Υγεια...

Δυστυχώς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ταλέντο συγγραφής στα αγγλικά... Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα, και όντας ελληνικά ως επί τω πλείστων τα βιβλία που έχω διαβάσει, προτιμώ να γράφω στα ελληνικά... Οπότε αυτό το blog θα είναι στα ελληνικά. Βέβαια χάνω αρκετούς αλλόγλωσσους αναγνώστες, αλλά δεν έχω περιορισμό στο εύρος των δημοσιεύσεών μου.
Αλλά αρκετά με την φλυαρία μου.


Καλώς όρισες, αγαπητέ επισκέπτη.



Creative Commons License
This work is licenced under a Creative Commons Licence.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Διήγημα: Ο Μάγος των Ίσκιων

Περπατούσε στον χωμάτινο δρόμο. Ήταν σκοτεινά, μερικές ώρες πριν τα μεσάνυχτα. Αλλα αυτό δέν τον πείραζε. Προτειμούσε να ταξιδεύει νύκτα, όταν υπήρχαν περισσότερες σκιές.
Ταξίδευε προς τα Βαθιά Νερά, μία απο τις μεγαλύτερες πόλεις του Φαερούν. Ταξίδευε μόνος, παρόλο που κυκλοφορούσαν τόσες φήμες για κλέφτες στους δρόμους. Ήταν δύσκολος καιρός για το Φαερούν. Στα βόρεια μένοταν ένας πόλεμος μεταξύ των Ντρόου και των Νάνων των βουνών που είχαν τα ορυχεία εκεί πάνω. Οπότε, ήταν λογικό πολλοί κλέφτες να εκμεταλευτούν τις μεταφορές της τροφής και των όπλων προς τον βορρά. Παρόλα αυτά, εκείνος είχε πολύ εμπιστοσύνη στον εαυτό του και τις δυνάμεις του. Άλλωστε, και να ήθελε, δέν θα έβρισκε παρέα. Λίγοι συμπαθούσαν τους ομοϊδεάτες του.

"Σταμάτα και μήν κάνεις τίποτα αστείο, άνθρωπε" ακούστηκε μία φωνή απο τα δέντρα. Ένας νάνος ξεπρόβαλε απο μία συστάδα θάμνων. Είχε ένα διπλό τσεκούρι στο αριστερό του χέρι και χαμογελούσε χαιρέκακα. "Υπάρχουν δέκα τοξότες γύρω σου. Μήν σκεφτείς να μου επιτεθείς". Ο άνθρωπος τον κοίταξε κάτω απο την κουκούλα του. Δέν ήταν πολύ ψηλός, για άνθρωπο, αλλά περνούσε τον νάνο δύο κεφάλια. Ο νάνος παρεξήγησε την σιωπή του για φόβο, οπότε αστειέυτηκε "Χαίρομαι που ακολούθησες την προτροπή μου. Έπρεπε να άκουγες την μανούλα όταν είπε οτι κυκλοφορούν πολλοί κακοί στον δρόμο!" Γέλασε αφήνοντας να φανεί οτι του έλειπαν κάποια δόντια. Όταν σταμάτησε να γελάει του είπε "Φέρε μας ότι έχεις πάνω σου, εκτός απο τα ρούχα σου! Δέν θέλουμε να κρυώσεις!" και ξαναξεκαρδίστηκε. Ο άνθρωπος ψυθήρισε κάτι στον νάνο. Ο νάνος, παίρνοντας απορημένο ύφος σταμάτησε να γελά και τον ρώτησε τι είπε. "Δέν το νομίζω..." επανέλαβε λίγο δυνατότερα ο κουκουλοφόρος. Ο νάνος άρχισε να ξύνει την κόκκινη γενιάδα του που είχε πιάσει σε μία πλεξούδα και τον κοίταξε με απορία. Άνοιξε το στώμα του για να πεί κάτι, αλλα το άφησε ανοικτό και στα μάτια του διαγράφηκε έκπληξη.
Ο κουκουλοφόρος άρχισε να κάνει περίεργες κινήσεις με τα χέρια του, κάνοντας τα μανίκια του μαύρου ταξιδιωτικού του μανδύα να ανεμίζουν. Γύρω του άρχισαν να εμφανίζονται σκιές και τον τύλιξαν σχηματίζοντας ένα πέπλο γύρω του. Ο νάνος έμεινε να χάσκει, όταν ένα βέλος εκτοξεύτηκε απο ένα δέντρο στα αριστερά του ανθρώπου. Το βέλος κινήθηκε με κατεύθηνση το κεφάλι του, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να αναπηδήσει πάνω στο σκιώδες πέπλο που τον τύλιγε χωρίς να κάνει κανένα θόρηβο. Αυτό φάνηκε να ξυπνά τον νάνο, ο οποίος κραύγασε μία πολεμική ιαχή στην γλώσσα του και κινήθηκε καταπάνω του ανθρώπου με το τσεκούρι σηκωμένο. Μόλις έφτασε μπροστά του φώναξε "Προστατεύσου!" και έκανε μία γρήγορη οριζόντια κίνηση με σκοπό να τον κόψει στην μέση. Ο άνθρωπος δέν έκανε καμία κίνηση και το τσεκούρι αναπήδησε πάνω στην σκοτεινή του πανοπλία ακριβώς όπως το βέλος. Ο νάνος ξαφνιάστηκε απο αυτήν την αντίδραση και έκανε ένα βήμα πίσω. "Τί στο..." ξεκίνησε, αλλα σταμάτησε όταν είδε τον άλλο να κάνει ένα βήμα μπροστά. Πρίν προλάβει να αντιδράσει, ο άνθρωπος άγγιξε το κεφάλι του ενώ με το άλλο χέρι σχημάτιζε περίεργα σύμβολα στον αέρα. Γύρω απο τον νάνο, οι σκιές φάνηκαν να ζωντανεύουν, τυλίγοντας τον νάνο σάν να ήθελαν να τον πάρουν μαζί τους. Εκείνος φώναξε με τρόμο, και κάνοντας ένα βήμα πίσω, λοιποθήμισε. Μόλις άγγιξε το έδαφος, ακούστηκε μία φωνή απο το δέντρο στα αριστερά του ανθρώπου, το ίδιο απο το οποίο είχε προέλθει το βέλος.
"Βγές έξω, χάλφλινγκ" είπε ο άνθρωπος χωρίς να κοιτάξει προς εκεί. Μετά απο μερικά δευτερόλεπτα, μία μικρή φιγούρα βγήκε αθόρηβα απο τους θάμνους ακριβώς δίπλα απο τον λοιπόθημο νάνο. Τον πλησίασε και γονάτισε δίπλα του, ψυθηρίζοντας. "Μήν ανυσηχείς, ο φίλος σου είναι εντάξει" του είπε ήρεμα ο άλλος. "Απλά απο δώ και στο εξύς θα μάθει να μήν τα βάζει με έναν Μάγο των Ίσκιων" πρόσθεσε σοβαρά και συνέχισε τον δρόμο που ακολουθούσε μέχρι πρίν την διακοπή, περνόντας δίπλα απο τον λοιπόθημο νάνο και τον ανήσυχο χάλφλινγκ. Σηκώνοντας το κεφάλι του, ο τελευταίος ρώτησε "Ποιός είσαι εσύ, που νήκησες τον φίλο μου τόσο γρήγορα;... Ήταν ένας απο τους πολεμηστές στην φρουρά του Μπρούενορ, του νάνου Βασιλιά".
Χωρίς να σταματήσει τον δρόμο του, ο μάγος φώναξε στον χάλφλινγκ "Συνήθως με φωνάζουν Ντάερκεθ. Αντίο, και να ελπίζεις όταν ξανασυναντηθούμε να μήν είμαστε εχθροί, γιατί δεν θα ξαναδείξω έλεος", και κάνοντας μία κίνηση με το χέρι του, χάθηκε μέσα στις σκιές της νύκτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: