα, με γόνατα που λύγιζαν προς τα πίσω, ανθρώπινο κορμό γυμνό με έντωνα γραμμομένους μύες, το δεξί του μυώδες μπράτσο κατέλυγε σε μία δαγκάνα αστακού, ενώ το αριστερό του άκρο ήταν ένα σύμπλεγμα πλοκαμιών. Απο την πλάτη του φύτρωναν δύο γιγάντια μεμβρανωτά φτερά, τρείς φορες το μέγεθος του δαίμονα, και η ουρά του ήταν ουρά σκορπιού. Το πρόσωπο του ήταν το δημιούργημα του τρελού θεού τους, ένα συνοθύλευμα ανθρώπινων χαρακτηριστηκών με μία δόση καρχαρία και σαύρας. Πάντως είχε μάτια και στώμα. Το σώμα του ήταν τιλυγμένο με μία σκοτεινή αύρα, που φανέρωνε την κακή του φύση. Οι άνθρωποι δέν γεννιούνται κακοί ή καλοί. Οι δαίμονες δημιουργούνται κακοί.
Του πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει. Αλλα μετά θυμήθηκε όλες τις διδασκαλίες του. Άφησε τον πανικό και την αηδία να φύγουν απο μέσα του, δέν συγκράτησε κανένα συναίσθημα. Τα επέστρεψε όλα στον Ένα Νού. Ατάραχος πια, κοίταξε κατάματα τον δαίμονα. Κοίταξε τα μάτια χωρίς ίριδα, στο κόκκινο του ξεραμένου αίματος. "Ά, τελικά κάτι αξίζεις. Πάνω που νόμιζα οτι θα πέθαινες απο πανικό οταν με αντίκρισες" είπε ειρωνικά ο δαίμονας. Ο νέος σήκωσε το χέρι του κάνοντας την φούσκα που τον περιέβαλε να αστράψει και είπε στον δαίμονα, "Τι με θέλει ο άρχοντας σου;". Ο δαίμονας τον κοίταξε αφήνοντας τα μικρά κοφτερά χιλιάδες δόντια του να φανούν σε ένα αποτρόπαιο χαμόγελο και του απάντησε "Πιστεύεις οτι θα σου πώ, έντομο;"
Απο το χέρι του νέου εκτοξεύτηκε μία σφαίρα γαλάζιας φωτιάς χτυπώντας τον δαίμονα στο στήθος. Εκείνος κοίταξε το σημείο πρόσκρουσης και έβγαλε έναν ήχο που θύμιζε γέλιο. "Ένα έντομο τα βάζει με εμένα; Αυτό είναι αστείο! Πρέπει να είσαι πολύ ανόητος για να κάνεις κάτι τέτοιο!" Τα λόγια του κόπηκαν αμέσως μόλις είδε τί έκανε ο νέος.
Έχοντας τα μάτια του καρφωμένα στον δαίμονα, ο νέος δέν φαινόταν να τον κοιτάει. Γύρω απο το τεντομένο δεξί του χέρι είχε αρχήσει να μαζεύεται σκοτεινή ενέργεια, αλλα όχι το κακό σκότος της άυρας του δαίμονα. Το ζεστό, γλυκό σκοτάδι μίας όμορφης νύχτας κάτω απο τα αστέρια. Η ενέργεια κηνόταν κυμματιστά γύρω απο το χέρι του για να καταλύξει να σχηματίσει μία σφαίρα μπροστά στην ανοικτή παλάμη του. Ο δαίμονας είπε μία λέξη που κανένας θνητός δέν θα μπορούσε να αρθρώσει, και η αύρα του σχημάτισε μία σκοτεινή φούσκα γύρω του. Χαμογελόντας ξανά είπε "Γιά να δούμε τώρα. Τί θα κάνεις, έντομο;"
Ο νέος εστίασε ξανά το βλέμμα του στα μάτια του δαίμονα. Η ματιά του νέου ήταν σοβαρή και δέν είπε τίποτα. Η ενέργεια που είχε εστοιάσει γύρω απο το χέρι του απλώθηκε και σχημάτισε ένα κατάμαυρο κατάνα που σημάδευε προς τον δαίμονα. Κατεβάζοντας ελαφρά το χέρι του ωστέ να πάρει θέση μάχης, και με τα μάτια του να αστράφτουν, είπε "Δέν είμαι έντομο, γόνε της κόλασης! Είμαι ένας που δέν έχει ανακαλύψει το όνομά του, και που άνηκε στο είδος σου! Είμαι ένας Εκπεσών!!" Ο νέος εφόρμησε προς τον ξαφνιασμένο δαίμονα με το κατάνα του να σκίζει τον αέρα. Χτηπώντας πάνω στην σκοτεινή φούσκα του δαίμονα, το σπαθί έβγαλε σπίθες. Ο δαίμονας, έχοντας επανέλθει, γέλασε. "Πίστευες οτι με αυτήν την οδοντογλυφίδα θα κατάφερνες να διαπεράσεις τις άμυνές μου; Μάλλον έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου!" Ο νέος κάγχασε και με μία κοφτή διαγώνια κίνηση του ξίφους διαπέρασε την ασπίδα και σχημάτισε ένα αιμάτινο αυλάκι στο στήθος του δαίμονα. Ο δαίμονας πισωπάτισε με το πράσινο αίμα του να στάζει στις πλάκες και με την έκπληξη να διαγράφετε στα μάτια του. "Τί... Πώς το έκανες αυτό, έντομο;" τραύλησε. Ο νέος τον κοίταξε κατάματα. Στα μάτια του υπήρχε δύναμη που δέν είχε αφήσει πρίν να φανεί. Μία δύναμη που έκανε τον δαίμονα να κάνει ένα βήμα πίσω. "Νομίζω οτι σου είπα οτι δέν είμαι έντομο" είπε με καθαρή φωνή και κάνοντας μερικά αστραπιαία βήματα, πρίν προλάβει ο δαίμονας να αντιδράσει, κάρφωσε το σπαθί του στο σώμα του. Ο δαίμονας αφήνοντας μία κραυγή εξαφανήστικε και το μόνο που έμεινε για να θυμήζει την παρουσία του ήταν μία μυρωδιά θειαφιού.
Ο νέος δέν είχε χρόνο να χαρεί την νίκη του. Κοντά, περίπου, οι φίλοι του τον χρειάζονταν. Τραβώντας τις ίνες του χώρου, ο νέος μεταφέρθηκε μερικά χιλιόμετρα μακριά.
Η κοπέλα με τον ηιλό νέο τα είχαν βρεί σκούρα. Είχαν κλείσει την πύλη, αλλά οι δαίμονες, άν και κατώτεροι, ήταν πολλοί. Τρείς ντουζίνες ήταν πολλές για τους δύο μάγους, όσο και άν είχαν προπονηθεί. Οι έμφητες δυνάμεις του φωτός του ψηλού νέου τους κρατούσας ασφαλείς όσο προσπαθούσαν να καταλήξουν σε ένα σχέδιο. "Τί μπορούμε να κάνουμε, αδελφέ;" ψυθίσε η όμορφη κοπέλα στον νέο δίπλα της. "Δέν μπορώ να φανταστώ κάτι, αδελφή. Οι δυνάμεις μου δέν φτάνουν για να μας προστατεύω και να τους πολεμώ ταυτόχρονα. Δοκίμασε να τους επιτεθείς εσύ". Η κοπέλα συγκεντρώθηκε και εκτόξευσε ένα κόκκινο βλήμα απο την ανοικτή παλάμη της προς έναν δαίμονα. Του έσκισε το χέρι ελαφρώς, αλλά δέν τον κατέστρεψε. "Είμαι εξαντλημένη απο το κλείσιμο της πύλης" είπε αδύναμα.
Πρίν εμφανιστεί ο αδελφός της, εκέινη είχε μόνη της κλείσει την πύλη απο την οποία οι δαίμονες έβγαιναν. Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, ειδικά αν λυφθεί υπ' όψιν οτι δέν είχε ξαναντιμετωπίσει δαίμονες. "Μακάρι να ήταν εκείνος εδω" ψιθήρισε απελπισμένη. "Δέν είναι, και μάλλον είναι και ο ίδιος απασχολημένος, οπότε πρέπε να στηρικτούμε στις δικές μας δυνάμεις" είπε σοβαρά ο νέος. Τότε ένοιωσαν μία πολύ δυνατή παρουσία που ξέραν καλά. "Φιλαράκι!" φώναξε η κοπέλα και κοίταξε προς την πυγή αυτής της παρουσίας. Στα δεξιά τους, ακριβώς στην μέση της μεγαλήτερης ομάδας των δαιμόνων είχε εμφανιστεί ο νέος, μέσα στην καταγάλανη σφαίρα του και με το σκοτεινό ξίφος στο δεξί του χέρι. Είχε την πλάτη γυρισμένη προς αυτούς. Σήκωσε το σπαθί του και το κατέβασε, κόβοντας έναν δαίμονα στα δύο, που εξαφανίστηκε με μία δυνατή κραυγή.
Έχοντας πάρει δύναμη απο την απροσδόκητη εμφάνιση του νέου, τα δύο αδέλφια ξανάρχισαν την επίθεση κατα των δαιμόνων ενώ προχωρούσαν προς τον νέο. Μέσα σε μερικά λεπτά, και με την βοήθειά του, οι δαίμονες είχαν καταστραφεί όλοι.
Μόλις η μάχη τελείωσε, και οι ασπίδες έσβησαν, η κοπέλα έτρεξε στην ανοικτή αγκαλιά του νέου. "Φιλαράκι... Ευτηχώς που ήρθες! Μας έσωσες!" Ο ψηλός νέος προχόρησε ήρεμα προς το ζευγάρι και είπε στον νέο "Έχει δίκιο, ευχαριστούμε". Ο νεός χαμογέλασε στον ψιλό και είπε γλυκά στην κοπέλα στην αγκαλιά του "Εμένα κυνηγούσαν, άν παθαίνατε κάτι δέν θα μπορούσαν να συγχωρίσω ποτέ τον εαυτό μου. Αλλα έχουμε δουλειά. Δέν ξέρουμε πώς είναι οι άλλοι". Η κοπέλα άφησε τον νέο και σοβάρεψε. "Ναι, πάμε" είπε και έποιασε το χέρι του νέου. Ο ψηλός πλησίασε και έβαλε το χέρι του στον ώμο του νέου.
Ο γενιοφόρος έφηβος με τον ξανθό νέο τα είχαν βρεί και αυτοί λίγο σκούρα. Οι δαίμονες ήταν πολλοί και η πύλη δέν έλεγε να κλείσει. Έβαζαν και οι δύο όλοι τους την δύναμη για να συγκρατήσουν την ασπίδα που τους προστάτευε. Οπότε όταν εμφανήστικαν οι τρείς νέοι δίπλα τους, ένοιωσαν εκπληκτική ανακούφιση. Ο νέος με το σπαθί, με το που εμφανήστικε φώναξε στον ψηλό δείχνοντας την πύλη "Κλείσε την!! Δέν πρέπει να βγεί ο αρχηγός τους!" Γυρίζοντας να αντικρίσει την κοπέλα είπε, "Κάλυψέ με" και έτρεξε έξω με το σπαθί στο χέρι του. Έτρεξε προς αυτόν που φαινόταν ο πιό υσχιρός, ένας πανίψηλος δαίμονας με απερίγραπτα χαρακτηριστικά. Πολλά πλοκάμια προσπάθησαν να κόψουν την κίνηση του νέου, αλλα το σπαθί του και τα καυτά βλήματα της κοπέλας τον βοήθησαν να φτάσει κοντά στον δαίμονα. Αποκρούωντας μία κάθετη κίνηση του δαίμονα με μία ενεργειακή ασπίδα, κάρφωσε το σπαθί του στο σώμα του. Πράσινο αίμα πιτσίλησε τα ρούχα του αλλα ο δαίμονας δέν φάνηκε να πτοήται. "Δέν μπορείς να με νικήσεις με αυτό το σπαθάκι, θνητε!" βρηχήθηκε.
Ο γενιοφόρος φίλος του φώναξε στον νέο "Έχει δίκιο, κάνε ΜΠΑΝΚΆΙ!!" αστειευόμενος. Ο νέος γύρισε και τον κοίταξε με τα μάτια του να αστράφτουν και έκανε ένα βήμα πίσω ενώ γύρω του εμφανίστηκε μία γαλάζια φούσκα. Έκλησε τα μάτια του και άγκιξε το σπαθί του καί με τα δύο χέρια. Το σπαθί έλαμψε σκοτεινά και φάνηκε να αλλάζει μορφή. Μάκρινε και έγινε έγινε οδοντοτό, σάν πριόνι. Γύρω του άναψε μία λευκή φλόγα που έκανε τον δαίμονα να πισωπατήσει με τρόμο. Ο νέος με τα μάτια του να λάμπουν ακόμα περισσότερο χάρης στην λευκή φλόγα πήδηξε στον αέρα υπερφυσικά ψηλά και με μία απότομη οριζίντια κίνηση έκοψε αυτό που πρέπει να ήταν το κεφάλι του μεγάλου δαίμονα που εξαφανήστηκε σε μία έκρηξη θειαφιού. Οι άλλοι δαιμονίσκοι τρομαγμένοι απο την ήττα αυτού που λογικά ήταν ο αρχηγός αυτής της εισβολής άρχισαν να τρέχουν προς την πύλη.
Για να συνηδητοποιήσουν οτι είχε κλείσει. Όλοι οι νέοι με τα μάτια να λάμπουν έσβησαν τις ασπίδες τους και άρχισαν το μακελιό. Σε λιγότερο απο δύο λεπτά είχε μείνει μόνο η μυρωδιά θειαφιού στον αέρα.
Αλλα ο νέος το ήξερε, είχε κάνει υσχιρούς εχθρούς εκείνο το απόγευμα.
{edit: Κσαίρο ωτη σκωτόνο ττα αιλινοικκά.. Παρακκαλό σιχορύσται μαι...}
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/24/2007 01:50:00 π.μ. 2 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο

