{μα το Χάος... Σας παρακαλώ, συγχωρέστε την έλλειψη φαντασίας όσον αφορά το όνομα του χαρακτήρα πρίν την Αφήπνηση.. Δέν μπορούσα να σκευτώ κάτι καλύτερο... :'( }
Δέν ήταν ιδιαίτερα αργά, παρόλα αυτά δέν υπήρχε ψυχή στον δρόμο. Ίσως βέβαια να έφταιγε και το γεγονός οτι η περιοχή δέν είχε την καλύτερη φήμη... Όπως και να είχε, τον νέο δέν τον ένοιαζε, ήξερε να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Αυτό το γεγονός, και η δίψα του για γνώση, ήταν που τον ώθησε να δεχτεί την πρόταση της συμφοιτήτριάς του. Δέν την ήξερε καλά, αλλά κάτι πάνω της τον έκανε να της έχει περισσότερη εμπιστοσύνη απο πολλούς άλλους. Άν και, στην πραγματικότητα, δέν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν πέρα απο τον εαυτό του. Ήξερε καλά τους ανθρώπους. Με την παραμικρή ευκαιρία θα τον πρόδιδαν. Άλλωστε δέν είχαν καμία υποχρέωση απέναντί του, γιατί να είναι και ειλικρινείς ή πιστοί;
Αλλα εκείνη - πώς την λέγανε;... Α, ναί, Αντιγόνη... Ωραίο όνομα - τον έκανε να νοιώθει οτι μπορούσε να την εμπιστευτεί, οτι δέν θα τον έβλαπτε να μήν εξέταζε τρίτη φορα τα κίνητρά της. Του είχε προτείνει να συναντηθούνε σε ένα κλάμπ. Δέν συνήθιζε να πηγαίνει σε κλάμπ. Δέν ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός, βέβαια δέν κλεινόταν όλη μέρα μέσα στο δωμάτιο του στον κοιτώνα. Απλά αηδίαζε με τις περισσότερες συνήθιες των ανθρώπων γύρω του... Ζώα... Δέν μπορεί ο άνθρωπος να είναι τόσο αδύναμος και τιποτένιος...
Ο μαυροντυμένος νέος έφτασε μπροστά απο την πόρτα του κλάμπ. Ήταν σε χειρότερη κατάσταση απότι περίμενε, και δέν περίμενε πολλά. Έμοιαζε έτοιμο να γκρεμιστεί, και θα το πέρναγε για εγκαταλελημένο αν δέν ήταν η μεγάλη πινακίδα πάνω απο την σκουριασμένη σιδερένια πόρτα που έγραφε "Χ ος". Ανάμεσα απο το "Χ" και το "ος" έλειπε ένα γράμμα, αλλά φαινόταν απο το σημάδι που είχε αφήσει οτι επρόκειτο για ένα "ά". Χάος. Ναί, αυτό ήταν το κλάμπ στο οποίο η Αντιγόνη του είχε προτίνει να συναντηθούν. Όταν την είχε ρωτήσει γιατί, εκείνη είχε απαντήσει απλά "ξέρω το μέρος". Ανασήκωσε τους όμους του, και προσεκτικά, για να είναι έτοιμος να πηδήξει στο πλάι άν έπεφτε το υποτιπόδες στέγαστρο της πόρτας κατω, πλησίασε την πόρτα και την έσπρωξε. Εκείνη άνοιξε τρίζοντας, και αναρωτήθηκε πόσο καιρό είχαν να λαδοθούν οι μεντεσέδες της. Αιώνες, πιθανότατα...
Η Αντιγόνη είχε πάει νωρίτερα για να περιμένει τον Μάριο. Είχε παρατηρήσει μέσα του κάτι που λίγοι είχαν: πολύ δυνατή θέληση και την προδιάθεση για Αφήπνηση. Ήταν άλλωστε σχεδόν αφηπνησμένος. Ήταν, όπως οι άνθρωποι του "είδους" της τον αποκαλούσαν, Υπνοβάτης.
Ο χώρος ήταν σκοτεινός, αλλά αυτό δέν ήταν πρόβλημα για της αισθήσεις της. Θα ένοιωθε τον Μάριο όταν έμπαινε στον χώρο. Προς το παρόν ήταν δέκα λεπτά πρίν την συμφωνημένη ώρα, όπως διαπίστωσε κοιτώντας το ρολόι της.
Έπαιζε απαλή γκόθ μουσική με αργό ρυθμό απο τα παρακμιακά ηχεία στα διάφορα σημεία των τοίχων. Η Αντιγόνη καθόταν ύσηχα σε ένα τραπέζι στην γωνία του τετράγωνου δωματίου. Στο βάθος, διαγώνια απέναντί της, μπορούσε να δεί την πόρτα, στην αριστερή άκρη του τοίχου. Στην δεξιά άκρη του ίδιου τοίχου υπήρχε μία παρωδία μπάρ. Το μόνο που θύμιζε μπάρ ήταν το ευθή ξύλο που ξεκίναγε μπηγμένο και χτισμένο μέσα στον δεξί τοίχο και στην άκρη του στοιριζόταν πάνω σε ένα σιδερένιο πόδι. Ένας χοντρός άντρας καθόταν σε ένα σκαμπό πίσω απο τον πάγκο και μπροστά του, σε ένα απο τα ψηλά καθίσματα που θύμιζαν τα ξαδέρφια τους στα κανονικά μπάρ, καθόταν μία ψιλόλιγνη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Είχε γυρισμένη την πλάτη της προς την Αντιγόνη, οπότε εκείνη δέν μπορούσε να δεί άν ήταν όμορφη ή όχι. Στο υπόλοιπο δωμάτιο ήταν σκορπισμένα πράγματα που προσπαθούσαν να είναι τραπέζια με καρέκλες, αλλά δέν τα κατάφερναν πολύ καλά. Η Αντιγόνη ήταν καθισμένη σε ένα απο τα πίο καλοφτιαγμένα, δηλαδή ήταν απλώς ένα ξύλο στρογγυλό με τρία πόδια και είχε γύρω του τρείς καρέκλες που ήταν κατασκευασμένες απο δύο κομμάτια ξύλο, το ένα καρφομένο κάθετα στο άλλο, και τέσσερα - ας πούμε - πόδια.
Η Αντιγόνη είχε ντυθεί απλά, άλλωστε δέν ήταν ραντεβού αυτο. Όχι πως δέν την ενδιέφερε ο Μάριος, κάθε άλλο. Απλώς καταρχάς δέν ήθελε να του δώσει αέρα, και κατα δεύτερον δέν ήθελε να προκαλέσει ερωτήσεις. Το κλάμπ ήταν στο πολύ φτωχό τμήμα της Αθήνας και άν πήγαινε εκεί με τουαλέτα θα υπήρχαν πολλά προβήματα. Γιαυτό φόρεσε μία απλή αμάνικη μαύρη μπλούζα και ένα μπλέ σκούρο τζίν. Είχε αφήσει τα μακριά μέχρι την μέση ίσια μαλλιά της ελέυθερα, χωρίς στολίδια, και δέν είχε βάψει το χλωμό πρόσωπό της. Άλλωστε δέν της πήγαινε το βάψιμο... Τα μεγάλα καφέ μάτια της φαινόντουσαν ήδη έντονα σε αντίθεση με το λευκό δέρμα της χωρίς την ανάγκη σκιάς. Τα χείλη της, κόκκινα απο φυσικού τους, με κραγιόν έδειχναν σάν στώμα κλόουν. Και σε τελική ανάλυση, η ωραιότερη ομορφιά είναι η φυσική ομορφιά.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και ένας μετρίου αναστήματος νέος στάθηκε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του για να συνηθίσουν στην έλλειψη φωτός. Έμοιαζε με τον Μάριο - όχι, ήταν ο Μάριος. Αλλά γιατί δεν τον είχε νοιώσει; Συγκεντρώθηκε λίγο πιό έντονα στην ιδιαίτερη όρασή της, και ανακάλυψε οτι ο Μάριος, χαμένος στις σκέψεις του, δέν έκανε έντονη την παρουσία του. Χρειαζόταν να συγκεντρωθεί αρκετά για να παρατηρήσει την ύπαρξή του, πράγμα που την έκανε να τον θαυμάσει περισσότερο. Αυτός ο νέος ήταν πραγματικά ιδιαίτερος.
Μετά απο μερικά δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν τα μάτια του για να συνηθήσουν τον ιδιότροπο φωτισμό - ή μάλλον την απουσία του - ο Μάριος έκανε μερικά βήματα μέσα. Είδε πού καθόταν η Αντιγόνη, άλλωστε ήταν η μόνη πελάτισα πέρα απο την περίεργη γυναίκα, και φωνάζοντας στον μπάρμαν μία μπίρα, κινήθηκε προς το τραπέζι της.
Η Αντιγόνη τον κοίταξε να πλησιάζει. Ήταν όπως τον θυμόταν, πάντα με παρόμοια ρούχα, μιάς και δέν έδινε σημασία σε κάτι τέτοια. Φορούσε ένα απλό μαύρο πουκάμισο έξω απο το (επίσης μάυρο) παντελόνι του, και είχε απλά (κατάμαυρα) παπούτσια. Με το δεξί του χέρι κρατούσε ένα χοντρό μαύρο τζίν σακάκι - έκανε κρύο τα βράδυα (αν και η Αντιγόνη δέν είχε πάρει κάποιο πανωφόρι μαζί της, δέν το χρειαζόταν) - και δέν είχε πιασμένα τα μακριά μαλλιά του που σχημάτιζαν μπούκλες και έφταναν μέχρι την μέση της πλάτης του. Έμοιαζε να είχε να ξυριστεί μήνες, οπότε μία γενιάδα είχε σχηματιστεί. Της άραισε πολύ ο τρόπος που έδιχνε όμορφος χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για αυτό. Στην συνολική περίεργη εμφάνισή του ερχόταν να προσθεθεί άλλο ένα χαρακτηριστικό, τα ήρεμα και διαπεραστικά μάτια του πίσω απο τα γυαλιά με τον σηδερένιο σκελετό. Ο τρόπος που σε κοίταγε σε έκανε να νοιώθεις γυμνός και αδύναμος, άν και αυτό δέν έπιανε συχνά στην Αντιγόνη. Επίσης, απο την στάση του σώματός του και γενικότερα απο την άυρα του, φαινόταν σαν να μήν γινόταν αυτός ο άνθρωπος να χάσει την ψυχραιμία του.
"Γειά σου, Αντιγόνη. Τί λέει;" της είπε φιλικά, και κάθισε απέναντί της.
Μετά λίγη ώρα συζήτησης περι ανέμων και υδάτων, ο Μάριος έσκυψε προς την Αντιγόνη και της είπε απλά "έφερες το χειρόγραφο που λέγαμε;". Τον είχε καλέσει σε αυτό το κλάμπ γιατί του είχε πεί οτι θα του έδινε ένα χειρόγραφο - ένα Γροιμόριο Μαγείας, όπως το είχε αποκαλέσει. Η Αντιγόνη τον κοίταξε λίγο ανύσηχη και κάνοντας πίσω του είπε "συγγνώμη, δέν κατάφερα να το πάρω." Ο Μάριος έγυρε ξανά στο ομοίομα καρέκλας του αλλα δέν είπε τίποτα περιμένοντας την Αντιγόνη να συνεχίσει. "Αλλά" πάντα υπάρχει αλλά, σκέφτηκε ο Μάριος, "έχω να σου πώ κάτι άλλο, πολύ συμαντικό. Ίσως πιό συμαντικό απο το Γροιμόριο" ολοκλήρωσε η Αντιγόνη. Μετά απο μία μικρή παύση οπου η Αντιγόνη περίμενε κάποια ερώτηση απο πλευράς του, συνέχισε "Ετοιμάσου να ακούσεις κάτι που θα αλλάξει την ζωή σου".
Ο Μάριος το είχε ξαναακούσει πολλές φορές αυτό. Ψάχνοντας να ικανοποιήσει το ανύσηχο πνεύμα του, είχε μιλήσει με πολλούς ανθρώπους και είχε μυηθεί, έστω και για λίγο, σε αρκετές αδελφότητες. Αυτή την φορά όμως ήταν διαφορετικά. Η Αντιγόνη έμοιαζε έτοιμη να του πεί κάτι που πραγματικά θα του άλλαζε την ζωή.
Η Αντιγόνη ήπιε μία γουλιά απο το ποτήρι της και ξεκίνησε για να πεί κάτι. Δέν πρόλαβε να ανοίξει όμως το στόμα της, όταν η πόρτα του μπάρ άνοιξε διάπλατα και μέσα μπήκαν τρείς άντρες με μαύρα ρούχα, καπαρντίνες και γυαλιά ηλίου. Αυτοί οι άντρες δέν κοντοστάθηκαν στην είσοδο, αλλά μπήκαν με φόρα μέσα. Ο ένας τους, αυτός που ήταν πιό κοντά στο μπάρ, πλησίασε τον μπάρμαν. Φαινόταν γύρω στα τριάντα-πέντε δέν είχε κάτι το ιδιαίτερο στην εμφάνισή του, πέρα απο το ξυρισμένο κεφάλι και το μαύρο μούσι του. Καθώς πλησίαζε τον πάγκο, άρχιζε να ανοιγοκλείνει το στώμα του. Έμοιαζε να μιλάει κανονικά, αλλα το μόνο που άκουγε ο Μάριος ήταν ο ήχος που κάνει μία ταινία όταν παίζει αργά, πολύ αργα. Ο μπάρμαν ξαφνιάστικε απο την αντίδραση του άντρα, αλλα δέν πρόλαβε να κάνει κάτι, γιατί χαμήλωσε το κεφάλι του και κοιμήθηκε ύσηχα. Η γυναίκα απο την άλλη σηκώθηκε απότομα και πρίν προλάβει ο άντρας να γυρίσει σε αυτήν, φώναξε μία λέξη την οποία ο Μάριος δέν κατάλαβε, και έκανε να τον πλησιάσει.
Οι άλλοι δύο άντρες προχωρούσαν προς το μέρος του Μάριου και της Αντιγόνης. Εκείνη φαινόταν ιδιαίτερα χλωμή, τρομαγμένη ίσως. Ο Μάριος απόρησε, αλλά δέν έδωσε περισσότερη σημασία. Κοίταξε τους άνδρες που άρχισαν να κάνουν περίεργες κινήσεις με τα χέρια ενώ πλησίαζαν. Δέν έδειχναν να τους γνέφουν, μόνο να μιλάνε σε μία νοηματική γλώσσα. Όχι μεταξύ τους, δέν κοιτιώντουσαν. Απλά κουνούσαν τα χέρια τους. Ο Μάριος τους παρακολουθούσε με περιέργεια και κατέγραφε στο μυαλό του όσο πιό καλά μπορούσε τα είδη κινήσεων. Γροθιά, δείκτης και μέσος, γροθιά, μικρό δάχτυλο... Ξαφνικά ένοιωσε υπνιλία. Την έδιωξε με ευκολία και συνέχισε να παρατυρεί. Αλλά είχαν σταματήσει τις κινήσεις τους και τον κοίταζαν έκπληκτοι. Δίπλα του άκουσε ένα ροχαλητό και είδε οτι η Αντιγόνη κοιμόταν. Ανασήκωσε τους όμως του, και κοιτώντας ξανά τους δύο άντρες που ήταν πιά κοντά του, είπε ήρεμα "Τί μπορώ να κάνω για εσάς, κύριοι;". Οι δύο μαυροντυμένοι κοιτάχτηκαν και μετά ο ένας, κοιτάζοντας ξανά τον Μάριο, είπε "Έχεις υσχιρή θέληση. Θα έρθεις μαζί μας;". Αυτός που είχε μιλήσει είχε μακριά ίσια μαλλιά και ήταν φρεσκοξυρισμένος.
Μία φωνή ακούστηκε στο βάθος, της γυναίκας. "ΜΗΝ ΠΑΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ, ΜΑΡΙΕ!" δέν την ήξερε, οπότε απόρησε πώς εκείνη ήξερε το όνομά του. Δέν είχε σημασία, θα μάθαινε αργότερα. Δέν την έβλεπε καλά, διότι οι δύο άντρες που στέκονταν μπροστά του την έκρηβαν, αλλά μπορούσε να αντιλυφθεί οτι έκανε κάποιες κινήσεις. Γυρνώντας ξανά να μιλήσει στους άνδρες, συνηδητοποίησε οτι δέν ήταν εκεί. Κοίταξε τριγύρω και είδε οτι δέν ήταν πιά στο κλάμπ, ήταν μέσα σε μία μικρή σπηλιά.
Η σπηλιά ήταν φτιαγμένη απο γκρίζα πέτρα. Οι τοίχοι της δέν ήταν επεξεργασμένοι, πρέπει η σπηλιά να ήταν φυσική. Στο βάθος της σπηλιάς, στον τοίχο απέναντι απο εκεί που στεκόταν ο Μάριος υπήρχε μία σύραγγα, απ' όπου ερχόταν και το φώς που φώτιζε την σπηλιά. Το φώς ήταν ένα δυνατό κόκκινο φώς και δέν φαινόταν απο πού προέρχοταν αφού η σύραγγα έστριβε πιό κάτω. Ο Μάριος ανασήκωσε τους ώμους - για να καταλάβει οτι δέν φορούσε κάτι. Ήταν ολόκληρος γυμνός. Κοίταξε τριγύρω και είδε μία περίεργη στοίβα προς τα αριστερά του. Πλησιάζοντάς την ανακάλυψε οτι ήταν μία στοίβα ρούχων, βασικά ρούχου. Ήταν ένας καφέ μανδύας απο χοντρό μαλλί. Τον φόρεσε και του έκανε τέλεια, σάν να ήταν φτιαγμένος για εκείνον. Ντυμένος πια, άρχισε να προχωρεί προς την σύραγγα. Έστρειβε σε πολύ μικρή απόσταση απο την είσοδό της, οπότε σύντομα ο Μάριος είδε την πηγή του φωτός.
Είχε μόλις στρίψει την γωνία όταν αντίκρισε ένα τοπίο. Το τοπίο ήταν εξαιρετικά περίεργο. Το έδαφος ήταν ολόκληρο απο την ίδια πέτρα που ήταν και η σπηλιά, αλλά δέν ήταν σπηλιά. Πάνω έβλεπε τον ουρανό, έναν ουρανό χωρίς γαλάζιο, τυλιγμένο στα γρίζα σύννεφα, και στο βάθος δεξιά ένας ήλιος που έδυε, κόκκινος σάν το αίμα, το ίδιο φώς που είχε παρατηρίσει πρίν. Το τοπίο έμοιαζε να εκτίνεται επ' άπειρον, άδειο προς όλες τις κατευθήσεις. Γύρισε πίσω του και είδε οτι η είσοδος απο την οποία μπήκε δέν υπήρχε. Και πίσω του εκτεινόταν η άγωνη, πέτρινη γή.
Ξαφνικά άκουσε μπουμπουνιτά. Ο ήλιος είχε χαθεί, και το σκοτάδι βασίλευε. Ένας κεραυνός φάνηκε στον ορίζοντα, και άρχισε να βρέχει με απίστετη δύναμη. Το νερό όταν έπεφτε στην πέτρινη γή δέν κυλούσε, έμοιαζε να απορροφάται απο αυτήν.
Ο Μάριος κοίταξε τριγύρω, και για πολλοστή φορά αναρωτήθηκε πότε πήρε το LSD. Ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε τριγύρω για κάποιου είδους κάλλυμα. Σάν ο άγωνος κόσμος να διάβασε την σκέψη του, μπροστά του ξεφύτρωσε - κυριολεκτικά - ένας πύργος. Ενώ βγήκε μέσα απο την πέτρα, ήταν φτιαγμένος απο κατάμαυρο σίδερο. Ήταν πολύ ψηλός, και αρκετά μακριά απο εκείνον, αλλα μπορούσε να ξεχωρίσει οτι κατέλυγε σε ένα σχήμα, σάν σηδερένιο γάντι σφιγμένο σε γροθιά. Διέκρινε μία πόρτα στην βάση του. Ανασηκώνοντας τους ώμους του (για τρίτη φορα μέσα σε αυτά τα λίγα λεπτά) άρχισε να πλησιάζει τον σιδερένιο πήργο με γοργό βήμα, γιατί η βροχή είχε αρχίσει να είναι εξαιρετικά δυνατή. Μέχρι να φτάσει στον πήργο που ήταν καμία εκατοστή μέτρα μακριά του, η σφοδρή βροχή είχε μουσκέψει τον μάλλινο χειτώνα του. Τον έβγαλε, γιατί πιά δέν του πρόσφερε τίποτα. Μόλις το έκανε αυτό, αμέσως μετάνοιωσε. Οι σταγόνες της βροχής τον τριπούσαν σάν χιλιάδες βελόνες, όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Πήγε να ξαναφωρέσει τον μουσκεμένο μανδύα που είχε ακουμπήσει κάτω, αλλά δέν ήταν εκεί, ούτε πουθενά. Αγκαλιάζοντας το σώμα του, άρχισε να τρέχει προς τον πήργο. Έφτασε μετα απο μερικά δευτερόλεπτα, άλλωστε δέν τους χώριζε και μεγάλη απόσταση πιά.
Όταν έφτασε δίπλα του, παρατήρισε καλύτερα τον μεγάλο πήργο για μερικά δευτερόλεπτα πρίν περάσει μέσα. Ήταν ένα πραγματικό θαύμα μεταλουργείας. Όλος ο πήργος ήταν φτιαγμένος απο ένα ενοιαίο κομμάτι μαύρο σίδερο. Και μάλιστα, ζεστό σίδερο, όπως παρατήρισε με ένα άγγιγμα. Καυτό, και πήρε το χέρι του απο πάνω του πρίν πάθει έγκαυμα. Η πόρτα ήταν φτιαγμένη απο το ίδιο υλικό, αλλά ήταν λιγότερο καυτή, μπορούσε κανείς να την αγγίξει χωρίς να πάθει τίποτα. Ήταν δίφυλλη και βαριά, οπότε χρησιμοποίησε καί τα δύο χέρια του για να την ανοίξει.
Μπροστά του είχε το εσωτερικό μίας φυλακής. Άν και η λέξη "μπουντρούμι" ήταν σωστότερη. Μπήκε μέσα και η πόρτα έκλεισε με θόρυβο πίσω του, σφραγίζοντας την οργή της βροχής έξω. Απόλυτη υσηχία ήταν απλωμένη. Ο χώρος φωτιζόταν απο μερικούς δαυλούς κρεμασμένους στους τοίχους, οπότε μπορούσε να δεί την διαμόρφοσή του. Οι τοίχοι ήταν απο το ίδιο υλικό που ήταν και το εξωτερικό του πήργου. Πάνω τους, στο ύψος ενός μέσου ανθρώπου, ήταν καρφωμένες χειροπέδες. Ο χώρος ήταν μεγάλος, όπως φαινόταν και απέξω. Έχοντας διάμετρο κοντά στα είκοσι μέτρα, ο πήργος είχε πολλά ζευγάρια χειροπέδων στην σειρά, στο ίδιο ύψος. Μερικές χειροπέδες ήταν σπασμένες, αλλα οι περισσότερες έμοιαζαν έτοιμες να κρατήσουν όσους κρίνονταν ένοχοι. Το πιό παράξενο όμως στοιχείο του χώρου αυτού ήταν στην μέση του δωματίου, ακριβώς στην μέση. Πρίν το πλησιάσει ο Μάριος, κοίταξε προς τα πάνω. Το φώς των δαυλών δέν έφτανε για να φανερώσει το τέλος του πήργου. Ξανακοιτόντας στην μέση άρχισε να πλησιάζει.
Όταν έφτασε μπροστά απο το αναλόγιο που είχε πάνω ένα βιβλίο, έκανε το κύκλο του για να δεί τί έγραφε, μίας και το καφέ δερμάτινο εξώφυλλο δέν είχε πάνω καμία ένδειξη. Οι σελίδες του βιβλίου ήταν κιτρινισμένες απο την υγρασία και την ηλικία του βιβλίου. Ήταν χοντρό, γύρω στις οκτακόσιες σελίδες, και ήταν ανοιγμένο κοντά στο τέλος. Ήταν γραμμένη μόνο η αριστερή σελίδα και δύο γραμμές στα δεξια. Τα γράμματα ήταν κατακόκκινα, σάν το αίμα. Και δέν είχε κείμενο, αλλά ονόματα. Ξεφυλίζοντας το βιβλίο, ο Μάριος διαπίστωσε πως περίπου εξακόσιες σελίδες ήταν γεμάτες ονόματα, με μικρά γράμματα. Και η πρώτη σελίδα έφερε τον τίτλο με μεγάλα γράμματα, στα ελληνικά: "ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ".
Ο Μάριος ξαναγύρισε στον τελευταία γραμμένη σελίδα, νοιώθοντας την παρόρμηση να προσθέσει και αυτός το όνομά του στους "ελεύθερους". Συγκρατώντας τον εαυτό του, άρχισε να ψάχνει τριγύρω. Άλλωστε δέν είχε και κάποιον τρόπο να γράψει, ήταν γυμνός, κρύωνε, και είχε περιέργεια να μελετήσει καλύτερα τον χώρο. Μερικά λεπτά έρευνας αποκάλυψαν έναν σωρό απο ρούχα - προς μεγάλη του έκπληξη, τα δικά του - και - προς ακόμα μεγαλύτερη έκπληξή του - μία πένα. Αφού φόρεσε τα ρούχα του, νοιώθοντας ξαφνικά ολόστεγνος, πήρε στο χέρι του την κόκκινη πένα.
Δέν είχε χώρο για μελάνι, ούτε είχε καπάκι. Ανασήκωσε τους όμους, και πλησίασε το βιβλίο ξανά. Το βιβλίο κατα έναν περίεργο τρόπο ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει, χωρίς να είχε αλλάξει καθόλου. Σκέυτηκε οτι αυτό πρέπει να οφείλοταν στο οτι ήταν υπερβολικά συμαντικό, ή κάτι τέτοιο. Ανασηκώνοντας τους ώμους του (πόσες φορές το είχε κάνει σήμερα;...) έπιασε την πένα καλύτερα με το δεξί του χέρι και άρχισε να γράφει το όνομά του. Η πένα έγραφε κανονικά, με κόκκινο μελάνι. Όχι, όχι μελάνι, συνηδητοποίησε, αλλά με το αίμα του! Αφού έγραψε το όνομά του νοιώθοντας το αίμα του να φεύγει απο μέσα του, άφησε εξαντλημένος την πένα να πέσει κάτω.
Για δεί οτι ήταν πίσω στο μπάρ, ακριβώς την στιγμή που η γυναίκα του φώναζε. Κοίταξε τους δύο άντρες και έννοιωσε ξαφνικά τεράστια αυτοπεποίθηση. Σηκώθηκε όρθιος, οι άντρες κάνανε ένα βήμα πίσω και χαμογελάσανε νομίζοντας πιθανώς οτι θα πήγαινε μαζί τους. Ο Μάριος τους κοίταξε όμως και ρώτησε απλά "γιατί κοιμήσατε την κοπέλα; ποιοί είστε;". Οι άντρες τον κοιτάξανε και απάντησε ο ένας σαν ρομπότ "την κοιμήσαμε για να την πάρουμε και να την ανακρίνουμε αργότερα" και ο άλλος συμπλήρωσε "είμαστε καί οι τρείς του μονοπατιού Μάστιγκος και μας έστειλε ο" αλλά πρίν προλάβει να ολοκληρώσει έπεσε κάτω κοιμησμένος. Όχι, ο Μάριος διώρθωσε τον εαυτό του. Νεκρός.
Ο άλλος άντρας κοίταξε τον συνάδελφό του στο πάτωμα, και κούνησε απότομα το κεφάλι του σάν να ξυπνούσε απο κάποιο όνειρο. Το πρόσωπό του έγινε μία μάσκα οργής και όρμηξε προς τον Μάριο. Εκείνος όμως, έχοντας πολλές φορές χρειαστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια σε εχθρούς μόνο με τα γυμνά του χέρια, ήξερε καλά να τον αποκρούσει. Του έριξε μία γερή γροθιά στο πηγούνι, και μετά τον χτύπησε δυνατά με το αριστερό του χέρι στο στομάχι. Ο άλλος γωνάτισε, και ο Μάριος ρίχνοντας του μία κλοτσιά στο στήθος τον άφησε αναίσθητο. Κοιτόντας για πρώτη φορά την γυναίκα απέναντί του, είδε μία ψηλή ξανθιά ντυμένη στα κόκκινα. Για ένα δευτερόλεπτο. Μετά, σάν να ξαναφώρεσε μία μάσκα, είδε πάλι μια κοντή ντημένη στα μαύρα με κοντά μαύρα μαλλιά γυναίκα, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν όρθια απέναντι απο τον άλλον άντρα και το μόνο που κάνανε ήταν να κοιτάζονται. Μέχρι που μετά απο μερικά δευτερόλεπτα, ο άντρας γονάτισε και έπεσε νεκρός. Η γυναίκα ξαναπήρε την μορφή της ξανθιάς και έτρεξε προς τον Μάριο και την - ξύπνια όπως συνηδητοποίησε - Αντιγόνη. Η Αντιγόνη βλέποντας την γυναίκα να έρχεται, έτρεξε και αυτή προς τα εκεί, και μόλις έφτασε δίπλα της, σταματήσαν και αρχήσαν να ψυθιρίζουν.
Ο Μάριος τις κοίταξε για λίγο και μετά άρχισε να προχωρά προς το μέρος τους. "Έχετε την καλοσύνη να μου πείτε τί συμβαίνει;" είπε ενώ τις πλησίαζε. Σταμάτησαν να μιλάνε και γυρίσαν και τον κοιτάξανε. Η ξανθιά άνοιξε διάπλατα τα μάτια της σαν να παρατήρισε κάτι και έκπληκτη τράυλισε "Ξ.. Ξύνπησε". Η Αντιγόνη χαμογέλασε, και λέγοντας "ήμουν σίγουρη" τον πλησίασε. Μόλις έφτασε μπροστά του, έβαλε το χέρι της στον ώμο του και είπε "Καλως όρισες στον κόσμο των Αφηπνησμένων".
Η γυναίκα πλησίασε και αυτή λέγοντας "Οι πύλες της αντίλυψής σου άνοιξαν. 'Ολα τώρα φαίνονται όπως είναι: Άπειρα. Αυτό βλέπεις τώρα. Το μάτι της ψυχής σου - το τρίτο μάτι, πές το όπως θές - άνοιξε. Βλέπεις με το φώς του Πήργου που στέκεται στην όχθη της απέραντης Αβύσσου. Έχεις Αφυπνηστεί και τα Μυστήρια έχουν αποπεπλωθεί μπροστά σου. Η φαντασία σου είναι τόσο πραγματική όσο και η γροθιά σου, και η θέλησή σου ανεμπόδιστη. Αυτό είναι δύναμη. Αυτό είναι Μαγεία. Με αυτήν θα ξαναφτιάξεις τον κόσμο".
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007
Mage the Awakening, Μέρος Πρώτο: Η Αφύπνηση
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/14/2007 08:01:00 μ.μ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


2 σχόλια:
egrapses pali... sovara. mporei na mhn eixe BANKAI alla htan fovero.
2 pramata mou thn espasan
1: "anashkwse tous omous tou gia 218265240987136h fora ekeino to lepto."
2:Μάστιγκος. SAN NA LEME SKOUOK ENA PRAMA!!!!! 'h estw ोे्गदुरीावकलुलरैीपर.
ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σου, θνητέ μου φίλε.
οσον αφορά το 1ο, κοίτα.. προσπαθούσα να μεταδώσω την αδιάφορη και ήρεμη φύση του χαρακτήρα
όσον αφορά το 2ο... δέν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο χωρίς να καταστρέψω την γλώσσα του διηγήματος.. λυπάμαι.
και πάλι ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Δημοσίευση σχολίου