Κοίταξε τον τοίχο. Είχε κάνει χώρο στον διάδρομο του σπιτιού του ωστε τίποτα να μήν είναι μπροστά απο τον τοίχο, δίπλα απο την πόρτα του μπάνιου. Εκεί ήταν το μοναδικό μέρος του σπιτιού του οπού ο τοίχος είχε κατάληλο ύψος και πλάτος για να χωρέσει μία Πύλη. Χαμογέλασε και έφερε στο μυαλό του το τί ακριβώς θα έκανε.
Επιτέλους, σκεύτηκε. Επιτέλους θα έκανε την υπόσχεση του σε αυτήν πραγματικότητα.
Έτσι όπως στεκόταν μπροστά στον λευκό τοίχο, έκλεισε τα μάτια του, και ξεκίνησε την διαδικασία.
Έψαξε μέσα του για την Δύναμη. Ήταν εκεί, όπως πάντα. Την έπιασε με την ψυχή του, και την άφησε να τον πλημυρίσει. Οι αισθήσεις του οξύνθηκαν, πάρα πολυ πέρα απο το "κανονικό". Ένοιωσε γύρω του την Ύπαρξη. Ένοιωσε τις δονήσεις των ατόμων που συνέθεταν το σπίτι γύρω του, ένοιωσε την ψυχή του σπιτιού να τον παρακολουθεί. Ένοιωσε τις σκέψεις των ζώων που φιλοξενούσε στο σπίτι του, τις δύο "του" γάτες. Ένοιωσε τις δομές του χώρου και του χρόνου να αναδυπλώνωνται μέσα του, έξω του. Έχοντας στο νού του το τί ήθελε να κάνει, άδραξε την ουσία του χώρου, τις ίνες που τον αποτελούν. Τις έπιασε με την ψυχή του, και τις μετατόπισε, και πρόσθεσε μερικές ακόμα ίνες εκεί που έπρεπε. Άγγιξε τον χρόνο και τον κοίταξε προσεκτικά. Η ουσία του δέν διαστρεβλωνόταν. Όλα πήγαιναν καλά. Σιγά σιγά άρχησε να μαζεύει την ψυχή του που είχε απλωθεί έτσι ώστε να παίξει με τον χωροχρόνο. Άρχισε να ξανανοιώθει το σώμα του.
Ένοιωθε τρομακτικά κουρασμένος. Όχι ακόμα, σκεύτηκε. Έπρεπε να αντέξει λίγο ακόμα.
Ξανα άπλωσε τις αισθήσεις του. Άγγιξε τον χώρο ξανά, και έψαξε μέσα στις δομές του για μία συγγεκριμένη ίνα. Νά την, εκεί. Την αναγνώρισε απο την οσμή της. Ήταν η ίνα της καπύλωσης του χώρου που είχε δημιουργήσει μπροστά του, που έννοιωθε με την ουσία του. Την διώρθωσε ωστε κανένας και τίποτα να μήν μπορει να περάσει απο μέσα της πέρα απο τον ίδιο. Αργότερα θα την διόρθωνε λίγο ακόμα, προσθέτοντας άλλο ένα άτομο στην λίστα.
Τώρα έπρεπε να κάνει κάτι ακόμα. Ξανάρχησε το ψάξιμο στις δομές του χώρου ψάχοντας για την πολύ γνωστή αύρα της. Προσπάθησε να προσανατολιστεί, διότι ήταν αδύνατο να την βρεί έτσι, χωρίς να ξέρει τουλάχιστον την γενική τοποθεσία της. Προς τα πού έπεφτε η Αθήνα... Βρήκε το σώμα του και άρχισε να ψάχνει εκεί τριγύρω. Τριγύρω με την έννοια των χιλιομέτρων, βέβαια...
Και, φυσικά, την βρήκε. Τελικά ήταν πολύ ευκολότερο. Άλλωστε είχε και έναν ιδιαίτερο δεσμό μαζί της, που τον βοήθησε αρκετά στην αναζήτησή της. Καθόταν στο σπίτι της, και ήταν μόνη. Το ήξερε, φυσικά. Αν δέν ήταν μόνη της, δέν θα μπορούσε να παέι εκεί αυτος. Προσπάθησε να διαβάσει τις ίνες της, ωστε να καταλάβει άν ήταν ντυμένη. Δέν ήθελε να τον δεί και να νοιώθει άβολα λόγο της αμφίεσης της. Σιγά σιγά η εικόνα άρχησε να δημιουργείται στα μάτια του νού του. Καθόταν εκεί, πανέμορφη και διάβαζε ύσηχα ένα βιβλίο. Έμοιαζε με ένα βιβλίο που της είχε δανείσει αυτος... Ναί, αυτό ηταν. Αναγνώρισε τα αποτυπώματα της αύρας του πάνω στο βιβλίο. Ξαναέστρεψε την προσοχή του σε εκείνη. Πραγματικά, πρέπει να ήταν το ωραιότερο κορίτσι που είχε δεί... Σάν ένα άνθος ροδακινιάς, πανέμορφη... Και ήταν ντυμένη. Βγήκε απο την ημι-ονειροπόληση του και έστρεψε την προσοχή του στον περιβάλλοντα χώρο. Χρειαζόταν ένα μέρος αρκετά ψυλό και πλατύ ωστε να χωρέσει την Πύλη. Το βρήκε, δίπλα απο την εξώπορτα. Όταν πλησίασε εκεί και άδραξε τον χώρο ωστε να τον καμπυλώσει, εκείνη σήκωσε το κεφάλι της απο το βιβλίο και κοίταξε προς το μέρος του. "Μοιάζει με... Μπά, η φαντασία μου θα είναι" είπε ή σκεύτηκε, και επέστρεψε στο διάβασμά της. Σε εκείνη την κατάσταση, αυτός δέν καταλάβαινε ξεκάθαρα άν αυτό που άκουγε ήταν δυνατές σκέψεις ή λόγια.
Συνέχισε την δουλειά του, και ένωσε την μία διακύμανση του χώρου που είχε φτιάξει πρίν στο σπίτι του με αυτήν που ολοκλήρωνε τώρα. Έκριψε και αυτήν απο τα μάτια όλων εκτός του ίδιου, και την σφράγισε πάλι όπως την άλλη για όλους τους άλλους. Θα την ξαναδιαμόρφωνε όταν έπρεπε.
Έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στην δουλειά του που αποδείχτηκε επιτυχημένη, και επέστρεψε στο σώμα του.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε μπρωστά του. Πάνω στον τοίχο, λες και έτσι φτιάκτηκε το σπίτι, υπήρχε άλλη μία πόρτα, δίπλα σε αυτή του μπάνιου. Η πρώτη όμως ήταν διαφορετική. Ήταν φτιαγμένη απο μαύρο ξύλο και δέν είχε χερούλι ούτε στολίσματα. Ήταν μία μαύρη πλάκα με μία κλειδαρότρυπα. Και μόνο εκείνος είχε το κλέιδί.
Τέντωσε το δεξί του χέρι και έφερε απο την αλλοδιαστατική του τσέπη το κλειδί. Ήταν χάλκινο, ο χαλκός ήταν το μόνο μέταλο που έλεγχε αρκετά καλα ωστε να του δώσει τόση λεπτομέρια.
Ήρθε η ώρα της κρίσης. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και το γύρισε.
Η πόρτα άνοιξε στο σπίτι της. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι απο το βιβλίο και τον κοίταξε, έκπληκτη. "Ήρθες;" κατάφερε να αρθρώσει μετά απο λίγη ώρα που τον κοίταγε με το στόμα ανοικτο.
Άνθος ροδακινιάς...
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007
Διήγημα: Η Πύλη
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/21/2007 04:05:00 μ.μ. 0 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο
Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2007
Διήγημα: Ο Μάγος της Γειτονιάς
Κοίταξε τριγύρω προσεκτικά. Ωστε αυτό ήταν το σπίτι που λέγαν οτι ήταν στοιχειομένο. Αποφάσισε οτι - σχεδόν - είχαν δίκιο.
Το σπίτι δέν ήταν πολύ παλιό, αλλά δέν ήταν προσεγμένο. Ήταν μονοκατοικία, με μία αυλή τριγύρω. Και ήταν σε έναν απο τους πιό πολυσύχναστους δρόμους της Ν. Σμύρνης. Δεν υπήρχε απορία πάνω στο πόσο γρήγορα δημιουργήθηκαν αυτές οι φήμες.
"Μήν πάς εκεί, φίλε. Δέν υπάρχει λόγος να τριγυρνάς εκεί μέσα" του είχε πεί ένας μαγαζάτορας που δούλευε εκεί κοντά.
Ρωτόντας είχε μάθει οτι σύντομα το σπίτι αυτό θα γκρεμιζόταν για να φτιαχτεί μία πολυκατοικία, μιάς και οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του είχαν πεθάνει. Εκεί μέσα. Αλλά οι εργασίες αναβάλονταν, ποιός ξέρει γιατί... Όλο αυτό το θέμα του είχε ερεθήσει την περιέργεια.
Οπότε, νά τος, στη μία το βράδυ, χωρίς να το ξέρουν οι δικοί του, εκεί. Αυτός, ένας μαθητής λυκείου. Δέν ήταν πολύ ιδιαίτερος στην εμφάνιση, πέρα απο το γεγονός οτι φορούσε ένα μαύρο σακάκι και μία περίεργη αίσθηση που σου δημιουργούσαν τα μάτια του. Σάν να έβλεπε πράγματα που εσύ δέν θα ήθελες, που λίγοι βλέπουν... Δέν είχε γυμνασμένο σώμα, αλλά ούτε και αγύμναστο. Ήταν ένα κανονικό σώμα ενός έφηβου. Φορούσε ένα απλό μαύρο ντζίν,
κάτω απο το σακάκι ένα μαύρο πουκάμισο, και είχε μακριά σπαστά μαλιά και καφέ μάτια κάτω απο τα γυαλιά του.
Κοιτούσε σοβαρός το σπίτι. Σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του, σάν να μήριζε κάτι. Σάν να αποφάσισε κάτι, έσπροξε με το χέρι του την κοντή σιδερένια καγκελόπορτα που χώριζε την αυλή απο τον δρόμο. Μόλις μπήκε στον χώρο του σπιτιού, έννοιωσε περίεργα. Σαν να τον παρακολουθούσαν, σαν κάποιος να ήταν δίπλα του.
Κοίταξε στα αριστερά του. Κανονικά, εκεί επρεπε να έβλεπε το τέλος της αυλής, και δίπλα τον δρόμο. Μέσα στην αυλή, όμως, υπήρχε ένας ίσκιος. Όχι ο ίσκιος που αφήνει κάτι όταν πέφτει το φώς πάνω του, αλλά περισσότερο μία ανθρώπινη σιλουέτα χωρίς την ανθρώπινη σιλουέτα. Ένα κινητό σκοτάδι με σχήμα ανθρώπου.
Ο νέος το κοίταξε. Ήξερε οτι κανείς άλλος τριγύρο δέν μπορούσε να το δεί, αλλά όλοι το ένοιωθαν σαν "ένα περίεργο αίσθημα", σάν "μία ανατρυχίλα σε όλο σου το σώμα". Ο ίσκιος του ανταπέδωσε το βλέμμα, με δύο κόκκινες τελείες εκει που θα έπρεπε να ήταν τα μάτια του. Ο νέος χαμογέλασε. "Απλά μία ενεργομορφή;" είπε απογοητεύμενος.
"Ποιός είσαι εσύ, θνητέ;" τον ρώτησε ο ίσκιος με μία απρόσωπη και γουργουριστική φωνή.
"Δέν έχει σημασία. Αντίο."είπε ο νέος και σήκωσε το δεξί του χέρι.
Απο γύρω απο τον ώμο του ξεπίδησαν γλώσσες φωτός που στρυφογυριστά κινήθηκαν γύρω απο το χέρι του για να μαζευτούν προστά απο την ανοικτή παλάμη του, σχηματίζοντας μία σφαίρα καυτού φωτός. Χαμογέλασε, γιατί ήξερε οτι κανείς δέν μπορούσε να δεί αυτό το φωτεινό συμβάν πέρα απο αυτούς πού είχαν "δεύτερο βλέμμα". Πού ήταν εκείνος και ο ίσκιος.
"ΤΙ ΕΙΣΑΙ;!" έσκουξε ο ίσκιος με τρόμο και έκανε ένα βήμα πίσω.
"Άνθρωπος;" ρώτησε με προσποίητη απορία ο νέος, και τίναξε προς το μέρος του ίσκιου την ανοικτή του παλάμη. Η φωτινή σφαίρα εκτινάκτηκε και με μεγάλη ταχύτητα κάλυψε γρήγορα την απόσταση ανάμεσα στον νέο και τον ίσκιο, χτυπόντας τον τελευταίο στο στήθος. Η σφαίρα χώθηκε χωρίς κανέναν ήχο μέσα στον ίσκιο, αλλά εκεί που τον άγγιξε άφησε ένα πολύ φωτεινό σημάδι.
"ΠΙΣΤΕΥΕΣ, ΑΝΘΡΩΠΕ, ΟΤΙ ΜΕ ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΑΔΥΝΑΜΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΘΑ ΜΕ ΚΑΤΕΣΤΡΕΦΕΣ; Η ΑΝΟΗΣΙΑ ΣΟΥ ΘΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ!" φώναξε ο ίσκιος με θυμό και προχώρησε προς το μέρος του νέου, σηκόνωντας το χέρι του. "ΠΕΘΑΝΕ!!!" φώναξε με την γουργουριστική του φωνή και απο το χέρι του ξεπήδησαν πλοκάμια σκότους.
"Μήπως βιάζεσαι; Με υποτίμησες!" είπε ο νέος και έσφηξε την γροθιά του αριστερού του χεριού που κρεμόταν στο πλάι του. Ένα κοκούλι γαλάζιου φωτός τον κύκλωσε, και τα πλοκάμια του ίσκιου αποροφήθηκαν μέσα στο απαλό φώς του.
Ο ίσκιος έκανε ένα βήμα πίσω. Στένεψε τους κόκκινους κύκλους που είχε για μάτια και είπε με φωνή που έσταζε οργή: "Δέν θα τους αφήσω να καταστρέψουν το σπίτι των αρχόντων μου! Άν συνεχήσεις να στέκεσαι εκεί, εμποδίζοντάς με, θα σε καταστρέψω, ακόμα και άν χρειαστεί να φωνάξω βοήθεια!".
Ο νέος τον κοίταξε σοβαρά. "Γι αυτό υπάρχεις τελικα, ετσί; Είσαι μία ενεργομορφή με την αποστολή της προστασίας. Δέν θα σε πολεμήσω άλλο" είπε και κατέβασε το τεντωμένο του δεξί χέρι, χωρίς ωστόσο να εξαφανιστεί η φούσκα γύρω του.
"Οι δημιουργοί σου πέθαναν. Η αποστολή σου τελείωσε. Είσαι ελέυθερος να γυρίσεις πίσω στη ν Ύπαρξη" είπε ήρεμα. Ο ίσκιος τον κοίταξε με μίσος. "Δέν σε πιστεύω" του απάντησε. "Θέλεις να πάρεις αυτό το σπίτι απο τους άρχοντες μου! Ετοιμάσου να συναντήσεις το τέλος σου!!" πρόσθεσε και σήκωσε και τα δύο του χέρια προς τα πάνω.
Λίγο ψηλότερα απο αυτόν, εμφανίσηκε ένας σκοτεινός κύκλος. Ξεκίνησε σάν μία κουκίδα, αλλά σε λιγότερο απο μερικά δευτερόλεπτα είχε γίνει ένας δίσκος με διάμετρο κοντά στα δύο μέτρα. Δέν ήταν πιά κατάμαυρος, αλλά απο μέσα του ξεπηδούσε σκούρο κόκκινο φώς και φενόντουσαν κινήσεις.
"Γιατί το κάνεις αυτο;" ρώτησε αναστενάζοντας ο νέος. "Δέν ένοιωσες την ένωση σου μέ τον δημιουργό σου να σπάει πρίν λίγους μήνες;" πρόσθεσε, αλλά ο ίσκιος δέν φαινόταν να τον προσέχει. "Καλά, υποθέτω οτι απλά θα πρέπει να ξεφορτωθώ καί τον κόκκινο φίλο σου" είπε καί ξανατέντωσε το δεξί του χέρι, αλλά προς την κατεύθηνση του μαυρο-κόκκινου δίσκου αυτη την φορα.
Έκλεισε τα μάτια και κούνησε ελαφρά το στώμα του σάν να ψυθήριζε κάτι. Ξαφνικά, γύρω του εμφανίστηκε μία μαύρη αύρα, αλλά σε αντίθεση με το μαύρο του ίσκιου που έμοιαζε να αποροφάει το φώς, η αύρα του νέου απλά είχε μαύρο χρώμα, ενά ζεστό και γλυκό μαύρο.
Αυτή η αύρα άρχισε να στροβιλίζεται γύρω του σε κύματα, και μπροστά στην ανοικτή του παλάμη άρχισε να δημιουργήται μία σφαίρα, πού όλο μεγάλωνε. Όταν έφτασε το μέγεθος μπάλας μπάσκετ, ο νέος σταμάτησε να ψιθηρίζει και άνοιξε τα μάτια.
"Συγγνώμη, αλλά δέν μπορώ να σου επιτρέψω να μπείς στο πεδίο μας" είπε προς την κατεύθηνση του μάυρο-κόκκινου κύκλου. Η σφαίρα εκτοξέυτηκε απο την παλάμη του και κατευθήνθηκε προς τον κύκλο. Προσέκρουσε πάνω του βγάζοντας αναλαμπές μώβ φωτός, και ακούστηκε ένας ήχος σάν να φυσά δυνατός άνεμος. Ο κύκλος άρχισε να μικραίνει, ενώ ο ίσκιος απο κάτω έβγαλε ένα επιφώνημα θημού, κοιτόντας ανήμοπορος την βοήθειά του να φέυγει.
Ενώ ο κύκλος πού είχε προκαλέσει ο ίσκιος έκλεινε, ο νέος κατέβαζε το χέρι του αργά, έχοντας πάλι κλειστά τα μάτια του και ψιθηρίζοντας. Η ανατάραχή γύρω του εποκεντρώθηκε στην παλάμη του και πήρε ένα μακρόστενο σχήμα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η μαύρη ενέργεια του νέου είχε πάρει ξεκάθαρα την μορφή ενός ιαπωνικού σπαθιού, ενός κατάνα, μαύρου ολοκληροτικά και μεσαίου μεγέθους.
"Τελείωσε. Αντίο, οριστικά" είπε ο νέος ανοίγοντας απότομα τα μάτια του. Έκανε ένα βήμα μπροστά και κάρφοσε το σπαθί που κρατούσε στο στήθος του ίσκιου. Αυτός κοίταξε τον νέο με ένα βλέμμα ανάμικτης οργής και απόγνωσης και ρώτησε με τρεμάμενη φωνή "ποιός είσαι;".
Ο νέος κοίταξε τον ίσκιο που εξαφανιζόταν σιγά σιγά και απάντησε χαμογελόντας "Ο μάγος της γειτονιάς."
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/18/2007 12:50:00 π.μ. 2 σχολια πανω στο συγκεκριμενο κειμενο

