Υγεια...

Δυστυχώς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ταλέντο συγγραφής στα αγγλικά... Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα, και όντας ελληνικά ως επί τω πλείστων τα βιβλία που έχω διαβάσει, προτιμώ να γράφω στα ελληνικά... Οπότε αυτό το blog θα είναι στα ελληνικά. Βέβαια χάνω αρκετούς αλλόγλωσσους αναγνώστες, αλλά δεν έχω περιορισμό στο εύρος των δημοσιεύσεών μου.
Αλλά αρκετά με την φλυαρία μου.


Καλώς όρισες, αγαπητέ επισκέπτη.



Creative Commons License
This work is licenced under a Creative Commons Licence.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Mage the Awakening, Μέρος Τέταρτο: Νέο Ξεκίνημα

"Π-Πώς το έκανες αυτό;..." έκανε ξαφνιασμένη η Εκάτη.
Είχε περάσει ένα βράδυ απο την μέρα που μάθανε για τον θάνατο της Αντιγόνης ο Μάριος και η Εκάτη. Το προηγούμενο βράδυ είχαν δοκιμάσει να αποκαλύψουν ποιοί ήταν οι υπαίτειοι για τον θάνατο της, πρώτα με το να δούν τί είχε σημβεί την στιγμή του θανάτου της και έπειτα με το να εντοπίσουν στον χώρο. Χάρη στις ικανότητες της Εκάτης να χειρήζεται τον Χρόνο είχαν δεί την μορφή των δολοφώνων της μαθήτριάς της, και χάρη στις γνώσεις του Τιτλακάουαν για τον Χώρο είχαν καταφέρει να τους εντοπίσουν.
Περίπου τουλάχιστον. Ο Μάριος, χρησιμοποιώντας μία πιό ειδηκευμένη έκδοση της γητείας εντοπισμού, δέν είχε δεί πού ήταν εκείνοι, αλλά είχε αποτυπώσει στα τυφλά πάνω σε έναν χάρτη την τοποθεσία τους. Το πρόβλημα ήταν οτι δέν είχε καταγραφεί πάνω στον χάρτη, αλλά απο την πίσω πλευρά του, και ελλείψη σημειώσεων που όριζαν επ' ακριβώς την τοποθεσία αυτή, ο Τιτλακάουαν μέσα στο παραλήλλημά του είχε αυτοτραυματιστεί ελαφρά και είχε γράψει πάνω στο πίσω μέρος του χάρτη την λέξη "ΕΚΕΙ" και μία τελεία απο κάτω που όριζε το.. ακριβές σημείο.
Είχε πάει το άλλο πρωί στην Εκάτη για να της το δείξει. Την είχε βρεί πολύ πιο ήρεμη απ' ότι ήταν το προηγούμενο βράδυ, μόλις είχε μάθει για τον θάνατο της μαθήτριάς της. Η Εκάτη είχε εκπλαγεί απο αυτό που τις έδειξε ο νέος. "Το γεγονός οτι κατάφερες να εντοπίσεις την Στέλλα εκεί σημαίνει οτι έχεις αρκετή δύναμη! Πώς το ήξερες οτι ήταν στο Βασίλειο των Ίσκιων;"

Ο Μάριος την κοίταξε ήρεμα και είπε μετά απο μερικά δευτερόλεπτα "Δέν ήξερα." Η Εκάτη τον κοίταξε με απορία, και ύστερα απο μία μικρή παύση, αφού κατάλαβε, του είπε "Έχεις πείρα πάνω στα Μυστικά των Πνευμάτων;" Ο Μάριος κατάλαβε πού αναφερόταν, και απάντησε "όχι αρκετή για να πάω στο Βασίλειο των Ίσκιων. Ξέρω μόνο τα βασικά."

Οι πρώτοι Μάγοι, αφού απέκτησαν κάποιες βασικές γνώσεις πάνω στην Φύση του κόσμου, άρχισαν να χωρίζουν την Τέχνη και Επιστήμη τους σε κατηγορίες, όπως κάθε άνθρωπος κάνει. Έτσι προέκειψαν τα Δέκα Μυστικά, ή όπως αλλιώς λέγονται, τα Δέκα Αρκάνα. Σε κάθε ένα απο τα πέντε Ανώτερα Βασίλεια κυριαρχούσαν δύο Μυστικά. Στο Πανδαιμόνιο, το Βασίλειο των Μάστιγκος, κυριαρχούν τα Μυστικά του Νού και του Χώρου. Στους Πρωτογενείς Αγριότοπους κυριαρχούν τα Μυστικά των Πνευμάτων και της Ζωής, και το Βασίλειο αυτό αντιστοιχεί στο Μονοπάτι των Θύρσους. Στον Αιθαίρα, το Βασίλειο απ' όπου αντλούν την δύναμή τους οι Όμπριμος, κυριαρχούν τα Μυστικά της Ενέργειας και της Αρχέγονης Ύλης. Στην Αρκαδία, το Βασίλειο των τυχερών Ακάνθους, κυρίαρχα Μυστικά είναι αυτά του Χρόνου και της Μοίρας. Τέλος, στην Στυγία, το Βασίλειο οπου στέκει ο Πύργος των Μόρος, κυριαρχεί ο Θάνατος και η Ύλη.
Βέβαια, η επιρροή των Αρκάνα δέν είναι παντού δυνατή. Σε κάθε βασίλειο οι πρώτοι Μάγοι εντοπίσαν και κάποια Μυστικά που είναι αδύναμα. Στο Πανδαιμόνιο, ένα κόσμο ιδεών, ονείρων και εφιαλτών, η ύλη είναι μία αφηρημένη έννοια. Οι Μάστιγκος που επιθυμούν να μάθουν τα μυστικά της Ύλης θα δυσκολευτούν ιδιαίτερα. Στον Αιθέρα, ένα κόσμο καθαρής ενέργειας, φτιαγμένη απο Μάννα, ο Θάνατος δέν απαντάται συχνά. Στην Αρκαδία, το Βασίλειο του Χρόνου, εκεί οπου τα πεπρωμένα δημιουργούνται, οι υπόλοιπες δυνάμεις είναι σπάνιες. Οπότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να καλέσεις τις Δυνάμεις της φωτιάς ή του ηλεκτρισμού άν η ψυχή σου είναι συνδεδεμένη με αυτό το Βασίλειο. Στους Πρωτογενείς Αγριότοπους κυριαρχούν τα ένστικτα και η ωμή δύναμη, κάνοντας πολύ δύσκολη την συγκέντρωση. Αυτοί οι Θύρσους που πιστεύουν οτι το να ελέγχουν το σώμα δέν αρκεί, θα χρειαστεί να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να ελέγξουν και το μυαλό. Τέλος, στο Βασίλειο του Θανάτου και της Ύλης οι δυνάμεις των πνευμάτων είναι πολύ μικρές. Ακόμα και τα πνεύματα μπορούν να παιθάνουν.
Ο Μάριος είχε ειδηκευτεί βασικά στα δύο Αρκάνα του μονοπατιού του, το Νού και τον Χώρο, ενώ είχε κάποια εμπειρία σε αυτό των Πνευμάτων. Η Εκάτη, ώντας Σαμάνος, είχε προτιμήσει να μάθει βασικά για το Μυστικό της Ζωής, βασικό τμήμα της νοοτροπίας της, αλλά τα πνεύματα δέν την ενδιέφεραν. Είχε μάθει κάποια βασικά διότι ήταν πυρήνας του Μονοπατιού της, αλλά είχε προτιμήσει το Μυστικό του Χρόνου. Είχε σε αυτό τόση εμπειρία όση περίμενε κανείς απο έναν αρκετά προχωρημένο Γητευτή των Ακάνθους.

Έπρεπε λοιπόν να βρούν έναν τρόπο να πάνε στο Βασίλειο των Ίσκιων. "Πρέπει να βρούμε έναν σύμμαχο, ή να μάθουμε εμείς πώς μεταφερόμαστε πέρα απο το Γάντι που κρατάει τους κόσμους στην θέση του." είχε πεί η Εκάτη σκευτική. Ο Μάριος συλλογίστικε λίγο τα λόγια της και μετά απο μερικά δευτερόλεπτα είπε ξαφνικά "Μπορούμε επίσης να βρούμε ένα μέρος οπου το Γάντι είναι λεπτότερο! Και τυχαίνει η αποστολή που μου έχει ανατεθεί απο το Τάγμα μου να έχει να κάνει με ένα τέτοιο ακριβώς μέρος." Η Εκάτη αναθάρρησε και κοιτάζοντας τον χαρούμενη είπε "Έγινε, πάμε! Θα έρθω και εγώ μαζί σας!"

"Όχι, το απαγορεύω." "Τί εννοείτε, 'όχι'; Δέν έχετε έλεγχο πάνω μου! Δέν ανήκω στο Τάγμα σας!" Η αρχηγός του Τάγματος του Μυστέριουμ, η Σαμάνος Νεφερτίτη μόλις είχε απαγορέυσει στην Εκάτη να πάει μαζί με την ομάδα στον αρχαιολογικό χώρο. Ο Μάριος με την Εκάτη είχαν πάει μερικές ώρες πρίν μαζευτούν όλοι για τα απαραίτητα στην αρχηγό για να ζητήσουν την άδεια να έρθει μαζί και η Εκάτη. "Ακριβώς για αυτό. Σε ξέρω, Εκάτη. Ανήκεις στο Τάγμα των Φρουρών του Πέπλου και δέν θέλω να ανακατεύονται εκείνοι με τα θέματα του Τάγματός μου. Αυτά είχα να πώ. Αντίο" είπε απότομα και γύρισε με τα μακριά μαύρα μαλλιά και τις καφέ ρόμπες της να ανεμίζουν πίσω της.

Είχαν γυρίσει στο γραφείο της Εκάτης. "Εσύ ξέρεις οτι δέν έχει να κάνει το θέμα μου με το Τάγμα μου!" έλεγε στον Μάριο στα όρια της τρέλας "Γιατί δέν το είπες;" Ο Μάριος την κοίταζε ήρεμος και της είπε απλα "πιστεύεις οτι θα άκουγαν έναν νέο Μάγο; και μάλιστα μετά απο την ανοησία μου στο Συμβούλιο;" Η Εκάτη φάνηκε να βλέπει την λογική των επιχειρημάτων του Μάριου και ηρεμόντας άρχισε να λέει
"Η Στέλλα ήταν κόρη μου. Καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί ενδιαφέρομαι τόσο να καταστραφούν οι φονιάδες της" Ο Μάριος την κοίταγε, αλλά δέν φάνηκε να έχει κάτι άλλο να πεί, και άρχησε να κλαίει σιγανά. Μή ξέρωντας τί άλλο να κάνει, της είπε με την πιό σταθερή φωνή που είχε εκείνη την στιγμή "Και εγώ θέλω να οδηγηθούν αυτοί οι άνθρωποι στην δικαιωσήνη, και το ξέρεις. Μήν απελπίζεσαι, θα πάω εκεί ο ίδιος και θα προσπαθήσω να βρώ έναν τρόπο να πάω στο Βασίλειο των Ίσκιων. Μήν αφήνεις την οδύνη να σε ελέγχει." και μόλις τελείωσε βγήκε ήρεμα απο το γραφείο, πηγαίνοντας προς την αίθουσα οπου θα συναντούσε τις δύο νέες συνεργάτιδές του.
Στον δρόμο σκευτόταν την Εκάτη. Δέν ήταν το γεγονός οτι η Αντιγόνη ήταν η κόρη της που τον είχε αναστατώσει, αλλά η σκιά που φάνηκε να καταπίνει την ψυχή της όταν μίλησε για τις δολοφονικές της διαθέσεις ενάντια των δύο ανδρών...

Ήρθε μισή ώρα πρίν την συμφωνημένη, οπότε το δωμάτιο το βρήκε άδειο απο ανθρώπους. Ήταν μεσσαίου μεγέθους και θύμιζε έντονα σχολική αίθουσα, αφού είχε μέσα δεκαπέντε καφέ ξύλινα θρανία οργανωμένα σε τρείς σειρές των πέντε, με κάθε θρανίο να έχει μία καρέκλα απο πίσω, και είχε τρείς μεγάλους μαυροπίνακες που καταλάμβαναν τον τοίχο απέναντι απο τα θρανία. Δέν υπήρχε έδρανο στην θέση οπου συνήθως καθόταν ο καθηγητής, παρα μόνο ένα ακόμα ξύλινο θρανίο, όμοιο με τα άλλα, πάνω στο οποίο ήταν ακουμπησμένος ένας σπόγκος και ένα πακέτο λευκές κημολίες. Η αίθουσα ήταν φωτισμένη απο μακρόστενες λευκές λάμπες νέον, ακριβώς όπως στα άλλα σχολεία, και η συνολική εικόνα έκανε τον Μάριο να αναπολύσει τα μαθητικά του χρόνια. Δέν είχε περάσει και πολύς καιρός απο τότε...
Κάτι έπεσε. Ο Μάριος αμέσως γύρισε το κεφάλι του προς εκεί απ' όπου ακούστηκε ο ήχος. Κοιτώντας το θρανίο του καθηγητή, είδε οτι το πακέτο με τις κημολίες είχε πέσει κάτω. Δέν είχε αέρα και τα θρανία ήταν επίπεδα.
Ο Μάριος ενεργοποίησε στην στιγμή ένα ξόρκι που του επέτρεπε να βλέπει τις αύρες των ανθρώπων. Μπροστά του, δίπλα απο την έδρα, στεκόταν ένας άνθρωπος. Δέν μπορούσε να καταλάβει τινός φύλου απο την αύρα του, μόνο το οτι είχε διάθεση για πλάκες. Ο Μάριος χαμογελόντας πλησίασε γρήγορα την φιγούρα, και βάζοντας το δεξί του χέρι στο σημείο που πρέπει να ήταν ο ώμος της είπε "Κάτι τέτοια δέν πιάνουν σε εμένα, φίλε μάγε". Το χέρι του είχε πράγματι αγγίξει τον ώμο της φιγούρας, της οποίας η αύρα είχε αλλάξει σε έκπληξη και θαυμασμό. Απο το άγγιγμα του κατάλαβε οτι μπροστά του είχε μία κοπέλα, διότι ο ώμος ήταν ακάλυπτος και πολύ απαλός. Χαμογελόντας ακόμα περισσότερο πρόσθεσε "Ή μήπως πρέπει να πώ 'φίλη';" Η άυρα της κοπέλας είχε ξεκάθαρα αλλάξει σε θαυμασμό και ακούστηκε ένας αναστεναγμός. Ο Μάριος έκανε ένα βήμα πίσω κατεβάζοντας το χέρι του, ενώ σιγά σιγά γινόταν φανερό το σώμα της κοπέλας.
Η ψηλή κοκκινομάλα κοπέλα γύρω στα 20 που είχε μπροστά του χαμογελόντας παιχνιδιάρικα του είπε "Λυπάμαι που σε ενόχλησα. Φαινόσουν πολύ στον κόσμο σου και δέν ήθελα να τραβήξω την προσοχή σου." Φορούσε απλά ρούχα, ένα πορτοκαλί αμάνικο μπλουζάκι και ένα τζίν ξεβαμμένο, και δέν είχε βαφτεί. Είχε κοντά καρρέ κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Το δέρμα της ήταν ιδαίτερα ανοικτόχρωμο. 'Ηταν πολύ λεπτή, έμοιαζε με μπαλαρίνα. Ο Μάριος γέλασε χαρούμενα και είπε "Μα ούτως ή άλλως δέν θα τράβαγες ιδιαίτερα την προσοχή μου!"
Ενώ η κοπέλα ετοίμαζε μία τσουχτερή απάντηση, μία κάπως μπάσσα αντρική φωνή ακούστηκε απο την πόρτα. "Ελπίζω να μήν διακόπτω μία προσωπική στιγμή! Εδώ μαζευόμαστε για την εξόρμηση στην φύση;" Η κοπέλα και ο Μάριος γύρισαν προς την πυγή του ήχου για να αντικρίσουν έναν νέο, γύρω στα 20 και αυτόν, με αρκετά ιδιαίτερη εμφάνιση. Φορούσε ένα πολύ σκούρο καφέ δερμάτινο παντελόνι και απο πάνω ένα μαύρο πουκάμισο με κάθετες γκρίζες ρίγες που κάποτε πρέπει να ήταν καλοφτιαγμένο, αλλά τώρα ήταν κάπως σκισμένο στα μανίκια και το κάτω μέρος του. Τα κουμπιά έκαναν έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο πουκάμισο, ώντας κόκκινα. Είχε μακριά μάυρα και κάπως απεριποίητα μαλλιά, και το χαμογελαστό πρόσωπό του στόλιζε ένα γενάκι γύρω απο το στώμα και το πιγούνι. Ήταν εξαιρετικά λεπτός και ψηλός, ψηλότερος απο τον Μάριο, και το πουκάμισο ήταν μερικά νούμερα μεγαλύτερο απ' ότι θα έπρεπε, πράγμα που έκανε την συνολική του παρουσία να δίχνει ελάχιστα προσεγμένη. Κάποια όμως μικρά στοιχεία έδειχναν ξεκάθαρα οτι το αντίθετο συνέβαινε. Το κόκκινο χρώμα των κουμπιών ήταν εξαιρετικά φωτινό, που δέν θα έπρεπε άν το πουκάμισο ήταν όντως παλιό, και το ύφασμα ήταν σκισμένο σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, τονίζοντας κάποια χαρακτηριστικά, όπως τα μακριά και λεπτά δάκτυλά του ή την λεπτή του μέση. Αλλά το φαινομενικά ατημέλητο ντίσημό του δέν ήταν αυτό που έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση πάνω του. Αυτό που παγίδευσε το βλέμμα του Μάριου ήταν τα μάτια του νέου.
Φανέρωναν εφυήα και υσχηρή θέληση. Δέν σε άφηναν εύκολα να αποτραβήξεις το βλέμμα σου απο πάνω τους. Αλλά δέν ήταν μόνο εξ' αιτίας του χαρακτήρα, στοιχεία του οποίου άφηναν να φανούν, αλλά το γεγονός οτι η ίριδα του αριστερού του ματιού ήταν κατακόκκινη.
Ο Μάριος κοιτάζοντάς τον είπε "Όχι, δέν διακόπτεις τίποτα. Και ναί, εδώ είναι η αίθουσα που ψάχνεις" "Γιατί όμως την ψάχνεις; Υποτίθεται οτι περιμένουμε μόνο μία κοπέλα ακόμα" παρενέβει η κοκκινομάλλα. Ενώ ο νέος έμπαινε μέσα περπατώντας με το πάσο του και κοιτόντας τριγύρο είπε κάπως βαριεστημένα "Χτές το βράδυ Αφυπνήστικα και η Νεφερτίτη αποφάσησε οτι θα μου έκανε καλό να ερχόμουν μαζί με εσας που έχετε περισσότερη πείρα. Δέν σας ειδοποίησε;" συμπλήρωσε χαμογελόντας κάπως ειρωνικά.
Ο Μάριος κοίταξε τους δύο νέους μάγους που είχε μπρωστά του. Δέν ήταν πολύ μεγαλήτερος, ήταν 25 χρονών, αλλά ένοιωθε σάν να ήταν γέρος μπροστά σε αυτούς τους δύο. Άραγε ήταν 19; 20; Χαμογέλασε και υποκλήθηκε ελαφρά. "Με λένε Τιτλακάουαν. Και εγώ προχτές Αφυπνήστηκα."
Ο νεόφερτος χαμογέλασε ελαφρά και είπε "Μεφιστοφελής, Μεφίστο αν προτιμάτε. Όπως το όνομα του ανάλογου δαίμονα. Χάρηκα, Τιτλακάουαν." Η κοπέλα έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης και είπε "Εσύ είσαι αυτός για τον οποίο μιλάει η προφητεία; Όλο το Τάγμα για εσένα μιλάει! Τιμή μου να σε γνωρίζω! Ο δάσκαλός μου επέλεξε το όνομα Μπάστετ για εμένα και έχω Αφυπνηστεί εδώ και δύο μήνες!" και υποκλήθηκε χαρούμενη.
Βήματα ακούστηκαν απο τον διάδρομο. Οι τρείς νεαροί μάγοι γύρισαν να αντικρίσουν αυτόν που ερχόταν και είδαν την Νεφερτίτη να μπαίνει μέσα περπατώντας γρήγορα χωρίς να τους έχει προσέξει. Είχε το κεφάλι σκημμένο προς τα κάτω και φαινόταν να σκεύταιται κάτι συμαντικό. Οι τρείς νέοι στεκόντουσαν ακριβώς εκεί που ήταν, ο ένας δίπλα απο τον άλλον, με τον Μάριο στην μέση. Και οι τρεις κοιτάζανε την Νεφερτίτη να περπατάει σκευτική, να ακουμπάει το καφέ ντοσιέ που κρατούσε πάνω στο θρανίο του καθηγητή και να κάθεται στην καρέκλα. Είχε σκυμμένο ακόμα το κεφάλι αφηρημένη προς τα κάτω, οπότε είδε τις πεσμένες κημολίες. Ευθής σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τους νέους. Το πρόσωπό της χαλάρωσε και το βλέμμα της έγινε φιλικό. Χαμογελόντας τους είπε "Με συγχωρήτε, σκευτόμουν κάτι και δέν σας πρόσεξα. Καλώς ορίσατε! Καθήστε όπου θέλετε.
Οι τρείς νέοι είπαν μερικούς χαιρετισμούς προς την Αρχηγό του Τάγματος τους και γύρισαν προς τα θρανία. Η Μπάστετ έκατσε στο πρώτο θρανίο της μεσαίας σειράς, ο Μεφιστοφελής έκατσε στο τελευταίο θρανίο της δεξιάς σειρας (πίσω δεξιά απο την κοκκινομάλλα μάγισσα) και ο Τιτλακάουαν έκαστε στο δεύτερο θρανίο της αριστερής σειράς. Η Νεφερτίτη, ακόμα αφηρημένη, άρχισε να ψαχουλεύει το ντοσιέ που είχε ανοίξει μπροστά της. Δέν ήταν ιδιαίτερα παχή, έπρεπε να χωρούσε γύρω στα πενήντα χαρτιά κανονικού μεγέθους. Μέσα είχε μία μικρή στοίβα με χαρτιά, και απ' ότι μπορούσαν να διακρίνουν οι τρείς νεαροί μάγοι, ήταν όλα γεμάτα κείμενο, ή ήταν έγχρωμες εικόνες. Κάποια στιγμή φάνηκε να βρήσκει αυτό που έψαχνε, και ανασηκώνοντας τα μάτια, έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην αίθουσα.
"Μας λείπει μία ακόμα, σωστά;" είπε μετα απο μερικά δευτερόλεπτα έρευνας. 'Μετρούσε τόση ώρα;' ένοιωσε να του στέλνει ένα νοητικό μύνημα η Μπάστετ. Εκείνος της έστειλε ένα συναίσθημα χαράς, αντίστοιχο του χαμογέλου, και της είπε νοητικά 'μπορεί να δυσκολεύεται να μετρά μέχρι το τρία'. Εκείνη την στιγμή η Νεφερτίτη γύρισε προς την πόρτα. Είχαν ακουστεί βήματα, κατάλαβε ο Μάριος. Δέν τους είχε δώσει σημασία όταν τα άκουσε, ήταν συγκεντρωμένος στο ξόρκι του. Κοίταξε και εκείνος προς την πόρτα την στιγμή που η Νεφερτίτη έλεγε χαμογελαστά "Καλώς όρισες, Άρτεμη!"
Μία κοπέλα περπάτησε ανάλαφρα και μπήκε στην αίθουσα. Έδιχνε είκοσι και ήταν αρκετά ψηλή, αλλά πιό κοντή απο την Μπάστετ που έφτανε το ύψος του Μάριου. Είχε μελαχρινά μαλλιά που της έφταναν ώς την μέση. Δέν ήταν τοσο λεπτή όσο η άλλη κοπέλα, είχε ένα σώμα που ήταν γεμάτο ακριβώς εκεί που έπρεπε. Η μέση της είχε κανονικό μέγεθος και το υπόλοιπο σώμα της φανέρωνε μία κοπέλα που δέν ήταν κοπλεξική με το σώμα της, ήξερε οτι ήταν σωστό. Φορούσε πράσινη μακριά φούστα η οποία δέν κόλλαγε πάνω στο σώμα της, και απο πάνω μία πράσινη πάλι μπλούζα, μακριά μέχρι πιο κάτω απο την μέση της, η οποία ήταν διακοσμημένη με μερικά ρόζ και πορτοκαλιά λουλούδια. Είχε ένα αρκετά ανοικτόχρωμο δέρμα, κάτι ανάμεσα στο κανονικό ρόζ και αυτό της Μπάστετ, και στο ωβάλ πρόσωπό της, κάτω απο τα φωτινά μεγάλα καφέ μάτια της, είχε μερικές φακίδες.
'Πρέπει να είναι απο τις πιό ωραίες κοπέλες που είχω αντικρήσει μέχρι στιγμής' σκέυτηκε ο Μάριος, αλλά αμέσως το μετάνιωσε γιατί είχε ξεχάσει οτι όλες οι δυνατές σκέψεις του μεταφέρονταν στον νού της Μπάστετ μέχρι να τελειώσει το ξόρκι του. Εκείνη ξεφύσηξε σιγανά ωστε μόνο ο Μάριος να το ακούσει και του είπε με τον νού της 'μάζεψε τα σάλια σου ερωτοχτυπημένε. έχουμε δουλειά'. 'Δέν μου τρέχουν τα σάλια' και εστίασε πάλι γύρω του οπου η καινούρια κοπέλα υποκλεινόταν λέγοντας "Με λένε Άρτεμη. Ανήκω στο Μονοπάτι των Θύρσους και έχω Αφυπνηστεί εδώ και τρείς βδομάδες." Η Μπάστετ μπροστά απο τον Τίτλ σήκωσε το δεξί της χέρι σε χαιρετισμό και είπε "Μπάστετ των Όμπριμος. Χάρηκα!" Ο Μεφιστοφελής έκλεινε το κεφάλι του και είπε απλά "Μεφίστο των Μόρος". Η Άρτεμις κοίταξε τον Μάριο, και εκείνος ανταποδίδοντας το βλέμμα και χαμογελόντας είπε "Τιτλακάουαν, του Μονοπατιού των Μάστιγκος. Καινούριος στον κόσμο των Αφυπνησμένων".
Η Άρτεμις χαμογέλασε στον Μάριο σε απάντηση του δικού του χαμόγελου, και πήγε να κάτσει μπροστά του, δεξιά απο την Μπάστετ. Για να αποφύγει άλλη καταλάθος επικοινωνία, ο Μάριος είπε με την σκέψη του στην Μπάστετ 'άντε, τα λέμε' και μόλις αυτή απάντησε 'αντίο' και έστειλε ένα χαμόγελο, διέκοψε το ξόρκι. Αυτά έγιναν σε ελάχιστο χρόνο, λιγότερο απ' όσο πήρε στην Άρτεμη να έρθει προς την καρέκλα της. Μόλις έκατσε, γύρισε πίσω προς τον Μάριο και είπε χαμογελώντας "Καλωσόρισες στον κόσμο μας, Τιτλακάουαν" και ξαναγύρισε μπροστά.

Η Νεφερτίτη σηκώθηκε όρθια. "Αφού μαζευτήκαμε όλοι, μπορούμε να αρχίσουμε." χτήπησε παλαμάκια μία φορά με τα χέρια της και μετά έπιασε ένα πακέτο φωτογραφίες απο το ντοσιέ της. Το έδωσε στην Άρτεμιδα και μουρμούρισε 'πέρασε τις και στους άλλους'. Εκείνη κοίταζε την φωτογραφία, ενώ η Νεφερτίτη ξεκίνησε να λέει "Λοιπόν. Η αποστολή σας είναι πολύ απλή. Κάποιοι δήθεν αρχαιολόγοι των Κοιμησμένων (έτσι αποκαλούσαν οι Αφυπνησμένοι τους ανθρώπους που ακόμα ήταν επιρεασμένοι απο τον Λύθαργο) ανακαλύψαν μία αρχαιολογική τοποθεσία. Αποφάνθηκαν οτι επρόκειτο για έναν αρχαίο ναό, περι το 500 π.Χ. Πολύ έξυπνοι αυτοί οι αρχαιολόγοι τις πλάκας. Πέσαν έξω μερικές χιλιάδες χρόνια, μόνο. Μπροστά τους δέν είχαν έναν ναό των αρχαίων ελλήνων προς τιμήν του Απόλλωνα αλλά ένα ησυχαστήριο ενός απο τους πρώτους Ατλάντιους Μάγους που είχε γυρίσει στην πατρίδα του για να πολεμήσει τα αρχαία κακά. Η Μαγεία που είχε χρησιμοποιηθεί εκεί ήταν τόσο έντονη, που ακόμα και σήμερα υπάρχει εκεί ένα Λόκους, ένα μέρος οπου το Γάντι είναι πολύ λεπτότερο απο το κανονικό. Μάλιστα είναι ένα Λόκους τρίτου βαθμού, το πιό δυνατό."
Όσο η Νεφερτίτη μιλούσε, η Άρτεμις και η Μπάστετ είχαν δέι τις φωτογραφίες, οπότε τις πήρε ο Μάριος. Έδειχναν προφανώς τον αρχαιολογικό χώρο για τον οποίο μιλούσε η Νεφερτίτη. Στις πρώτες τρείς εικόνες φαινόνταν τα απομεινάρια ενός ορθογώνιου κτήσματος, με τις βάσεις για κολώνες ξεκάθαρες στο μπροστινό τμήμα. Οι τοίχοι σώζονταν μέχρι την μέση περίπου, και στο εσωτερικό τους το μισό κάποιων κοιώνων ήταν ολοφάνερο. Στον γύρω χώρο διακρίνονταν δέντρα. Οι επόμενες τρείς φωτογραφίες έφεραν την σημείωση πάνω δεξιά 'τα Ίχνη' και δέν ήταν έγχρωμες. Ήταν τα ίδια πλάνα με τις υπόλοιπες, όμως φαινόντουσαν ολοφάνερα κύκλοι λευκού οι οποίοι ήταν εξαιρετικά έντονοι στο κέντρο του κτήσματος και θόλωναν όσο προχωρούσε προς τα έξω. Αλλά ολόκληρη η φωτογραφία γέμιζε απο 'τα Ίχνη', που σημαίνει οτι η ενέργεια πρέπει να έφτανε μέχρι και είκοσι μέτρα γύρω απο το κτίσμα. Αφού τις κοίταξε καλά, σημείωσε στο μυαλό του να ρωτήσει τί είναι ακριβώς τα Ίχνη, και έδωσε τις φωτογραφίες στον Μεφιστοφελή που είχε έρθει να καθίσει στο διπλανό θρανίο.

"Αυτό το Λόκους, λοιπόν, μας χρειάζεται" συνέχισε η Νεφερτίτη. "Υπάρχουν κάποια πειράματα που θέλουμε να διεξάγουμε εκεί. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, δέν θέλουμε να πέσει στα χέρια των Λυκανθρώπων." εκείνη την στιγμή έκανε μία παύση, πήρε πίσω τις φωτογραφίες και κινήθηκε προς την έδρα για να τις βάλει πίσω. Ενώ έψαχνε μέσα στα χαρτιά της, ο Μάριος κοίταξε τριγύρω σαστισμένος. Η Νεφερτίτη είχε μόλις αναφερθεί σε λυκανθρώπους και κανείς δεν αντέδρασε!... Φάνηκε να βρήσκει αυτό που έψαχνε, γιατι γύρισε και πάλι προς τους τέσσερεις μάγους και μάγισσες. Κρατούσε κάτι χαρτιά και μερικά μικρότερα κομμάτια χαρτί, γαλάζια στο χρώμα, και άνοιξε το στώμα της για να συνεχίσει να μιλάει. Ο Μάριος σήκωσε το δεξί του χέρι. Η Νεφερτίτη τον κοίταξε και χαμογελόντας του είπε "τί είναι, Τιτλ;". Όλοι είχαν αρχήσει να τον φωνάζουν με την μικρότερη έκδοση του ονόματός του;... "Νομίζω οτι αναφέρατε την λέξη.. Λυκάνθρωποι. Θέλετε να πείτε οτι.. υπάρχουν;" Η Νεφερτίτη τον κοίταξε με απορία, της Αρτέμιδος απο μπροστά του της ξέφυγε ένα γελάκι, η Μπάστετ γύρισε και τον κοίταξε ειρωνικά και ο Μεφιστοφελής ξεφύσηξε. Η Μπάστετ είπε, πρωτού προλάβει η Νεφερτίτη να του απαντήσει "μόνο οι Μάγοι θα έχουν το προνόμιο της ύπαρξης; Φυσικά και υπάρχουν λυκάνθρωποι!" "Καί βρικόλακες." είπε σιγανά απο πίσω ο Μεμφίστο. Η Άρτεμις γύρισε και κοιτάζοντάς τον με το πρόσωπό της στολισμένο απο ένα υπέροχο χαμόγελο, είπε "επίσεις υπάρχουν και Νεράιδες ή Αερικά, υπάρχουν όντα σαν τον Φράνκενστάιν, υπάρχουν δαίμονες, άγγελοι.. Ακόμα και Γκρέμλιν!"
Ο Μάριος έμεινε να τους κοιτάζει. "Και πώς κατάφερναν και έμεναν κρυμμένοι τόσο καιρό;" Η Νεφερτίτη άφησε ένα εγκάρδιο γέλιο. "Είναι ειρωνικό. Ήξερες για εμάς; Πώς περιμένεις να ξέρεις και για τους άλλους;" Ο Μάριος κατάλαβε την ορθότητα των επιχειρημάτων της. Αλλά ακόμα δυσκολευόταν να το πιστέψει... Εντάξει η Μαγεία, είναι σχεδόν φυσικό. Αλλά βαμπίρ; Λυκάνθρωποι; Του ήταν κάπως δύσκολο να το πιστέψει...

"Όπως και νά 'χει, θα δείς σύντομα μερικούς απο το κάθε είδος" η Νεφερτίτη χαμογέλασε, και συνέχισε "Άν συναντήσετε λυκανθρώπους, προσπαθήστε να κάνετε μία συμφωνία μαζί τους για να μας επιτρέψουν να χρησιμοποιήσουμε λίγο το Λόκους. Άν υπάρξει πρόβλημα," και έβγαλε απο την τσέπη της ένα χαρτάκι "μπορείτε πάντα να στείλετε SMS! Είμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα!" και έδωσε το χαρτί στην Μπάστετ. "Εσύ είσαι η πιό έμπειρη, οπότε θα βάλω εσένα αρχηγό και υπεύθηνη για την επικοινωνία." Ο Μεφιστοφελής αναστέναξε βαριεστημένα πίσω και σηκώνοντας το χέρι είπε "πότε τελειώνουμε; βαρέθηκα! θέλω λίγη δράση, λίγο Θάνατο" την τελευταία λέξη την είπε όπως λέμε μία λέξη που ξεκινά με κεφαλαίο. Η Νεφερτίτη τον κοίταξε αυστηρά και είπε "όχι σκωτομούς. Φερθήτε διπλοματικά. Εσύ, Άρτεμις, είσαι μία αρχαιολόγος. Σε λένε Ειρήνη" και τις έδωσε δύο χαρτιά που απ' ότι κατάλαβε ήταν μία ταυτότητα και μία άδεια για κάτι. "Μπάστετ, είσαι βοηθός της Ειρήνης. Λέγεσε Μαρία." της έδωσε ένα ανάλογο ζευγάρι χαρτιών. "Τιτλακάουαν, σε λένε Ιωάννη και είσαι ερευνητής και θρησκειολόγος. Μεφίστο, σε λένε Αντρέα και είσαι βοηθός του Ιωάννη με ειδήκευση" "Πού;" ρώτησε ο Μεφιστοφελής ενώ έπαιρνε τα χαρτιά που του έδινε η Νεφερτίτη που στεκόταν δίπλα του. "Σκέψου κάτι. Λοιπόν, αυτά. Καμία ερώτηση;" ο Μεφιστοφελής σήκωσε το χέρι του. "Μπορώ να έχω ειδήκευση στο να καλώ στρατούς απο απέθαντους;" η Νεφερτίτη τον κοίταξε κουρασμένα, αλλά χαμογελόντας. "Όχι, λυπάμαι". Και λέγοντας "Φεύγετε τώρα, έχετε αρκετό δρόμο. Μπάστ, ορίστε τα κλειδιά του αμαξιού, οδήγα προσεκτικά" και έχοντας μαζέψει τα χαρτιά που περίσευαν, της πέταξε έναν κρίκο με δύο κλειδιά και έφυγε απο την πόρτα φωνάζοντας ένα "Αντίο!"
"Πάμε να δούμε το αμάξι!" πετάχτηκε πάνω χαρούμενη η Άρτεμις.

"Δ-Δέν το π-πιστεύω! ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ Α-ΑΜΑΞΙ;!;!" η Μπάστετ είχε μείνει με το στώμα ανοικτό. Το μοναδικό αμάξι στο δεύτερο γκαράζ που βρησκόταν μπροστά απο το γραφείο κηδειών ήταν ένας σωρός λαμαρίνες που πρίν απο δέκα χρόνια αποφάσισε οτι το να είναι αμάξι είχε καταντήσει βαρετό μετά απο τόσο καιρό. Πρέπει να ήταν απο τα πρώτα μοντέλα αμαξιών. Είχε καφέ χρώμα, γεγονός που δέν έμοιαζε να οφείλετε σε κάποιο βάψιμο. Τα πίσω παράθυρα δέν άνοιγαν και τα καθήσματα (όσο φαινόντουσαν μέσα απο την σκόνη αιώνων που είχε κατακαθήσει πάνω στα τζάμια) ήταν σκισμένα και.. μασουλιμένα σε μερικά σημεια. Σε πολλά, βασικά. "Φαίνεται έτοιμο να γκρεμιστεί!" και για να τονίσει τα λόγια της άγγιξε με προσποίητη προσοχή το καπώ. Ευθής αμέσως το "αμάξι" τυλίχτηκε σε ένα δυνατό φώς. Η Μπάστετ έκανε ένα αλματάκι προς τα πίσω και φωνάζοντας μία λέξη γύρω της εμφανίστηκε μία αχνή λευκή φούσκα ενέργειας. Η Άρτεμις, ο Τιτλακάουαν και ο Μεφιστοφελής έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω, έτοιμοι και αυτοί να κάνουν ότι ξόρκια χρειαστούν. Σιγά σιγά το φώς υποχώρησε, για να αποκαλύψει το αμάξι, αλλαγμένο.
Στην θέση του (τουλάχιστον) σαράβαλου, τώρα υπήρχε ένα τετραθέσιο σπόρ κμπριολέ αμάξι, στο χρώμα της φωτιάς, ακριβώς όπως τα μαλλιά της Μπάστετ. "That is what I am talking about!" φώναξε η Μπάστετ, και χωρίς να μπεί στο κόπο να ανοίξει την πόρτα, πήδηξε μέσα. "Ελάτε παιδιά! Ώρα για ταξιδάκι στην Πελλοπόνησο!"

Δεν υπάρχουν σχόλια: