Μία φιγούρα άρχιζε να αποκτά υλική μορφή. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν ένας ανεμυστήρας. Η φιγούρα φαινόταν μέτρια σε ύψος, χωρίς ιδιαίτερα σωματικά χαρακτηριστικά, αφού ήταν καλυμμένη με έναν μαύρο μανδύα με κουκούλα. Είχε γυρίσει απο μία επίσκεψη, και ήταν κουρασμένος. Χωρίς να ανάψει κάποιο φώς, γδύθηκε και ξάπλωσε σε ένα κρεβάτι δίπλα του.
Περπατούσε στον πεζόδρομο, ντυμένος με πιό κοινωνικώς αποδεκτά ρούχα. Φορούσε ένα ντζίν, αθλιτηκά παπούτσια, και ένα μακρύ αδιάβροχο με κουκούλα μέχρι τους αστραγάλους. Όλα μαύρα.
Έβρεχε αρκετή ώρα, και κάτω είχε λασπίτσες και λιμνούλες. Αυτό όμως δέν εμπόδιζε τους έφηβους τριγύρω να διασκεδάσουν σαν να μήν έβρεχε.
Να διασκεδάζουν... Είχε πολύ καιρό να το κάνει αυτό. Είχε αποφασήσει, βέβαια, να το έκανε. Αλλά, όπως πάντα, υπήρχαν εμπόδια. Πάντα θα υπάρχουν. Έπρεπε απλά να τα ξεπεράσει. Αλλα... Είχε αρχήσει να κουράζεται απο αυτά... Τώρα, που ήταν ακόμα στην αρχή του ταξιδιού... Δέν μπορούσε να φανταστεί πώς θα συνέχιζε άν τον κούραζε το κάθε βήμα. Έπρεπε να γίνει δυνατός. Να μάθει να αντέχει. Είχε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Είχε μάλιστα βεί έναν τρόπο να ξεκουράζεται... Του άρεσε, πραγματικά του άρεσε να περπατάει μέσα στην βροχή, σε εκείνον τον πεζόδρομο, ανύπαρκτος για όλους, ακόμα και για αυτούς που τον ήξεραν. Δέν είχε κάνει κάποιο ξόρκι, ή οτιδήποτε πέρα απο το πραγματικό. Ήξερε οτι οι άνθρωποι δέν προσέχουν κάποιον με μαύρο αδιάβροχο που απλά περπατά στον πεζόδρομο... Ήξερε οτι οι άνθρωποι δεν βλέπαν πέρα απο την μύτη τους.
Βέβαια, ήταν και αυτός άνθρωπος... Αλλά, ήλπιζε, όχι σαν αυτούς...
Είδε έναν νέο. Καθόταν σε ένα πεζούλι, κάτω απο ένα μπαλκόνι, ωστε να μήν βρέχεται. Έκλεγε. Μιλούσε με μία κοπέλα που καθόταν δίπλα του, και καθώς πέρασε απο δίπλα τους τον άκουσε να της ζητάει βοήθεια, να θέλει να κάνει ένα διάλειμα. Είχε κουραστεί. Τα λόγια του νέου του θύμησαν πολύ τον ίδιο, πρίν γίνει ότι τώρα. Πρίν ανακαλύψει τα πόδια του... Θυμόταν, το είχε κάνει και ο ίδιος πολλές φορές. Είχε ζητήσει πολλές φορές βοήθεια. Υπήρχαν κάποιοι, όπως η κοπέλα εδώ, που του την έδωσαν, και άλλοι που του χτύπησαν φιλικά την πλάτη και είπαν "καλή συνέχεια, τα λέμε" πρίν φύγουν για αλλού. Αλλά ακόμα και τις φορές που του δώσαν βοήθεια, δέν κάναν τίποτα οι ίδιοι. Πάντα ο ίδιος τα κατάφερνε. Μόνος του. Απλά οι άλλοι τον κοίταγανε και νομίζαν οτι τον βοηθούσαν. Υπήρχαν και οι φορές που ούτε κάν τον κοιτάγανε, και μάλιστα απαιτούσαν και να αναγνωριστεί η βοήθειά τους.
Πολλές φορές του είχαν υποσχεθεί βοήθεια ή οτιδήποτε τέτοιο.. "Μαζί θα τα καταφέρουμε, μαζί..."
Αυτό το "μαζί".. Κάθε φορά που το άκουγε, χαιρόταν. Επιτέλους, σκεφτόταν. Επιτέλους, θα τα καταφέρω. Και, φυσικά, πάλι μόνος αποτύχανε. Αν και δέν υπάρχει πραγματική αποτυχεία. Μόνο το να σταματήσεις να πολεμάς σημαίνει αποτυχεία. Όμως, απο την στιγμή που δέν υπάρχει αποτυχεία, δέν υπάρχει και επιτυχεία. Διότι τίποτα δέν μπορεί να υπάρξει χωρίς το αντίθετό του. Άρα υπήρχε μόνο η ενδοιάμεση κατάσταση. Πάλη. Μάχη. Και, απότι είχε καταλήξει να ξέρει, όχι μόνο σε αυτό το θέμα. Δέν υπάρχουν άκρα, τα πράγματα δέν είναι γραμμές. Είναι κύκλοι. Δέν έχουν άκρα, μόνο ένα χώρο μέσα και έναν έξω... Ίσως το γεγονός αυτό, οτι είχε κατανοήσει την μή-ύπαρξη της επιτυχείας να ευθηνόταν για το οτι δέν ένοιωθε χαρά ή απόλαυση όταν "επιτύχανε". Ίσως πάλι να ήταν ανίκανος να νοιώσει τέτοιο συναίσθημα...
Χτύπησε τον εαυτό του. Σύνελθε, σκεύτηκε. Δέν έπρεπε να κάνει τέτοιες σκέψεις.
Έπρεπε... Αυτή η λέξη... Τόσο ριζομένη βαθιά μέσα του. Έπρεπε να κάνει ένα σωρό πράγματα... Έπρεπε να σταματήσει να σκεύτεται με τον όρο "πρέπει"... Ήταν ειρωνικό.
Η αίσθηση του ρόλου ήταν πάντα τμήμα των αρχέγονων χαρακτηριστικών. Ρόλος σε σχέση, στο πανεπιστήμιο, στην δουλειά... Και μαζί με τον ρόλο, πάνε και τα "πρέπει"...
Να περπατήσει μόνος. Δέν γινόταν αλλιώς. Έτσι είχαν τα πράγματα. Έπρεπε.. όχι, δέν είχε άλλη επιλογή απο το να παλέψει μόνος του. Κανείς δέν μπορούσε να τον βοηθήσει. Γιατί; Γιατί ο ίδιος ήταν πέρα βοήθειας, ενώ ο ίδιος βοηθούσε πολλούς; Δέν έκανε πια το λάθος να υποτιμά τον εαυτό του, το είχε ξεπεράσει χρόνια τώρα. Ήξερε οτι είχε βοηθήσει. Αλλά δέν μπορούσε να βοηθηθεί.
Δέν ήταν βιαστικό συμπέρασμα. Το ήξερε, δέν το πίστευε. Η πίστη ήταν για τους άγνορες, σκευτόταν. Ο ίδιος δέν είχε πίστη, ούτε εμπιστευόταν τους άλλους με την γενική έννοια του όρου. Προτιμούσε να ξέρει. Ήθελε να ήταν σίγουρος.
Και ήταν σίγουρος οτι δέν μπορούσε κανείς να τον βοηθήσει, πέρα απο το να του θυμήσει το μονοπάτι του.
Είχε πέσει η νύχτα, και αποφάσισε να γυρίσει σπίτι του.
"Όχι, το Χάλο 3 είναι καλύτερο απο το 4!" φώναξε στον φίλο του. "Το χάλο.." ξαφνικά σταμάτησε. Πού πήγε ο άντρας με το μαύρο αδιάβροχο; Δέν μπορεί να εξαφανήστηκε... Ναί, θα έφυγε όταν δέν κοίταγε. Αυτό ήταν... Δέν μπορεί να εξαφανήστικε, οι άνθρωποι δέν εξαφανίζονται... "Το Χάλο 3 είναι πολύ ανώτερο του 4 γιατί"
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007
Διήγημα: Η Μοναχική Περιπλάνηση
Γραμμένο απο τόν Quetzalcoatl σε χρονικές συντεταγμένες 9/26/2007 04:36:00 μ.μ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου