{αφιερωμένο}
Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Λίγα γινόντουσαν ορατά απο το φώς που χυνόταν μέσα απο το τετράγωνο που αιωρούταν ένα μέτρο πάνω απο το έδαφος. Το τετράγωνο έδειχνε τώρα την εικόνα ενός έφηβου, γύρω στα δεκαεπτά, με μακριά μελαχρινά σπαστά μαλιά και μαύρο πουκάμισο, μέσα σε ένα δωμάτιο. Το δωμάτιο δέν φαινόταν όλο, αλλά δέν έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Στον τοίχο μπροστά ήταν ένα γραφείο με έναν υπολογιστή, και ο νέος ήταν καθησμένος σταυροπόδι στο πάτωμα με κλειστά τα μάτια. Κάτι στην στάση του έδειχνε οτι δέν ήταν ακριβώς.. εδώ.
Το χαμόγελο του παρατηρητή διαγράφηκε στο κίτρινο φώς που έβγαινε απο το τετράγωνο. Πρέπει να ήταν μέσης ηλικίας και γυναικείο, διότι φαινόντουσαν έντονα κόκκινα χείλη και μερικές ριτίδες γύρω απο το στώμα. Δέν φαινόταν κάτι πέρα απο το κάτω μέρος του προσώπου. "Σε εντόπισα νεαρέ μάγε" ψυθήρισε με φωνή που μόλις ακουγόταν η γυναίκα. "Τώρα θα μάθεις την αξία της μυστικότητας..."
Ο νεαρός με τα σπαστά μαλιά περπατούσε στον σκοτεινό δρόμο. Κανένα αμάξι δεν φαινόταν, παρόλο που δεν ήταν πολύ αργά. Γύρναγε απο το σπίτι ενός φίλου του, και μάλιστα νωρίτερα απο ότι συνήθηζε. Οι γονείς του θα τον περίμεναν να φτάσει σε καμία ώρα, ενώ εκείνος θα ήταν εκεί σε μερικά λεπτά.
Ήταν μετρίου ύψους, κοντά στο ένα μέτρο και εβδομήντα εκατοστά, και δέν είχε ιδιαίτερη σωματική διάπλαση. Φορούσε ένα μαύρο ντζίν και ένα μαύρο σακάκι. Το σακάκι δέν φαινόταν να είναι φτιαγμένο για το κρύο που υπήρχε γύρω του, αλλά εκείνος δέν έμοιαζε να κρυώνει. Ήταν σάν να ανέδυε ζεστασιά...
Σταμάτησε και γύρισε να κοίταξει πίσω του διότι νόμισε οτι άκουσε βήματα. Δέν είδε τίποτα, πέρα απο μία γάτα που έτρεχε τρομαγμένη απο την απότομη κίνηση του νέου. Άφησε ένα γελάκι και γύρισε μπροστά του.
"Μπού" έκανε η κουκουλοφορεμένη φιγούρα, μόλις λίγα εκατοστά απο το πρόσωπό του. Ο νέος έμεινε απαθής, σάν τίποτα να μην είχε συμβεί. Ένα αεράκι φύσηξε, όχι πολυ δυνατό, αλλά αρκετό για να ρίξει την κουκούλα της φιγούρας. Αποκαλύφθηκε ένα γυναικείο κεφάλι με έντονα κόκκινα χείλη, μεγάλα μάτια στο χρώμα του ουρανού, πορφυρά μαλλιά που χάνονταν κάτω απο το παλτό, και δέρμα στο χρώμα του χιονιού. Κάτω απο το παλτό έπρεπε να είναι ένα καλίγραμμο σώμα, όπως άφηναν να εννοηθεί οι καμπήλες του στήθους της φιγούρας.
Η εκπληκτικής ομορφιάς γυναίκα έβγαλε ένα ναζιάρικο γελάκι. "Ξέρεις καλά την Τέχνη σου, για την ηλικία σου" είπε χαμογελόντας συγκαταβατικά, σάν να αντιμετώπιζε ένα νήπιο.
Ο νέος χαμογέλασε με την αντιμετώπισή της, και κάνοντας δύο βήματα πίσω είπε καθαρά "δύο χρόνια στην εφηβία είναι δεκαετίες. Και εκτός αυτού, έχω θυμηθεί διδασκαλίες και τεχνικές αιώνων". Κάνοντας άλλα δύο βήματα πίσω, πάνω στην μαύρη άσφαλτο, ωστε να υπάρχει ανάμεσά τους ένα κενό δύο μέτρων, έκλεισε τα μάτια. Μαύρη ενέργεια άρχισε να μαζεύεται στυφογυριστά μπροστά απο την ανοικτή του παλάμη. Ο νέος άρχισε να μουρμουρίζει κάτι σε μία γλώσσα που είχε επινοήσει ο ίδιος για αυτόν τον σκοπό, και η ενέργεια φάνηκε να διογκόνεται και να επιταχύνεται η διαδικασία συλλογής της.
Η γυναίκα γέλασε. Κοιτόντας την διαδικασία και χωρίς να κρύβει την απογοήτευσή της είπε "λυπάμαι που δέν θα σε αφήσω να ολοκληρώσεις την υλοποίηση του σπαθιού της ψυχής σου, αλλά εδώ παίζονται πολλά" και είπε απότομα μία λέξη που ήχησε γεμάτη δύναμη. Η διαδικασία που προκαλούσε ο νέος διεκόπη ξαφνηκά, μιάς και η λέξη αυτή εκτόνωσε ενέργεια κατάλληλα υπολογισμένη και συγχρονισμένη, ακριβώς αντίθετη της ενέργειας που έλεγχε ο νέος. Ένοιωσε τους δεσμούς που δημιουργούσε να σπάζουν και την ενέργεια του να αντιδρά με την ενέργεια που έστειλε η γυναίκα, με αποτέλεσμα η μία να εξουδετερώσει την άλλη.
Ο νέος άνοιξε απότομα τα μάτια. Δέν φαινόταν έκπληκτος. Στα μάτια του καθρεπτίζοταν ενδιαφέρον. "Ποιά είσαι;" ρώτησε ήρεμα την γυναίκα που στεκόταν μπροστά του. Εκείνη τον κοίταξε χαμογελαστά και είπε "περιμένεις ειλικρινά να σου απαντήσω; Δέν μιλάω για το πραγματικό όνομα μου εδώ και χρόνια, ούτε και για το όνομα που μου δώσαν οι γονείς μου. Ακόμα και το ψευδόνυμο το ξέρουν ελάχιστοι!" και γέλασε.
Ο νέος την κοίταξε και είπε σοβαρά, χωρίς περηφάνια ή αυτοπεπίθηση, απλά αναφέροντας κάποιο γεγονός "συνηθήζω να λέω το όνομά μου στα άτομα που πρόκειτε να καταστρέψω. παρόλα αυτά, επιδή φέρθηκες με αγένια και δέν μου είπες το δικό σου, δέν θα σου πώ ούτε εγώ το δικό μου". Εκείνη τον κοίταξε ειρωνικά. "Πραγματικά πιστεύεις, πιτσιρίκο, οτι μπορείς να νικήσεις εμένα; Εξασκούμαι στην Τέχνη της μαγείας πρίν εσύ μάθεις να γράφεις καλά το όνομά σου!" Ο νέος την κοίταξε και γέλασε. Τα μάτια της άστραψαν στιγμιαία φανερώνοντας οργή. "Γιατί γελάς;"
Ο νέος υποκλήθηκε και ζήτησε συγγνώμη. "Απλά ούτε τώρα ξέρω να γράφω καλά το όνομά μου! Όλοι οι καθηγητές μου λένε οτι κάνω απαίσια γράμματα!!" είπε χαρούμενα και σήκωσε το δεξί του χέρι δείχνοντας με τον δείκτη και τον παράμεσο την γυναίκα.
Κατάμαυρη ενέργεια ξεπήδησε κυμματιστά απο το χέρι του με στόχο το σώμα της γυναίκας που στεκόταν μπροστά του. Εκείνη πρόφερε γρήγορα μία λέξη και μία κόκκινη σφαίρα απέκτησε υλική υπόσταση γύρω της, και τα κύμματα ενέργειας χτύπησαν πάνω στην σφαίρα αυτή, για να απορροφηθούν. Ο νέος σήκωσε γρήγορα και το αριστερό του χέρι και με τεντομένα τον δείκτη και τον μέσο έκανε μία περίπλοκη κίνηση στον αέρα, σάν να σχεδίαζε ένα σύμβολο με πολλές καμπύλες. Γύρω του εμφανίστηκε μία μπλέ φούσκα που γιάλιζε ασημένια στο φώς προκαλόντας ένα νεύμα επιδοκιμασίας απο την γυναίκα. Αλλά ο νέος δέν το είδε. Είχε κλειστά τα μάτια του και έλεγε δυνατά λέξεις, μιλώντας σε μία γλώσσα που κανένας άνθρωπος δέν μπορούσε να καταλάβει, πέρα απο τον ίδιο. Είχε σηκώσει τα χέρια του ψηλά, και η γυναίκα μπορούσε να νοιώσει τον όγκο της ενέργειας που χειριζόταν. Σκόπευε να ανοίξει μία πύλη για κάπου... Προς τα πού, όμως, δέν μπορούσε να ήταν σίγουρη. Πρέπει να ήταν η τελετουργεία για μία επίκληση κάποιας οντότητας, οπότε αποφάσισε να καλέσει και αυτή κάποιον δικό της.
Κλείνοντας τα μάτια και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, σκεύτηκε ποιά θα ήταν η καλύτερη επιλογή.
Δύο δίσκοι ενέργειας εμφανίστηκαν μπροστά απο κάθε μάγο την ίδια στιγμή. Ο δίσκος του νέου ήταν κόκκινος, και έμοιαζε φτιαγμένος απο φωτιά. Γύρω απο τον δίσκο υπήρχαν μώβ σύμβολα που έμοιαζαν με αυτά που κανείς σχεδιάζει απλά τραβώντας τυχαίες καπύλες σε ένα χαρτί. Είχε διάμετρο περίπου δύο μέτρα και όλο μεγάλωνε. Ο δίσκος που ήταν μπροστά απο την γυναίκα είχε σταθεροποιηθεί σε ένα μέτριο μέγεθος, όσο το μπόι της. Ήταν μαύρος και στην μέση είχε ένα μεγάλο έντονο κόκκινο σύμβολο, που φαινόταν τρομακτικό, σάν να είχε ξεπηδήσει απο το εφιαλτικό παραλήλλημα ενός εμπύρετου τρελού κάτω απο την επήρια LSD.
Ένα δεξί τριχοτό πόδι με οπλή εμφανίστηκε να βγαίνει μέσα απο την πύλη της γυναίκας. Ακολούθησε ένα ανάλογο αριστερό, και το σώμα. Το πλάσμα που ερχόταν στην υλική διάσταση πρέπει να ήταν κάποιος δαίμονας. Πάνω στα τραγοπόδαρα ήταν ένα τριχωτό αλλά μυώδες σώμα, και απο αυτό ξεφύτρωναν τέσσερα χέρια. Πάνω στο στύθος του δαίμονα διαγράφονταν σύμβολα της ίδιας τεχνοτροποίας όπως αύτο πάνω στην πύλη απο όπου ξεπήδησε. Τα πάνω χέρια του δαίμονα κατέλυγαν σε δαγκάνες, η δεξιά μεγαλύτερη της αριστερής, ενώ τα κάτω ήταν πιό μυώδη και είχαν ανθρώπινες παλάμες. Το κεφάλι του ήταν ανθρώπινο, άν και απο το μέτωπο ξεπηδούσαν δύο στριφογυριστά κέρατα. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα. Μόλις πάτησε το πόδι του στην γή, έριξε το κεφάλι του πίσω και άφησε ένα ουρλιακτό. Κανείς πέρα απο τον νέο και την κοπέλα δέν μπορούσε να το ακούσει, αλλά όλοι όσοι έμεναν μέχρι διακόσια μέτρα γύρω ένοιωσαν εκείνη την στιγμή μία ανατρυχίλα να διαπερνά την ραχοκοκαλιά τους και αγκάλιασαν τον σύντοφο, το μαξυλάρι, ή τον εαυτό τους λίγο πιό σφικτά.
Ο νέος φάνηκε να ανατριχιάζει, αλλά δέν σταμάτησε την ομιλία ούτε άνοιξε τα μάτια του. Η γυναίκα ένοιωθε ακόμα τις δυνάμεις να μαζεύονται. Ο νέος έπρεπε να ετοίμαζε κάτι μεγαλιώδες. Αλλά αυτό δέν σύμφερε ιδιαίτερα την γυναίκα. Μιλώντας μία γλώσσα που δέν ήταν φτιαγμένη ούτε απο ανθρώπους ούτε για ανθρώπους, πρόσταξε τον δαίμονα να επιτεθέι. Το τέρας έκανε ένα βήμα μπροστά και χτύπησε με την δαγκάνα του την ασπίδα του νεαρού μάγου. Από την επαφή ξεπήδησαν σπίθες ενέργειας, αλλά η ασπίδα παρέμενε ανέπαφη. Όσο μεγάλωνε η πύλη, τόσο μεγάλωνε και η ασπίδα.
Ξαφνικά, μετά απο την τέταρτη επίθεση του δαίμονα, η πύλη σταμάτησε να μεγαλώνει. Είχε φτάσει το μέγεθος των τεσσάρων μέτρων και τα σύμβολα γύρω της έλαμπαν έντονα με το μώβ τους χρώμα. Έντονο κόκκινο φώς ξεχυνόταν απο μέσα της, και τα βάθη της φάνηκαν να αναταράσονται. Η γυναίκα έκανε ένα βήμα πίσω μπροστά στην μεγαλιώτητα της πύλης και της ενέργειας που την αποτελούσε, και φώναξε απότομα μερικές ακόμα λέξεις στον δαίμονα, που έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε την πύλη με δίψα.
Μέσα απο την πύλη ξεπρόβαλλε ένας γίγαντας. Ένας γίγαντας φτιαγμένος απο φωτιά. Η φωτιά που τον αποτελούσε σχημάτιζε ξεκάθαρα δύο πάνω άκρα και δύο κάτω άκρα πάνω στα οποία στοιρίζοταν το τεράστιο σώμα του. Ένα εξώγκομα σάν κεφάλι βρησκόταν στην κορυφή του πλάσματος. Δύο φωτινά κόκκινα σημάδια σαν διαμάντια πρέπει να ήταν αυτό που χρησημοποιόύσε για μάτια. Τα χέρια του είχαν μήκος κοντά δύο μέτρα, όσο το μπόι του δαίμονα.
Ο οποίος είχε μείνει άναυδος, όπως και η αρχόντισσά του. Κάνοντας μερικά βήματα πίσω έσκουξε με φόβο. Η γυναίκα τον κοίταξε με περιφρόνηση και του είπε να επιτεθεί απειλόντας τον με βασανηστίρια. Ο δαίμον μετά απο ένα στιγμιαίο δισταγμό τινάχτηκε και έτεινε καί τα τέσσερα χέρια του για να χτυπήσει τον γίγαντα της φωτιάς
για να απορροφηθούν μέσα στον γίγαντα. Ο δαίμονας έσκουξε απο πόνο, και, σίγουρος πιά για το αποτέλεσμα της μάχης, πήδηξε πίσω. Κοιτόντας την γυναίκα ζήτησε να του επιτρέψει να υποχωρήσει. Πρίν όμως η γυναίκα προλάβει να αρθρώσει το παραμικρό βδέλυμα που θα θύμιζε λέξη, ο πύρινος γίγαντας κατέβασε την τεράστια γροθιά του πάνω στον δαίμονα. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει εκείνος ήταν να σκούξει με απελπισία. Όταν ο γίγαντας σήκωσε το χέρι του, το μόνο που είχε μείνει ήταν μία τρύπα στην άσφαλτο.
Η γυναίκα έκανε μερικά βήματα πίσω τρομαγμένη. Ο γίγαντας την πλησίασε, αλλά δέν επιτέθηκε. Έμεινε εκεί, απο πάνω της, σάν να περίμενε κάτι. Ο νέος ήρθε και στάθηκε δίπλα της, πάντα μέσα στην φούσκα του - που ήταν εμφανώς μικρότερη. Κοίταξε μαζί της τον πύρινο κολοσσό. Εκείνη γύρισε απότομα, σαν εκείνη την στιγμή να τον κατάλαβε, και έκανε ένα τρομαγμένο βήμα προς τα πίσω. Σκόνταψε κάπου και έπεσε κάτω, καθιστή, με το παλτό της να κινήται ελαφρώς αποκαλύπτοντας τα καλύγραμμα πόδια της. Το πρόσωπό της ήταν παραμορφομένο απο μία έκφραση τρόμου. "Τ-τ-τ.. τί είν.. είναι αυτό;" είπε τρέμοντας ολοφάνερα. Ο νέος χαμογέλασε. "Είναι ένα διμηούργημα της φαντασίας μου. Αν και όχι μόνο.. δηλαδή πήρα την ιδέα απο ένα παιχνίδι. Εγώ απλά του έδωσα ζωή. Είναι ένα.. Στοιχιακό της Φωτιάς." Η γυναίκα είπε κάτι που ο νέος δέν κατάλαβε, διότι τα δόντια της έτρεμαν πολύ για να μπορέσει να αρθρώσει μία λέξη. Ο νέος αναστέναξε. "Σε παρακολουθούσα. Οταν εσύ έκανες το ίδιο. Δέν με κατάλαβες, έτσι;... Το περίμενα. Όπως και να έχει, αντίο" συμπλήρωσε και γύρισε την πλάτη του συνεχίζοντας τον δρόμο που είχε πρίν την διακοπή.
Ακούστηκε ένα ουρλιακτό, ένας γδούπος, και ο ήχος που κάνει ένας αναπτύρας όταν σβήνει.
Το μόνο που είχε μείνει να θυμίζει εκείνη την νύχτα ήταν δύο καψίματα στην άσφαλτο.
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2007
Διήγημα: Η Μαγική Αντιπαράθεση
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 10/03/2007 12:40:00 π.μ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου