Υγεια...

Δυστυχώς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ταλέντο συγγραφής στα αγγλικά... Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα, και όντας ελληνικά ως επί τω πλείστων τα βιβλία που έχω διαβάσει, προτιμώ να γράφω στα ελληνικά... Οπότε αυτό το blog θα είναι στα ελληνικά. Βέβαια χάνω αρκετούς αλλόγλωσσους αναγνώστες, αλλά δεν έχω περιορισμό στο εύρος των δημοσιεύσεών μου.
Αλλά αρκετά με την φλυαρία μου.


Καλώς όρισες, αγαπητέ επισκέπτη.



Creative Commons License
This work is licenced under a Creative Commons Licence.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

Διήγημα: Η Πύλη

Κοίταξε τον τοίχο. Είχε κάνει χώρο στον διάδρομο του σπιτιού του ωστε τίποτα να μήν είναι μπροστά απο τον τοίχο, δίπλα απο την πόρτα του μπάνιου. Εκεί ήταν το μοναδικό μέρος του σπιτιού του οπού ο τοίχος είχε κατάληλο ύψος και πλάτος για να χωρέσει μία Πύλη. Χαμογέλασε και έφερε στο μυαλό του το τί ακριβώς θα έκανε.
Επιτέλους, σκεύτηκε. Επιτέλους θα έκανε την υπόσχεση του σε αυτήν πραγματικότητα.
Έτσι όπως στεκόταν μπροστά στον λευκό τοίχο, έκλεισε τα μάτια του, και ξεκίνησε την διαδικασία.
Έψαξε μέσα του για την Δύναμη. Ήταν εκεί, όπως πάντα. Την έπιασε με την ψυχή του, και την άφησε να τον πλημυρίσει. Οι αισθήσεις του οξύνθηκαν, πάρα πολυ πέρα απο το "κανονικό". Ένοιωσε γύρω του την Ύπαρξη. Ένοιωσε τις δονήσεις των ατόμων που συνέθεταν το σπίτι γύρω του, ένοιωσε την ψυχή του σπιτιού να τον παρακολουθεί. Ένοιωσε τις σκέψεις των ζώων που φιλοξενούσε στο σπίτι του, τις δύο "του" γάτες. Ένοιωσε τις δομές του χώρου και του χρόνου να αναδυπλώνωνται μέσα του, έξω του. Έχοντας στο νού του το τί ήθελε να κάνει, άδραξε την ουσία του χώρου, τις ίνες που τον αποτελούν. Τις έπιασε με την ψυχή του, και τις μετατόπισε, και πρόσθεσε μερικές ακόμα ίνες εκεί που έπρεπε. Άγγιξε τον χρόνο και τον κοίταξε προσεκτικά. Η ουσία του δέν διαστρεβλωνόταν. Όλα πήγαιναν καλά. Σιγά σιγά άρχησε να μαζεύει την ψυχή του που είχε απλωθεί έτσι ώστε να παίξει με τον χωροχρόνο. Άρχισε να ξανανοιώθει το σώμα του.
Ένοιωθε τρομακτικά κουρασμένος. Όχι ακόμα, σκεύτηκε. Έπρεπε να αντέξει λίγο ακόμα.
Ξανα άπλωσε τις αισθήσεις του. Άγγιξε τον χώρο ξανά, και έψαξε μέσα στις δομές του για μία συγγεκριμένη ίνα. Νά την, εκεί. Την αναγνώρισε απο την οσμή της. Ήταν η ίνα της καπύλωσης του χώρου που είχε δημιουργήσει μπροστά του, που έννοιωθε με την ουσία του. Την διώρθωσε ωστε κανένας και τίποτα να μήν μπορει να περάσει απο μέσα της πέρα απο τον ίδιο. Αργότερα θα την διόρθωνε λίγο ακόμα, προσθέτοντας άλλο ένα άτομο στην λίστα.
Τώρα έπρεπε να κάνει κάτι ακόμα. Ξανάρχησε το ψάξιμο στις δομές του χώρου ψάχοντας για την πολύ γνωστή αύρα της. Προσπάθησε να προσανατολιστεί, διότι ήταν αδύνατο να την βρεί έτσι, χωρίς να ξέρει τουλάχιστον την γενική τοποθεσία της. Προς τα πού έπεφτε η Αθήνα... Βρήκε το σώμα του και άρχισε να ψάχνει εκεί τριγύρω. Τριγύρω με την έννοια των χιλιομέτρων, βέβαια...
Και, φυσικά, την βρήκε. Τελικά ήταν πολύ ευκολότερο. Άλλωστε είχε και έναν ιδιαίτερο δεσμό μαζί της, που τον βοήθησε αρκετά στην αναζήτησή της. Καθόταν στο σπίτι της, και ήταν μόνη. Το ήξερε, φυσικά. Αν δέν ήταν μόνη της, δέν θα μπορούσε να παέι εκεί αυτος. Προσπάθησε να διαβάσει τις ίνες της, ωστε να καταλάβει άν ήταν ντυμένη. Δέν ήθελε να τον δεί και να νοιώθει άβολα λόγο της αμφίεσης της. Σιγά σιγά η εικόνα άρχησε να δημιουργείται στα μάτια του νού του. Καθόταν εκεί, πανέμορφη και διάβαζε ύσηχα ένα βιβλίο. Έμοιαζε με ένα βιβλίο που της είχε δανείσει αυτος... Ναί, αυτό ηταν. Αναγνώρισε τα αποτυπώματα της αύρας του πάνω στο βιβλίο. Ξαναέστρεψε την προσοχή του σε εκείνη. Πραγματικά, πρέπει να ήταν το ωραιότερο κορίτσι που είχε δεί... Σάν ένα άνθος ροδακινιάς, πανέμορφη... Και ήταν ντυμένη. Βγήκε απο την ημι-ονειροπόληση του και έστρεψε την προσοχή του στον περιβάλλοντα χώρο. Χρειαζόταν ένα μέρος αρκετά ψυλό και πλατύ ωστε να χωρέσει την Πύλη. Το βρήκε, δίπλα απο την εξώπορτα. Όταν πλησίασε εκεί και άδραξε τον χώρο ωστε να τον καμπυλώσει, εκείνη σήκωσε το κεφάλι της απο το βιβλίο και κοίταξε προς το μέρος του. "Μοιάζει με... Μπά, η φαντασία μου θα είναι" είπε ή σκεύτηκε, και επέστρεψε στο διάβασμά της. Σε εκείνη την κατάσταση, αυτός δέν καταλάβαινε ξεκάθαρα άν αυτό που άκουγε ήταν δυνατές σκέψεις ή λόγια.
Συνέχισε την δουλειά του, και ένωσε την μία διακύμανση του χώρου που είχε φτιάξει πρίν στο σπίτι του με αυτήν που ολοκλήρωνε τώρα. Έκριψε και αυτήν απο τα μάτια όλων εκτός του ίδιου, και την σφράγισε πάλι όπως την άλλη για όλους τους άλλους. Θα την ξαναδιαμόρφωνε όταν έπρεπε.
Έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στην δουλειά του που αποδείχτηκε επιτυχημένη, και επέστρεψε στο σώμα του.

Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε μπρωστά του. Πάνω στον τοίχο, λες και έτσι φτιάκτηκε το σπίτι, υπήρχε άλλη μία πόρτα, δίπλα σε αυτή του μπάνιου. Η πρώτη όμως ήταν διαφορετική. Ήταν φτιαγμένη απο μαύρο ξύλο και δέν είχε χερούλι ούτε στολίσματα. Ήταν μία μαύρη πλάκα με μία κλειδαρότρυπα. Και μόνο εκείνος είχε το κλέιδί.
Τέντωσε το δεξί του χέρι και έφερε απο την αλλοδιαστατική του τσέπη το κλειδί. Ήταν χάλκινο, ο χαλκός ήταν το μόνο μέταλο που έλεγχε αρκετά καλα ωστε να του δώσει τόση λεπτομέρια.
Ήρθε η ώρα της κρίσης. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και το γύρισε.

Η πόρτα άνοιξε στο σπίτι της. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι απο το βιβλίο και τον κοίταξε, έκπληκτη. "Ήρθες;" κατάφερε να αρθρώσει μετά απο λίγη ώρα που τον κοίταγε με το στόμα ανοικτο.

Άνθος ροδακινιάς...

Δεν υπάρχουν σχόλια: