Υγεια...

Δυστυχώς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ταλέντο συγγραφής στα αγγλικά... Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα, και όντας ελληνικά ως επί τω πλείστων τα βιβλία που έχω διαβάσει, προτιμώ να γράφω στα ελληνικά... Οπότε αυτό το blog θα είναι στα ελληνικά. Βέβαια χάνω αρκετούς αλλόγλωσσους αναγνώστες, αλλά δεν έχω περιορισμό στο εύρος των δημοσιεύσεών μου.
Αλλά αρκετά με την φλυαρία μου.


Καλώς όρισες, αγαπητέ επισκέπτη.



Creative Commons License
This work is licenced under a Creative Commons Licence.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Μαύρη Σιδερένια Φυλακή

Αν διαβάζεις αυτά, τότε υπάρχει η Τλιανκούσα γλώσσα και έξω από το Σπίτι.
Σε παρακαλώ, όπου και να είσαι, μην πετάξεις αυτό το γράμμα. Διάβασε όλες τις γραμμές και τα φύλλα σε αυτό το μπουκάλι και αν δεν ενδιαφέρεσαι, δώσε τα σε άλλους εκεί. ΜΗΝ τα πετάξεις.
Σε παρακαλώ…

Είμαστε εδώ. Είμαστε άνθρωποι.
Και στην περίπτωση που μιλάμε και διαβάζουμε την ίδια γλώσσα αλλά δεν δίνουμε την ίδια σημασία στις λέξεις, θα σου εξηγήσω.
«Άνθρωπος» αποκαλούμε εμάς. Είμαστε ροζ, κίτρινοι, και μαύροι, απ’ ότι έχω δει μέχρι στιγμής, και έχουμε δύο κάτω άκρα με πέντε μικρότερες κοντές διακλαδώσεις στο τέλος που τα λέμε πόδια και μας βοηθούν στο περπάτημα, και δύο πάνω άκρα με πέντε πάλι, ελαφρώς μεγαλύτερες διακλαδώσεις στο τέλος, που αποκαλούμε χέρια και με αυτά μεταφέρουμε την τροφή στο στόμα και κάνουμε λοιπές άλλες δουλειές.
Στο πάνω μέρος του σώματός μας βρίσκεται ένα οβάλ ή στρογγυλό άκρο, που ονομάζουμε κεφάλι. Στο κεφάλι έχουμε επτά τρύπες, δύο από τις οποίες είναι φραγμένες με δύο σφαίρες λευκές με ένα κύκλο χρώματος, που μας επιτρέπουν να βλέπουμε, και τις λέμε μάτια. Αυτά βρίσκονται στο κέντρο του κεφαλιού. Από κάτω, δύο ακόμα από τις τρύπες, προφυλάσσονται από ένα τριγωνικό κομμάτι σάρκας και μας επιτρέπουν να αναπνέουμε. Αυτό το λέμε μύτη. Από κάτω, στο κάτω μέρος του κεφαλιού, έχουμε μία ακόμα μεγάλη τρύπα, το στόμα, από το οποίο τρώμε. Αυτό έχει γύρω-γύρω ένα κομμάτι πιο σκούρας ή ανοικτόχρωμης σάρκας, τα χείλη. Μέσα είναι τμήματα λευκής ύλης, που τα χρησιμοποιούμε για να μασάμε, τα δόντια.
Αριστερά και δεξιά από τα μάτια, σε διαμετρικές μεταξύ τους θέσεις, είναι τα αυτιά, δύο ακόμα τρύπες για να ακούμε. Αυτές έχουν γύρω ένα πτερύγιο που βοηθά να συλλαμβάνουμε τους ήχους.
Στο κάτω μέρος του κορμού μας υπάρχουν δύο ακόμα όργανα. Το είδος μας έχει δύο φύλλα, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Τα αρσενικά έχουν ένα μακρύ όγκο κρέατος με δύο μικρότερα και ευαίσθητα σφαιρίδια και τα θηλυκά έχουν μία τρύπα που προστατεύεται από δύο χείλη, όμοια με αυτά του στόματος. Αυτά τα όργανα χρησιμεύουν στην αναπαραγωγή μας και στην έξοδο άχρηστων υγρών.
Από πίσω, προστατευμένη σε δύο τμήματα σφαιρικού κρέατος βρίσκεται μία τρύπα από την οποία διώχνουμε τις άχρηστες υλικές ουσίες που προσλαμβάνουμε.
Δεν τοποθετούμε κάτι πάνω μας, δεν χρειάζεται στο Σπίτι.
Συνήθως φτάνουμε τις είκοσι-δύο χιλιάδες εναλλαγές φωτός και σκιάς σε ζωή.

Το εδώ είναι το Σπίτι. Το Σπίτι έχει Δωμάτια οπού μένουν περίπου είκοσι άνθρωποι, όλοι γνωστοί μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να φύγουμε από το Δωμάτιό μας ή από το Σπίτι, αλλά βλέπουμε τι γίνεται στα άλλα Δωμάτια. Αυτά χωρίζονται μεταξύ τους με κάγκελα, κάθετες στήλες υλικού, φτιαγμένα από μαύρο μέταλλο, ένα κρύο πράγμα με γεύση που θυμίζει αυτή του αίματος.
Τα Δωμάτιά μας περιέχουν οτιδήποτε είναι απαραίτητο για την συντήρησή μας, δοχεία για να βάζουμε τα άχρηστα υγρά και τις άχρηστες ύλες, και μαλακά σημεία για την ανάπαυσή μας.
Δεν ψάχνουμε για τροφή, συνήθως έρχεται μόνη της. Αν και εγώ βλέπω αυτούς που την φέρνου, θολά, σαν μαύρες φιγούρες. Οι φίλοι μου λένε ότι είμαι τρελός.
Το φως που έχουμε μπαίνει από την οροφή του Σπιτιού. Δεν βλέπουμε από πού ακριβώς, μόνο την αντανάκλασή του στους τοίχους. Κάποιοι ποιο άξιοι από εμάς ζούνε σε πιο ψηλά δωμάτια και βλέπουν άμεσα την Πηγή. Δεν υπάρχει πάντα φως. Για να μην ενοχλούμαστε στις περιόδους ανάπαυσής μας, η Πηγή κρύβεται κάθε περίπου πενήντα-οκτώ χιλιάδες χτύπους της καρδιάς μας, ένα σύστημα μέτρησης χρόνου μέσα στο σώμα μας.

Στην ηλικία των πέντε χιλιάδων ακριβώς εναλλαγών φωτός-σκοταδιού, εμφανίζεται στα όνειρά μας κάποιος από τους θεούς. Εκείνος μας δίνει το όνομά του και απαιτεί προσευχές, ένα είδος συλλογής λέξεων χωρίς νόημα σε εμάς. Σαν αντάλλαγμα Εκείνος θα μας επιτρέψει να ζούμε και να τρεφόμαστε μέσα στο Σπίτι, που υποστηρίζει ότι του ανήκει.
Μην το πεις σε κάποιον, γιατί είναι παράνομο, αλλά εγώ δεν προσεύχομαι ούτε πιστεύω ότι ο θεός που μου εμφανίστηκε, ο Καλτότ, κάνει πράγματι όλα αυτά. Δεν έχω προσευχηθεί εδώ και πολλές εναλλαγές και ακόμα ζω και τρέφομαι. Αλλά σε παρακαλώ, ξένε, μην το πεις σε κανέναν.

Το Σπίτι χωρίζεται σε επίπεδα, σε ορόφους οπού βρίσκονται τα Δωμάτια. Στο δικό μου επίπεδο, χαμηλότερο από αυτό που είναι ορατή η Πηγή, υπάρχουν σαράντα Δωμάτια. Τα επίπεδα είναι κυκλικά και στο κέντρο υπάρχει μία τρύπα με μέγεθος όσο ένα Δωμάτιο. Από εκεί έρχεται αέρας και φως.

Το φαγητό δεν με χορταίνει και το νερό δεν με ξεδιψάει. Και λέω μόνο «με» γιατί στους άλλους φαίνεται να αρέσει εδώ. Μερικοί περνάνε πολύ καλά, εγώ όμως θυμάμαι.
Θυμάμαι την εποχή που δεν ήμουν εδώ. Είμαι μικρός, μόλις έξι χιλιάδων εναλλαγών, αλλά δεν γεννήθηκα εδώ. Όλοι οι φίλοι μου στο επίπεδό μου έχουν γεννηθεί εδώ, στο Σπίτι.
Θυμάμαι θολές εικόνες πράσινου χρώματος, και ενός ήρεμου γαλάζιου. Θυμάμαι μία ακαθόριστη αίσθηση ελευθερίας και γαλήνης. Εδώ το μόνο που υπάρχει είναι το μαύρο του μετάλλου, το ροζ των σωμάτων, το γκρίζο του φωτός.
Το μόνο αίσθημα είναι αυτό της απόγνωσης και της ανυπαρξίας…
Αλλά οι φίλοι μου με λένε τρελό και ότι δεν πρέπει να έχω αυτά τα αισθήματα. Λένε ότι είναι αφύσικο, ότι δεν κάνει. Μου λένε να προσευχηθώ στο θεό και θα φύγουν, και πράγματι όταν το κάνω ξεχνάω την διάθεση μου να φύγω. Αλλά τώρα δεν το κάνω πιά.
Βρήκα μία τρύπα στον τοίχο.

Από εκεί σου έστειλα αυτό το γράμμα. Τα χαρτιά τα βρήκα πεσμένα στο Δωμάτιο μίας φίλης μου και μου τα έδωσε.

Αύριο θα την κλείσουν γιατί οι φίλοι μου λένε ότι μπαίνει κρύο και ενοχλούνται.

ΣΩΣΕ ΜΑΣ! ΕΣΥ ΑΠΟ ΕΞΩ, ΚΑΝΕ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΝ.

ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ! ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕ ΘΕΕ, ΕΛΑ!

Με λένε 21041991, αλλά κάποτε είχα όνομα.
Οι αριθμοί είναι γραμμένοι στο στήθος μου σε δύο γραμμές.

Δεν χρειάζεται να σώσεις εμένα, σώσε όλους τους άλλους.

ΣΤΕΙΛΕ ΜΟΥ ΜΗΝΥΜΑ!
ΞΕΝΕ, ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ!
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ!

Αλλά μπορεί οι φίλοι μου να έχουν δίκιο και απλά να είμαι τρελός.

ΒΡΕΣ ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΥΛΑΚΗ
ΚΑΙ ΒΓΑΛΕ ΜΑΣ ΕΞ

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Σκότος και Καπνός

Γκρίζες μάζες ατμού ξεπήδαγαν απο ένα σημείο που δέν ήταν ορατό. Σκοτάδι με υλική υπόσταση τριγυρνούσε ανάμεσα στους πήδακες. Η ορατότητα ήταν ελάχιστη, ίσως μερικά εκατοστά. Παντού διάχυτη η μυρωδιά του ξύλου που καιγόταν και μίας μυρωδιάς άγνωστης, που η καλύτερη περιγραφή της ήταν η λέξη "νύχτα". Ο θάνατος ήταν λές και αχνοφαινόταν μέσα στις στήλες καπνού και το έρπον σκοτάδι.
Ξαφνικά, φώτα φάνηκαν. Μικρές σφαίρες φωτός, αρχικά, περιπλανιόντουσαν μέσα στο σκοτάδι και τον ατμό. Είχαν μέγεθος μόλις αυτό μίας γροθιάς μικρού παιδιού, και ο ατμός και το σκοτάδι τις έκαναν να μοιάζουν ακόμα μικρότερες. Ήταν ορατές μονάχα αν βρησκόσουν μισό μέτρο απο δίπλα τους.
Όπου και άν κοίταγε κανείς, τα μόνα πράγματα που ήταν ορατά ήταν ο γκρίζος βρώμικος καπνός και οι σκιές που τύλιγαν τα πάντα. Κάπου κάπου οι σφαιρίτσες έκαναν την εμφάνισή τους μέσα απο τον χαλασμό, μόνο για να ξαναχωθούν εκεί.
Ένα δυνατό φώς φάνηκε. Είχε και αυτό την μορφή σφαίρας αλλά ήταν φανερά μεγαλήτερη απο τις σφαιρίτσες. Με διάμετρο που ξεπέρναγε τα δύο μέτρα, έμενε σταθερό σε μία θέση, τοποθετημένο απο ένα άγνωστο χέρι που δέν ήταν ορατό για τους θνητούς.
Για να το φτάσεις, έπρεπε να παρατηρήσεις μέσα απο το χάος που υπήρχε το φώς που εξέπεμπε. Ένα αχνό ελπιδοφόρο ρόζ φωτάκι που σε καλούσε. Μετά, έπρεπε να αρχήσεις να πηγαίνεις προς τα εκεί, οι καπνοί να σε τυφλώνουν και να κάνουν τα μάτια σου να δακρύζουν, και το σκοτάδι να απειλεί να σε καταπιεί.
Σκόνταφτες σε εμπόδια που δέν ήταν ορατά και μετά, όταν ψηλαφούσες να καταλάβεις πού σκόνταψες, δέν ήταν τίποτα εκεί.
Χτύπαγες το κεφάλι σου σε ένα ταβάνι μεταβαλλόμενου ύψους και ρηπές καπνού σε μπούκωναν πρίν το κοιτάξεις.
Μέχρι που κάποια στιγμή έφτανες εκεί.
Και το φώς σε τύληγε και σε τύφλωνε και εσύ αφηνώσουν.
Για να βρεθείς σε κάποια άλλη ανεξερεύνητη άκρη της φυλακής σου.
Όταν ξαναέβρισκες την υπόνοια του φωτός και την ακολουθούσες σκευτόσουν οτι ίσως το λάθος σου να ήταν οτι αφέθηκες.
Μετά απο τα ίδια, καποιες φορές ακριβώς, βασανιστίρια, αναπόφευκτα έφτανες στον προορισμό σου.
Αυτήν την φορά δεν θα αφηνόσουν, θα το κοίταγες έντονα και με επιμονή για να μάθεις όλα του τα μυστικά.
Όλα αυτά για να καταλάβεις οτι ενώ το μελετάς, τα πόδια σου με βούληση δικιά τους σε έπαιρναν μακριά.
Μία λοιπόν ήταν η λύση.
Έπρεπε να διώξεις τον καπνό.
Δύο πράγματα ήταν για εσένα να κάνεις. Να κλείσεις την παραγωγή του καπνού και να διώξεις το σκοτάδι, και να ανοίξεις τις εξόδους για να φύγει ο καπνός που ήδη υπάρχει.

Καλή επιτυχεία, λοιπόν, στην αναζήτησή σου για τα ανοίγματα και τους διακόπτες.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Σειρά Διηγημάτων 1, Μέρος Πρώτο: Η Δημιουργεία

Την κοίταξα κατάματα. "Λέω την αλήθεια. Είμαι μάγισσα" έλεγε η κοπέλα που στεκόταν μπροστά μου.
Ήταν ψηλή, στο ύψος μου. Φορούσε μαύρη κοντή φούστα με μαύρο καλσόν και απλά κόκκινα all star παπούτσια. Απο πάνω φορούσε μία κοντομάνικη μπλούζα στο χρώμα της φωτιάς, ταιριάζοντας την με τα παπούτσια της. Είχε μακριά κατάμαυρα μαλιά και μεγάλα πράσινα μάτια. Πολλά αγόρια την είχαν 'ερωτευτεί', εγώ όμως όχι. Δέν με ενδιέφερε η εμφάνιση μόνο. Είχα αισθανθεί μέσα της κάτι που δέν μου άρεσε ιδιαίτερα...
"Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να μου το αποδείξεις αυτό, Λέμυα;" την ρώτησα με επίτηδες άχρωμη φωνή. Με κοίταξε, δήθεν πληγωμένη. "Τόσο λίγη εμπιστοσύνη έχεις στην φίλη σου την Μαρία; Εκείνη δέν σε γνώρισε σε εμένα όταν της είπες για τις έρευνές σου;"

Πράγματι, πρίν απο μερικές μέρες, ενώ μιλούσα με την Μαρία για τις έρευνές μου πάνω στο παραφυσικό, μου είχε πεί οτι ήξερε μία κοπέλα ("πολύ όμορφη, μάλιστα") που είχε παρόμοιες ανησυχείες με εμένα. Και έτσι μου γνώρισε την Μαρία.

Αλλά βιάζομαι. Πού πήγαν οι τρόποι μου; Έπρεπε πρώτα να συστηθώ.
Με έχουν βαπτίσει Ουριήλ, απο τον τέταρτο αρχάγγελο. Οι γονείς μου, έντονα θρησκευόμενοι άνθρωποι, μου είχαν πεί οτι την μέρα της γέννησής μου ένας άγγελος εμφανήστηκε μπροστά τους. Δήλωσε οτι ήταν ο Ουριήλ και οτι λόγω της βαθειάς πίστης τους θα με προστάτευε πάντα, αρκεί να μου δίναν το όνομά του. Όταν, λοιπόν, ήρθε η στιγμή της χριστιανικής βάπτισής μου, το όνομα ήταν προεπιλεγμένο.
Παρόλη, όμως, την πίστη των γονιών μου, εγώ κατέληξα άθεος. Χμμ... Όχι ακριβώς άθεος, περισσότερο άθρησκος.
Όταν άρχησα να μπαίνω στην εφηβεία, άρχησα και να σκεύτομαι. Δέν μπορούσα να χωνέψω το δόγμα της Ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας. Ήταν... περιοριστικό για εμένα. Οι γονείς μου τα έριξαν όλα στην εφηβεία και στο οτι είμαι "ανήσυχο πνεύμα, σάν τον παππού μου". Όπως και να έχει, αρνήθηκα την πίστη που μου είχαν επιβάλλει απο την στιγμή της γέννησής μου και άρχισα να ερευνώ τα πάντα. Όχι τα αρκουδάκια στην Ασία.
Αυτά έγιναν όταν ήμουν δεκατριών χρόνων. Τώρα, μόλις τέσσερα χρόνια μετά, έχω μάθει αρκετά πάνω στην Μαγεία και στον Μυστικισμό και πάνω στις θρησκείες του κόσμου. Ακόμα δέν έχω επιλέξει θρησκεία. Αν και νοιώθω την ύπαρξη κάποιας ανώτερης δύναμης, αποφεύγω να την κατ' ονομάσω. Δέν έχει σημασία.
Όμως, μέσα απο τις ερευνές μου, ενθουσιάστηκα απο την Μαγεία. Όχι, όμως, όποια και όποια μαγεία. Έχοντας ερευνήσει πολλά είδη, όπως και με τις θρησκείες, τα αππέριψα όλα και ξεκίνησα απο το μηδέν. Δέν γούσταρα ούτε τις επικλήσεις των Κλειδιών, ούτε είχα όρεξη να μπλεχτώ με 'Θεϊκούς' αγγέλους και Λαβκραφτιανούς δαίμονες. Προσπαθούσα να κατασκευάσω μία μαγεία που το μόνο της εργαλείο ήταν η ανθρώπινη θέληση.

"Δέν με συγκηνείς. Κάνε κάτι.. 'Μαγικό' και μετά βλέπουμε." της είπα, ακόμα ανέκφραστος. Η αλήθεια ήταν οτι ήμουν ενθουσιασμένος, ήλπιζα οτι επιτέλους είχα βρεί κάποια που να έψαχνε την μαγεία, όπως ακριβώς εγώ. Δέν ήταν οτι είχα δυσκολεία να βρώ κορίτσι, μάλλον το αντίθετο. Ήμουν ψηλός, κοντά στο ένα εννενήντα, είχα ίσια μακριά μελαχρινά μαλλιά, συνήθως πιασμένα κοτσίδα, και ήμουν αρκετά λεπτός. Δέν ήμουν γυμνασμένος, τουλάχιστον φανερά. Μία υσχηρή θέληση χρειάζεται ένα υσχηρό σώμα, πίστευα, οπότε είχα εστειάσει στο να αυξήσω τις αντοχές μου όσο μπορούσα. Και τα είχα καταφέρει αρκετά καλά.
Αναστέναξε. "Όκεϊ, όκεϊ" είπε και έκανε ένα βήμα πίσω. Βρησκόμασταν στην πλατεία Νέας Σμύρνης, έναν νομό της Αθήνας, εκεί οπου μεγάλωσα. Δέν είχε αρκετό κόσμο, ήταν νύχτα. Υπήρχαν μόνο μερικά παιδιά γύρω απο έναν έφηβο που έπαιζε στην κιθάρα μία μελαγχολική μελωδία και ένας γέρος που πουλούσε καλαμπόκια στο βάθος πίσω μου. Το πλάτωμα της πλατείας στο οποίο βρησκόμασταν ήταν αρκετά μεγάλο, περίπου τριάντα μέτρα μήκος και δέκα πλάτος, και στο κάτω μέρος (στα δεξιά μου) είχε έναν τετράγωνο όγκο με ένα πεζούλι γύρω-γύρω και ένα σηδερένιο καπάκι στην μέση που έκλεινε κάτι που κανείς δέν ήξερε. Εκεί βρησκόταν καθησμένη η παρέα των παιδιών, απο την πλευρά που ήταν μακριά μας. Εμείς ήμασταν όρθιοι λίγα μέτρα πιο κεί.
Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να ψυθηρίζει. Λατινικά... Τί μέθοδο χρησημοποιούσε άραγε;
Γύρω της εμφανίστηκε μία ελαφριά μαύρη αύρα. Εκείνη άρχησε να μιλάει ελαφρώς δυνατότερα. Η φούστα της και τα μαλλιά της άρχισαν να ανεμίζουν, ενώ δέν υπήρχε άνεμος που τα κουνούσε. Ξαφνικά άρχησε να αιωρίται. Σηκώθηκε καμία εικοσαριά πόντους πάνω απο το έδαφος και άνοιξε τα μάτια της κοιτώντας με χαρούμενα. "Τώρα πιστεύεις, Θωμά;" ρώτησε χαμογελόντας μέχρι τα αυτιά. Η παρέα είχε σταματήσει το τραγούδι της και κοιτούσε την κοπέλα με ορθάνοικτα τα μάτια απο τη έκπληξη. Αναστέναξα απογοητευμένος.
Πλησιάζοντας την, την κοιτούσα στα μάτια. "Αυτό λές εσύ μαγεία, Λέμυα;" της είπα κουρασμένα. "Λυπάμαι που θα σου χαλάσω την γιορτή" και έπιασα το δεξί της χέρι. Χωρίς να το καταλάβει κανείς, όταν είχε αρχήσει να ψυθηρίζει είχε βάλει το χέρι που της έπιασα στην τσέπη που είχε η φούστα. Δέν φαινόταν έντονα, η φούστα ήταν υφασμάτινη χωρίς φανερές ραφές. Τραβόντας απαλά το χέρι της, αποκάλυψα οτι κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο που είχε πάνω σκαλυσμένο ένα πολύπλοκο σύμβολο με γραμές που φωτιζόντουσαν κόκκινες. "Γκοέτια, λοιπόν..." πίεσα το χέρι της και εκείνη έβγαλε μία κραυγούλα ενώ άφηνε το φυλακτό να πέσει. Ευθής, η αύρα εξαφανίστηκε και εκείνη έπεσε κάτω. Προσγειώθηκε με τα γόννατα και στήριξε το σώμα της μπροστά με τα χέρια της. Σκύβωντας, μάζεψα το φυλακτό.
"Αυτό λές εσύ μαγεία;" επανέλαβα. Σήκωσε τα μάτια της με απορία ανάμυκτη με ενόχληση και με κοίταξε. "Ναί, αυτό είναι μαγεία. Μόνο αυτό το είδος υπάρχει, επικλητική μαγεία." Γύρισα απογοητευμένος τα μάτια μου στο φυλακτό που κρατούσα. "Όχι. Μαγεία είναι μία μέθοδος που χρησιμοποιεί την θέληση που έχει κάθε άνθρωπος μέσα του και της δίνει υλική υπόσταση. Αυτό εδώ λέγεται σκλαβιά σε δαίμονες και αγγέλους." Σήκωσα το φυλακτό ψηλά χωρίς να σταματήσω να το κοιτάω. Η Λέμυα σηκώθηκε απο το έδαφος και άρχησε να ξεσκονίζει τα ρούχα της με απότομα χτυπηματάκια. "Δώσε μου την Σφραγίδα μου" μου είπε θυμωμένη μόλις πίστεψε οτι είχε καθαρήσει.
"Όχι." Με κοίταξε με απορία. "Τί πάει να πεί 'όχι';" "Δέν θα σου δώσο την Σφραγίδα αυτήν. Ανόητη, δέν ελέγχεις εσύ τον δαίμονα εδω μέσα, εκείνος ελέγχει εσένα." Έκλεισα τα μάτια μου και συγκέντρωσα την θέλησή μου, όπως είχα καταλήξει μετά απο άπειρα πειράματα οτι έπρεπε. Ένοιωσα μέσα στο ξυλάκι την παρουσία του δαίμονα, με τις ίνες της ύπαρξής του συνυφασμένες με αυτές του ξύλου, χάρη στην σφραγίδα που ήταν σκαλισμένη πάνω του. Άρχησα να λύνω μία μία τις ραφές, προσπαθόντας να βγάλω τον δαίμονα απο εκεί μέσα και να ελευθερώσω την Λέμυα απο την επιρροή του.
"Σταμάτα!" μου φώναξε απότομα, πιθανώς νοιώθοντας τί έκανα. Πήγα ένα βήμα πίσω και με το αριστερό δεξί χέρι μου κράτησα τον ώμο της ωστε να μήν μπορέσει να με πλησιάσει. "Σε ελευθερώνω, ανόητη κοπέλα! Σύντομα θα με ευγνωμονείς."
Ξαφνικά ένοιωσα τις ίνες να κόβονται απότομα. Η παρουσία του δαίμονα ήταν αισθητή σε όλους. Βρησκόταν πίσω μου.
Πετόντας κάτω το ξυλάκι, γύρισα.
Μπροστά μου στεκόταν ένας άντρας. Φορούσε μακριά μαύρη καπαρντίνα, μάυρα δερμάτινα γάντια, κατάμαυρες αρβύλες, και τα λυτά, ίσια μαλλιά του έφταναν ώς την μέση του. Κατάμαυρα, έμοιαζαν να αποροφούν το φώς. Τα μάτια του ήταν κόκκινα.
"ΤΙ ΘΕΣ, ΘΝΗΤΕ;!" είπε με μία φωνή που ακουγόταν σαν τον ήχο που κάνει ο αέρας όταν περνά μέσα απο ένα τεράστιο τούνελ στο βουνό. "ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕΣ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΜΟΥ;!" Είχα ξανααντιμετωπίσει δαίμονες. Οι περισσότεροι το μόνο που κάναν ήταν να προσπαθούν να σε τρομάξουν. Έτσι ήταν και αυτός. Τον κοίταξα ήρεμα. "Έχεις πέντε δευτερόλεπτα να γυρήσεις στην Κόλαση."
Με κοίταξε ειρωνικά. "ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΘΑ ΣΕ ΦΟΒΗΘΩ ΕΓΩ, ΣΚΟΥΛΗΚΙ;"
"Πέντε."
"ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΦΥΓΩ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΑ!" Η παρέα τα είχε κλάσει ελαφρώς και η Λέμυα έχασκε με ανοικτό το στώμα.
"Τέσσερα"
"ΑΝΟΗΤΕ!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ!!!" Μαύρη αύρα εμφανήστικε γύρω του. Φιγουρατζήδες δαίμονες...
"Τρία" Άρχησα να συγκεντρώνω την θέλησή μου.
"Δύο"
"ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ!!" φώναζε τώρα. Η μαύρη αύρα γύρω του έγινε εντονότερη και έμοιαζε να σχηματίζει δύο κατάμαυρα φτερά στην πλάτη του.
"Ένα." Φαντάστηκα το ξόρκι, έτσι όπως είχα καταλήξει οτι είναι ένα ξόρκι τέτοιου τύπου.
"Τέλος χρόνου." Ο δαίμονας άνοιξε το στώμα του να πεί κάτι, αλλά αντί αυτού έβγαλε μία τρομαγμένη κραυγή που σου πάγωνε το αίμα. Τα μάτια του ήταν διάπλατα ανοικτά ενώ κοίταγε προς τα πάνω. Λευκό φώς τον είχε τυλήξει και η παρουσία του, όπως και ο τρόμος, άρχησαν να υποχωρούν. Ξαφνικά, τόσο ξαφνικά όσο άρχησαν όλα, ο δαίμονας εξαφανήστηκε. Μαζί με την κραυγή του έσβησε και η επιρροή του θεάματός του.
Σάν να ξύπναγε απο ένα όνειρο, η Λέμυα με αγκάλιασε γύρω απο την μέση, κλαίγοντας. Μουρμούριζε κάποια πράγματα, και απο αυτά ξεχώρισα ένα "είχες δίκιο..." και αρκετά "ευχαριστώ" και "συγγνώμη". Μετά απο μερικά δευτερόλεπτα, σάν ποτέ να μήν είχε συμβεί τίποτα, η παρέα έπιασε ξανά την μελαγχολική μελωδία της. Η Λέμυα, έπειτα απο αρκετά δευτερόλεπτα, σταμάτησε να κλαίει και απομακρίνθηκε απο πάνω μου.
Γύρισα να την κοιτάξω ενώ σκούπιζε τα μάτια της. Με φωνή κάπως βραχνή απο το κάμα, είπε "Λυπάμαι για όλα αυτά. Δέν θα ξανασχοληθώ με την Γκοέτια." "Ούτε με άλλου είδους δαίμονες και λοιπά πλάσματα. Αυτά το μόνο που ζητούν είναι έλεγχο. Ακόμα και οι άγγελοι." Κούνησε καταφατηκά το κεφάλι της.
Αρκετά έγιναν, για μία νύχτα, αποφάσησα και γύρισα να φύγω. "Τί να κάνω τώρα;" με ρώτησε κάπως απελπισμένα η Λέμυα. Χωρίς να γυρίσω να την κοιτάξω, ενώ απομακρυνώμουν της φώναξα "Ασχολήσου με την χειροτεχνία. Αυτό το φυλακτό ήταν το καλύτερο που έχω δεί ποτέ."


Για άλλη μία φορά απέτυχα. Για άλλη μία φορα το μόνο που βρήκα ήταν κάρβουνο αντί του διαμαντιού που έψαχνα. Για άλλη μία φορά...

Ο ήχος κλήσης απο το κινητό μου με έβγαλε απο τον μισο-ύπνο της απογοήτευσής μου. Σηκώθηκα απο το κρεβάτι μου και τρύβοντας τα μάτια μου έπιασα το ασύρματο ακουστικό. "Έλα Ούρ, με ακούς;" ήταν ο Μάριος, ένας παιδικός μου φίλος. Χαμογέλασα ελαφρά. Με κάπως βραχνή φωνή του απάντησα "Έλα, τι λέει;" "Θυμάσαι την συζήτηση που είχαμε πάνω στο οτι δέν υπάρχουν βιβλία επικής φαντασίας που να περιγράφουν την Μαγεία σωστά;" Πώς θα την ξέχναγα. Ο Μάριος, λάτρης της επικής φαντασίας και της Μαγείας, μου είχε εκθέσει σε έναν μακρύ και παθιασμένο μονόλογο τις απόψεις του πάνω στην έλλειψη βάθους της Μαγείας στην μοντέρνα επική μυθηστορηματογραφία. "Χμμ" "Έ, λοιπόν, βρήκα την λύση! Θα γράψω εγώ ένα τέτοιο μυθηστόρημα!"
Εκείνη την στιγμή έμεινα άφωνος. Όχι γιατί μου φάνηκε περίεργο αυτό που μου έλεγε ο φίλος μου. Τα κομμάτια είχαν μπεί στην θέση τους.
"Πολύ καλή ιδέα, Μάριε. Σε παρακαλώ, θέλω να με αφήνεις να το διαβάζω πρίν το εκδόσεις!" του είπα, κάπως αστειευόμενος. Εκείνος είτε ήταν πολύ χαμένος στον ενθουσιασμό του, είτε επέλλεξε σκόπιμα να μήν το δεί σαν αστείο, γιατί πλέωντας σε πελάγη ευτηχείας είπε "Χαίρομαι που σου αρέσει η ιδέα μου! Θα σε πληροφορήσω όταν γράψω κάμποσο" και έκλεισε το τηλέφωνο, προφανώς χωρίς να συνηδητοποιήσει οτι δέν του είχα πεί αντίο.

Ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι μου. Μα ήταν τόσο αηδειαστικά απλό. Τί έκανα με την Μαγεία; Τί κάνει ο Μάριος με την επική φαντασία; Αφού τα μελετήσαμε όλα, τα απορρίψαμε και κατασκευάσαμε δικά μας.
Γιατί να μήν έκανα το ίδιο με τα κορίτσια;


Πέρασαν δύο μήνες, κατα την διάρκεια των οποίων μελετούσα πιθανά σχέδια. Δέν μελετούσα αυτό καθ' αυτό το μοντέλο του κοριτσιού που θα έφτιαχνα. Αυτό θα το έκανε το υποσυνείδητό μου. Συνειδητά το μόνο που θα έκανα ήταν οτι θα ζητούσα απο τον εσωτερικό μου εαυτό να προβάλλει το μοντέλο, και μετά θα το έκανα πραγματικότητα. Δέν ήσχυε στην πραγματική Μαγεία ο νόμος της ίσης ανταλαγής. Η Μαγεία κατέριπτε ουσιαστικά αυτόν ακριβώς τον φυσικό νόμο. 'Η ενέργεια δέν δημιουργήται, μόνο αλλάζει μορφή'. 'Αρχίδια. Ο Κόσμος υπακούει τον Άνθρωπο.' πίστευα τότε μέσα στην αλλαζονία μου, όπως οι Ατλάντιοι. Άν δεχτούμε την ύπαρξή τους...
Η διαδικασία ήταν απλή, εστίαση της θέλησης, όπως πάντα. Σκοπός; Η δημιουργεία του τέλειου κοριτσιού. Σάρκα, πνεύμα, ψυχή. Δέν ήξερα καλά κανένα απο τα τρία, ο εσωτερικός εαυτός μου όμως τα ήξερε. Είχα πεί στους δικούς μου οτι είχα βρεί ένα κορίτσι, και μου επέτρεψαν μέσα στην χαρά τους, να το φέρω σπίτι να ζήσει μαζί μας. Πάντα ήθελαν και μία κόρη, αλλά όταν προσπαθήσαν να κάνουν δέν κατάφεραν.


Το ξόρκι ήταν πάναπλο. Ούτε πολύπλοκος σκοπός, ούτε εργαλεία. Μόνο καθαρή θέληση. Αλλά επηδεί προσπαθούσα να δώσω υλική υπόσταση σε κάτι που μόνο μέσα μου υπήρχε, χρειαζόταν πολύ ενέργεια και εστείαση. Για τρείς μέρες δέν πήγα σχολείο. Καθόμουν σπίτι και κοιμόμουν ή έτρωγα, ωστε να αντέξω για όσο χρόνο μου πάρει το ξόρκι.
Τα λόγια ήταν απλά, άλλωστε εγώ τα είχα κατασκευάσει. Βοηθούσαν στην εστείαση. Είχα επίσης καταλήξει και σε μερικές σωματικές κινήσεις για τον ίδιο σκοπό.
Ήταν πιά ώρα.

Το δωμάτιό μου βρισκόταν στον έβδομο όροφο της πολυκατοικείας και έβλεπε προς τα βουνά κοντά στην Αθήνα. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό σαββάτου. Το δωμάτιο γέμιζε απο το ζεστό φώς του Δεκεμβρηνού ήλιου. Εγώ στεκόμουν ακριβώς στην μέση του δωματίου, κοιτώντας την προς την ανατολή. Είχα τα μάτια κλειστά για να μήν με καίει ο ήλιος και αναλογιζόμουν την διαδικασία. Είχα πεί στους γονείς μου οτι έκανα μία πολύ σοβαρή εργασία και δέν έπρεπε, για κανέναν σκοπό να με ενοχλήσουν. Ήξεραν για την Μαγεία μου. Αλλά ήταν υπερβολικό να τους πώ τί σκόπευα να κάνω. Θα το χαρακτήριζαν σαν ιεροσυλλεία. Ίσως να μήν είχαν και άδικο... - Αλλά δέν ήταν καιρός για αμφιβολείες. Είχα ξεπεράσει αυτά τα ερωτήματα. 'Υπάρχουν κάποια πράγματα που δέν πρέπει να αγγίζονται απο τον άνθρωπο'. Ποιός νοιάζεται;!

Είχαν περάσει έξι ώρες απο την στιγμή που είχα ξεκινήσει το ξόρκι μου. Ένοιωθα τις ενέργειες που έλεγχα και έμενα συνέχεια άφωνος απο την ένταση τους. Ευτηχώς που ήταν σε διαφορετικό πεδίο απο αυτό που μπορούσαν να αισθανθούν οι συνηθησμένοι στην ύλη άνθρωποι. Οποιοσδήποτε, όμως, μάγος σε ακτίνα δέκα χιλιομέτρων θα ένοιωθε αυτήν την συγκέντρωση ενέργειας, τόση ήταν... Ένοιωθα κάπως πεινασμένος, αλλά δόξα τα πέντε κιλά που είχα πάρει τις τελευταίες μέρες δέν θα είχα πρόβλημα.

Εικοσιεπτά ώρες. Εικοσιεπτά ώρες μάζευα δύναμη και την πώλωνα με την σκοπό μου. Η αίσθηση της πείνας είχε περάσει μετά τις πρώτες δέκα ώρες και ύστερα απο ένα εικοσιτετράωρο δέν είχα πρόβλημα κούρασης. Ήμουν απόλυτα συντονισμένος με τον σκοπό μου. Δέν μου έμενε πολύς χρόνος, σύντομα θα ολοκληρονώταν το ξόρκι μου. Σύντομα θα είχα μπροστά μου το τελειότερο (για εμένα) κορίτσι.

Η ενέργεια που είχα μαζέψει τώρα, τριάντα ώρες απο την έναρξη του ξορκιού μου, άρχησε να πάλλεται. Συμπηκνωνόταν. Πρίν ήταν απλωμένη σε έναν χώρο μεγαλύτερο απο την πολυκατοικεία μας και τώρα μαζευόταν σιγά σιγά σε έναν χώρο μπροστά μου. Όλο και μίκραινε, όλο και μαζευόταν, μέχρι που πήρε τον χώρο και το σχήμα ενός ανθρώπου. Δέν ήταν ακόμα τίποτα ξεκάθαρο και δέν είχε πάρει ύλη. Όχι ακόμα. Αλλα σε μερικά λεπτά θα είχε. Δέν άφησα τον ενθουσιασμό μου να με ελέγξει. Σύντομα όλη η προετοιμασία, όλες οι νύχτες που πέρασα μόνος μου, όλες οι μέρες που υπέμενα τους χλευασμούς, σύντομα όλα αυτά θα απέδιδαν καρπούς.

Δέν άνοιγα τα μάτια μου απο φόβο μήπως η χαρά μου έσπαγε την συγκέντωση. Ένοιωθα την ενέργεια να παίρνει υλική μορφή, να ξεπερνά τα όρια της Θερμοδυναμικής. Ένοιωθα μπροστά μου την αχνή άυρα ενός ατόμου, όπως και κάποιες υποτηπόδεις νοητικές λειτουργείες. Αλλά όλο και γινόνοντουσαν πιο έντονα αυτά. Δευτρόλεπτο με το δευτερόλεπτο ένα κορτίτσι εμφανιζόταν μπροστά μου, ένας ολοκληρομένος άνθρωπος που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει απο τους άλλους. Δέν ήμουν Θεός. Αλλά σίγουρα Τον έκανα να ζηλέυει.
Ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί. Άκουσα έναν γδούπο. Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου. Είχα να τα ανοίξω αρκετές ώρες. Στεκόμουν ακόμα όρθιος, ακριβώς όπως ήμουν όταν ξεκίνησα. Είχα διακόψει τα λόγια και τις κινήσεις εδώ και αρκετές ώρες, οπότε δυσκολευόμουν να κινηθώ. Αλλά αυτό που αντίκρισα, ανοίγοντας τα μάτια μου θα με έκανε να μείνω ακίνητος, ούτως ή άλλως.
Ξαπλωμένη στο πλάι με το πρόσωπο προς εμένα, ένα μέτρο μακριά μου βρησκόταν μία κοπέλα.
Η ωραιότερη κοπέλα που είχα δεί. Δέν είχα ερωτευτεί κεραυνοβόλα ξανά, αλλά τώρα ήξερα οτι μπροστά μου κοιμόταν η κοπέλα των ονείρων μου. Το υποσεινήδειτό μου είχε κάνει εξαιρετική δουλεία. Ήξερα οτι δέν θα άραισε σε πολλούς, κάτι πάνω της θα τους έκανε να μήν θέλουν να είναι μαζί της κάτι πέρα απο φίλοι.
Είχε απαλό ρόζ δέρμα, πιό χλωμό απο το συνηθησμένο ρόζ. Ήταν λεπτή, όχι όμως τόσο λεπτή όσο τα μοντέλα και οι ανόητες ανορεξηκές νέες έφηβες, ήταν υγηείς λεπτή. Πρέπει στο ύψος να την περνούσα για μισό κεφάλι. Είχε πανέμορφα κανονικά σε μήκος πόδια, ελαφρώς διπλωμένα σάν να κοιμώταν αρχικά ανάσκελα και έπειτα να γύρισε. Τα χέρια της ήταν κανονικού μήκους με τέλεια λεπτά αλλά όχι μακριά δάκτυλα. Μακριά απαλά ίσια μαλλιά χυνόντουσαν στο πάτωμα γύρω απο το κεφάλι της, σε ένα ζεστό κατακόκκινο χρώμα, σαν το αίμα. Τα φρύδια της πάνω απο τα μεγάλα μάτια της ήταν και αυτά στο ίδιο χρώμα. Τα κλειστά βλέφαρά της είχαν όμορφες βεφαρίδες, όχι ιδιαίτερα μεγάλες και έντονες. Είχε μια γλυκειά μικρή μυτούλα και τα χείλη της ήταν σαν να μου έλεγαν 'φίλα μας'. Δέν ήταν σαρκώδη ούτε είχαν κάποιο έντωνο χρώμα. Είχαν ένα φιλιό ροζάκι, ελαφρά πιο σκούρο και έντονο απο αυτό του δέρματός της. Μικρές φακιδούλες στόλιζαν το πρόσωπό της, κάτω και γύρω απο τα μάτια της. Είχε ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο στήθος και το γενετικό της όργανο ήταν κρυμμένο απο κόκκινες τρίχες. Η κηλιά της, λεία και απαλή, είχε και εκεί φακιδούλες.
Μετά απο κάμποση ώρα, καταφέρνοντας να ξεφύγω απο αυτό το εξαίσιο θέαμα της φυσικής ομορφιάς της, περπάτησα άτσαλα προς μία σακούλα πιό δεξιά μου, δίπλα στο παράθυρο. Εκεί μέσα είχα τα ρούχα που της είχα αγωράσει, μιάς και η μητέρα μου θα υποψιαζόταν αν έβλεπε την κοπέλα μου με δικά της ρούχα. Βγάζοντας μέσα απο την χάρτινη σακούλα τα εσώρουχα και τα ρούχα που της είχα πάρει, την πλησίασα απαλά. Στην αρχή πίστευα οτι θα είχα πρόβλημα με το μέγεθος των ρούχων, αλλά τελικά διάλεξα αυτό που ένοιωθα σαν σωστότερο. Και, εννοείται, έπεσα μέσα. Τώρα, άν δέν της άρεσαν τα χρώματα ή κάτι ανάλογο, θα πέρναμε αργότερα άλλα ρούχα. Είχα μαζέψει το χαρτζηλίκι δύο μηνών για αυτόν τον σκοπό. Σάν οικογένεια δέν είχαμε πρόβλημα με τα χρήματα, αντίθετα μάλλον ήμασταν πάνω απο τον μέσο όρο. Το ποσό που μάζεψα μέσα σε δύο μήνες ήταν τετρακόσια ευρώ. Αυτό τα λέει όλα.

Την είχα ντύσει και την είχα βάλει απαλά να ξαπλώσει στο κεβάτι μου, ανέγγικτο όπως ήταν. Της είχα πάρει τα ρούχα που μου αρεσουν πιό πολύ στα κορίτσια, και 'έτυχε' να της πηγαίνουν τέλεια. Μία κοντομάνικη μπλούζα που άφηνε τους ώμους ακάλυπτους, μώβ στο χρώμα, τόνιζε της καμπύλες της χωρίς να τις αποκαλύπτει. Απο κάτω, μία στο ίδιο χρώμα και στύλ φούστα κάλυπτε τα υπέροχα πόδια της, φτάνωντας μέχρι τους αστραγάλους. Δέν της είχα φορέσει τα παπούτσια και τις κάλτσες της, οπότε την σκέπασα ελαφρώς.
Η κοπέλα αναδέυτηκε. Φάνηκε έτοιμη να ξυπνήσει. Αλήθεια, πώς είναι το όνομά της; Ένα όνομα ξεφύτρωσε ξαφνικά. Σάν να βγήκε μέσα απο εμένα και εκείνη, μέσα απο την σχέση δημιουργού-δημιουργήματος, το όνομα που ήξερα οτι θα της άρεσε και που άρεσε και σε εμένα.
Άμπιγκεϊλ.

Άνοιξε τα μάτια της. Είχε μεγάλα, εκφραστικά κατάμαυρα μάτια που με έκαναν να χάνομαι μέσα τους. Έριξε ένα βλέμμα τριγύρω προτού πάρει είδηση εμένα που είχα γονατίσει δίπλα στο κρεβάτι. Γύρισε το κεφάλι της για να με κοιτάξει και μόλις τα μάτια μας συναντήθηκαν έβγαλε μία φωνούλα σάν να ξαφνιάστηκε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν ελαφρά. Ναί, όπως εγώ έτσι και αυτή με ερωτέυτηκε με το πρώτο βλέμμα. Άνοιξε ξανά το στώμα της ενώ ανασηκονώταν απαλά και είπε με μία μελωδική φωνή που έκανε την καρδιά μου να χτυπάει γρηγορότερα "Είσαι ο Ουριήλ, αυτός που με έφερε εδώ, έτσι;" Σηκώθηκα στα πόδια μου τείνωντάς της το χέρι μου για να την σηκώσω και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. "Είμαι η Άμπιγκεϊλ" είπε, σάν να το έλεγε τόσο στον εαυτό της όσο και σε εμένα. "Το ξέρω" της απάντησα ενώ την βοηθούσα, και πρέπει η φωνή μου να είχε πάνω της την ίδια επιρροή που είχε και η δική της σε εμένα, γιατί το χέρι της σφίκτηκε περισσότερο και εκείνη με κοίταξε απότομα στα μάτια ελαφρώς κοκκινησμένη.
Την βοήθησα να σηκωθεί στα πόδια της και με τα δύο χέρια, μιάς και δέν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ τα πόδια αυτά. Θα τα συνήθιζε σε δευτερόλεπτα, αλλά τώρα δέν ήταν σταθερή. Αφού σηκώθηκε δέν άφησα τα χέρια της και της είπα "έλα, δοκίμασε να περπατήσεις." Έκανε μερικά αδέξια βήμματα με την βοήθειά μου και μετά έπεσε απαλά στα γόνατά της βγάζοντας μία κραυγούλα που μου φάνηκε η πιό γλυκειά κραυγούλα του κόσμου.
"Διψάω..." είπε ήρεμα σηκώνοντας τα μάτια της. "Όκεϊ, σου φέρνω νερό. Μήν βγείς απο εδώ, ακόμα." Άνοιξα την πόρτα. Το σπίτι ήταν άδειο, κυριακή πρωί οι δικοί μου ήταν όλη μέρα στην εκκλησία και γυρνούσαν στις δώδεκα ακριβώς το βράδυ. Ανοίγοντας το ψυγείο πήρα ένα γυάλινο μπουκάλι νερό που πίστευα οτι θα έπινε με χαρά. Γυρώντας στο δωμάτιό μου την βρήκα όρθια, προφανώς ήδη συνηθησμένη στα πόδια της.
Είχε μάλιστα ανακαλύψει και τον ολόσωμο καθρέπτη εσωτερικά στο ένα φύλλο της ντουλάπας μου, στα πόδια του κραβατιού μου. Πρέπει να είχε όλες τις μνήμες μου. Με κοίταξε χαμογελώντας. "Μου αρέσουν πολύ αυτά τα ρούχα!" Η χαρά της με έκανε να νομίζω οτι βρήκα τον παράδεισο. Χαμογελόντας, της έδωσα το μπουκάλι που άνοιξε και άρχησε να πίνει λαίμαργα. Αφού το άδειασε όλο, μου το έδωσε. "Θές άλλο;" Με κοίταξε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. "Ευχαριστώ, Ουρ!" είπε μετά, χαμογελόντας. Ακούμπησα το μπουκάλι στο γραφίο μου, αφού διέσχησα όλο το δωμάτιο. Όταν γύρισα ξανά προς αυτή, κοιταζόταν στον καθρέπτη. "Σου αραίσεις;" ρώτησα γελώντας. Εκείνη με κοίταξε και με πλησίασε γελώντας και κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της. Μόλις έφτασε κοντά μου, έπιασε τα χέρια μου με τα δικά της και πρόσθεσε "αλλά εσύ μου αρέσεις περισσότερο". Την φίλισα.

Μετά απο αρκετά τέλεια λεπτά, απομακρυνθήκαμε ο ένας απο τον άλλον και εκείνη χαμογελούσε αχνά. Ανοίγοντας τα μάτια της, κοίταξε βαθιά μέσα στα δικά μου. "Θα έχεις πολλές ερωτήσεις, φαντάζομαι." Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και εκείνη πισωπατώντας χαριτομένα έκατσε στο κρεβάτι μου.
"Κατ' αρχάς, έχεις τις αναμνήσεις μου, σωστά;" κούνησε καταφατικά το κεφάλι, σοβαρή τώρα. "Επίσης, μοιραζόμαστε έναν τυλεπαθητικό δεσμό" είπε εκείνη. Πράγματι, παρόλο που δέν άκουγα άμεσα τις σκέψεις της γιατί δέν είμαι πολύ ευαίσθητος άν δέν συγκεντρωθώ, ένοιωθα τα έντονα συναισθήματά της. "Απο πού ήρθες;" την ρώτησα έπειτα. Ανασήκωσε τους ώμους της και έδειξε εμένα. "Εσύ ξέρεις. Το μόνο που θυμάμαι είναι όλα όσα έχεις ζήσει, με την ίδια καθαρότητα που τα θυμάσαι και εσύ." Την κοίταξα κατάματα. "Παρόλο που δέν έχεις αναμνήσεις, έχεις ήδη χαρακτήρα. Πώς γίνεται κάτι τέτοιο;" Ανασήκωσε πάλι τους ώμους της. "Υποθέτω, οι ψυχολόγοι κάνουν λάθος ώς προς την προέλευση του χαρακτήρα ενός ανθρώπου." Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Την κοίταξα γενικά, σκευτηκός. "Έχεις όλες τις σωματικές λειτουργείες, δέν φένεται να σου λείπει η ψυχή, η νόηση ή το σώμα. Δαιμόνιο;" ρώτησα απότομα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. "Δέν έχει φανερή μορφή ή όνομα ακόμα, αλλά το νοιώθω." Συνέχισα "Νοιώθεις παρορμήσεις που δέν μπορέις να εξηγήσεις;" Έγνεψε αρνητικά μετά απο μερικά δευτερόλεπτα σκέψης. "Θυμάσαι την Μαγεία μου. Μπορείς να κάνεις κάποια γητεία;" έκλεισε τα μάτια της. Σήκωσε το χέρι της ψηλά και έκανε μία απότομη χειρονομία. Φώς περιέβαλλε την γροθιά της. Κατεβάζοντας το χέρι και ανοίγοντας τα μάτια το φώς εξαφανίστηκε. Της χαμογέλασα επιδοκημαστικά και εκείνη έκλεισε τα μάτια της χαρητομένα και γέλασε.
"Δέν νομίζω οτι μας μένει κάτι άλλο. Πότε θα πάμε για ρούχα;" της είπα γελώντας. Πήδηξε πάνω και με κοίταξε. "Αύριο!" φώναξε χαρούμενη.
Την αγκάλιασα χαρούμενος και εγώ με την δική της χαρά.

Επιτέλους, τα είχα καταφέρει. Βρήκα την τέλεια κοπέλα.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007

Ο Σκοτεινός Χάρτης

Αυτό προέκειψε μία βροχερή σχολική ημέρα.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2007

Mage the Awakening, Μέρος Πέμπτο: Τα Χαλάσματα

Το μέρος ήταν όπως στην φωτογραφία.
Κάποτε, ένα ορθογωνικό κτήσμα στεκόταν περήφανο, κίωνες και γλυπτά στόλιζαν την πρόσωψή του, η σκεπή του στιριζόταν απο περίτεχνες μαρμάρινες κολώνες, σκαλιά με ανάγλυφες παραστάσεις οδηγούσαν τα βήματα μέσα στο κτήσμα. Κάποτε. Τώρα το μόνο που έμενε να θυμίζει αυτές τις ένδοξες εποχές ήταν τοίχοι ύψους ενός μέτρου, απο σκονισμένο μάρμαρο, σκαλιά με βρώμικα και σπασμένα ανάγλυφα, βάσεις κιώνων και κολωνών. Αλλά ήταν όλα όμορφα. Και είχαν μία εξαιρετική αύρα, ένοιωθες σαν να ήσουν κοντά σε κάτι που απέχεις πολύ όταν βρήσκεσαι σε πόλεις.
Και πράγματι ήσουν κοντά σε κάτι.

Όταν καταστράφηκε η ενσάρκωση της ανοησίας των πρώτων μάγων, ο κόσμος έπεσε. Η σύνδεσή του με τα Ανώτερα Βασίλεια έγινε απίστευτα αδύναμη. Ο κόσμος, απο την πτώση, έσπασε. Αυτό που κάποτε ήταν ένα έγινε δύο, το ένα αντίγραφο του άλλου, κάθε ένα το μισό του όλου. Όμως το ένα ήταν σκοτεινό. Εκεί, στην σκοτεινή πλευρά, ή Βασίλειο των Ίσκιων όπως ονομάστηκε αργότερα, κατοικούσαν τα πνεύματα. Κάθε τί που γινόταν στην μία πλευρά είχε αντίκτυπο και στην άλλη, ακόμα και αν χωρίζονταν απο ένα πέπλο που οι μάγοι ονομάζαν Γάντι. Έτσι σε μερικά σημεία της σκοτινής πλευράς ήταν φανερές οι βδελυρές πράξεις των ανθρώπων, και σε μερικά σημεία του υλικού κόσμου η επιρροή της δραστιριότητας των πνευμάτων ήταν φανερή.
Και ήταν και μερικά σημεία οπου το Γάντι ήταν πιο λεπτό. Το πέπλο ανάμεσα στους κόσμους είχε ξεφτίσει, ή σε κάποιες περιπτώσεις, είχε τρυπήσει. Τα μέρη οπου ο κόσμος της ύλης και των πνευμάτων ήταν πιό κοντά λέγονταν Λόκους, ενώ τα μέρη οπου οι δύο κόσμοι ταυτήζονταν λεγόντουσαν Ρήγματα. Τα Ρήγματα είναι πολύ σπάνια και διαρκούν λίγο, εμφανιζόμενα τυχαία (φαινομενικά τουλάχιστον...) ενώ τα Λόκους ήταν πιό συχνά, μόνιμα, και όχι και τόσο τηχαία. Λόκους μπορούν να δημιουργηθούν με την χρήση της Μαγείας των Αφηπνησμένων, άν και τα φυσικά Λόκους ήταν μέρη που οι Λυκάνθρωποι κινηγούν για να ελέγξουν.
Οι Λυκάνθρωποι.

Οι Λυκάνθρωποι είναι πλάσματα, μισά πνεύματα και μισά άνθρωποι. Σε αντίθεση με τις λαικές δοξασίες δέν γίνεσαι λυκάνθρωπος. Είτε γεννιέσαι μισός πνέυμα είτε όχι. Αυτά τα πλάσματα, απο χρόνους ξεχασμένους απο τον άνθρωπο (και τους Μάγους) ήταν προστάτες των πνευμάτων και των ανθρώπων. Ήταν οι επιτηρητές οντοτήτων άγνωστων στους θνητούς. Ο σκοπός τους ήταν η τύριση της Αρμονίας. Αυτά ήταν γνωστά στους Μάγους, απο τις ελάχιστες επικοινωνίες που είχαν αυτές οι δύο παρατάξεις μεταξύ τους.

"Φτάσαμε" είπε η Μπάστετ και κατέβηκε απο το αμάξι, πηδώντας πάνω απο την πόρτα χωρίς να μπεί στον κόπο να την ανοίξει. Ο Μεφιστοφελής ξεφύσηξε και ανοίγοντας την πόρτα είπε "συγκρατίσου λίγο. δέν χρειάζεται να κάνεις επίδηξη των ικανοτήτων σου στο άλμα κάθε φορά." Ο Τιτλακάουαν και η Άρτεμις, βγαίνοντας απο το καμπριολέ αμάξι, γέλασαν, η Άρτεμις πιό χαρούμενα και ξέγνιαστα απο τον Τιτλακάουαν που φαινόταν να σκεύτεται κάτι. Η Μπάστετ πρέπει να το πρόσεξε αυτό και γυρίζοντας προς το μέρος του, είπε "Τί σε απασχολεί, Τίτλ;" Ο Τιτλακάουαν έκανε μία γκριμάτσα στο άκουσμα του παρατσουκλιού του. Η Μπάστετ χαμογέλασε αθώα και του απάντησε "Περιμένεις να πώ ολόκληρο το όνομά σου; Έλα τώρα, Ιωάννη. Έχουμε δουλειά!"
Ήταν νύχτα, λίγο μετά τα μεσάνυκτα, και είχε υγρασία. Είχαν έρθει εκεί για να ερευνήσουν το Λόκους και να το πάρουν υπο την κατοχή τους, και στην περίπτωση που συναντούσαν Λυκανθρώπους, να κάνουν συμφωνία μαζί τους. Είχαν δωθεί απεριόριστο πιστωτικό όριο για αυτόν τον σκοπό, η Μπάστετ όμως αποφάσισε οτι μπορούσαν να κάνουν και ψώνια στην Τρίπολη, χρεώνοντας την αρχηγό του Τάγματός τους. Ο Μεφιστοφελής δέν έχανε ευκαιρία να αναφέρει οτι είχαν δωθεί αυτήν την πίστωση για τέτοιον σκοπό, η Μπάστετ όμως του υπενθήμιζε οτι και εκείνος είχε αγοράσει εκείνα τα δύο βιβλία. Ο Μεφίστο δέν απάνταγε, παρα μόνο ψυθήριζε μέσα απο τα δόντια του οτι δέν τα είχε βρεί πουθενά αλλού.
Πλησιάζοντας τον αρχαιολογικό χώρο είδαν οτι ήταν περιφραγμένος με κόκκινη-λευκή ταινία δεμένη στα γύρω δέντρα που έγραφε "ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ", μέσα απο την περίφραξη υπήρχαν δύο κοντέινερ, ψευτοκτήσματα φτιαγμένα απο λαμαρίνα. Πλησιάζοντας, η Μπάστετ πήδηξε πάνω απο την περίφραξη, πιό περίτεχνα και δραματικά απ'ότι έκανε με την πόρτα του αμαξιού, και μόλις προσγειώθηκε στην άλλη πλευρά, χαμογέλασε βγάζοντας την γλώσσα στον Μεφιστοφελή. Αυτός την κοίταξε εχθρικά και πέρασε πάνω απο την ταινία κάνοντας απλά ένα μεγάλο βήμα. Ο Τιτλακάουαν τον μιμήθηκε και η Άρτεμις ακολούθησε σηκώνοντας προσεκτικά την φούστα της.
"Το αισθάνεστε, έτσι;" η Μπάστετ στεκόταν ακίνητη, λίγα βήματα απο την περίφραξη. Η ταινία απείχε κοντά στα τριάντα μέτρα απο τον αρχαιολογικό χώρο. Το Λόκους όμως ήταν τόσο υσχιρό που το ένοιωθαν καθαρά. Η Άρτεμις έκλεισε τα μάτια της λίγο, για να τα ανοίξει μερικά δευτερόλεπτα μετά απαντώντας "και το βλέπω. Το Λόκους είναι πιό υσχιρό όσο πιό κοντά στα χαλάσματα πάμε." και άρχισε να πηγαίνει προς τα εκεί. Η πόρτα του κοντέινερ στα δεξιά της παρέας άνοιξε και απο μέσα βγήκε ένας άνδρας με μία ρόμπα ύπνου. "Τί κάνετε εσείς εδώ;" φώναζε όσο πλησίαζε. Πρίν τους φτάσει, μέσα απο την πόρτα του αριστερού κοντέινερ βγήκε ένας ακόμα άνδρας, ντυμένος κανονικά, και κρατώντας ένα πιστόλι στο δεξί του χέρι.
Ο άντρας με την ρόμπα τους έφτασε πρίν απο τον οπλοφόρο. Είχε κοντά καφέ μαλλιά, ανακατωμένα απο τον ύπνο που προφανώς διέκοψε η συνομιλία των τεσσάρων Μάγων και ο θόρυβος απο το αμάξι τους. Φορούσε μία γκρίζα μακριά ρόμπα απο παχύ ύφασμα και απο κάτω φαινόταν μία γαλάζια πιντζάμα. Στα πόδια του φωρούσε χοντρές μάλλινες παντόφλες για να προστατεύεται απο την υγρασία του φθηνοπορινού καιρού. Στην μύτη του ήταν στερεωμένα γυαλιά με κάπως χοντρά κρύσταλλα, με κοκάλινο σκελετό. Η όλη εικόνα του τον έκανε να φαίνεται σαν τον σπασίκλα ιστορικό του πανεπιστημίου. Και μάλλον έτσι ήταν.
Ο άλλος άντρας έφτασε προς την ομάδα πρίν αρχίσει να μιλάει ο αγουροξυπνημένος. Φορούσε ένα μαύρο παντελόνι, σακάκι, παπούτσια, και είχε κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα πιστόλι με τρόπο που έδιχνε οτι ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει πολύ καλά. Το μόνο που έλειπε για να καταλάβει κανείς οτι αυτός ήθελε να το παίξει (ή ήταν) πράκτορας ήταν τα μαύρα γιαλιά. Αλλά ήταν νύχτα. Όπως και να είχε, αυτός ο δεύτερος είχε τον αέρα αυτοπεποίθησης, σε αντίθεση με τον διπλανό του που έμοιαζε κάπως ανόητος και χαμένος στην επιστήμη του.
"Τί θέλετε;" ο μαυροντυμένος μίλησε πρώτος, κάπως απότομα. Ο Τιτλακάουαν προχώρησε μπροστά απο την Μπάστετ και τον Μεφιστοφελή και βγάζοντας τα χαρτιά του απο το εσωτερικό του σακακιού του, άγγιξε τις νοήσεις των δύο Κοιμησμένων μπροστά του. Ήταν τόσο εύκολο να ελέγχει τα μυαλά τους... Σχεδόν παιχνιδάκι. Τους έκανε να πιστεύουν οτι είναι έμπιστος και καλός, οτι είναι δύσκολο να πεί ψέμματα. Και τα αποτελέσματα ήταν άμεσα. Ακόμα ο Τιτλ δέν είχε βγάλει τα χαρτιά του απο την εσωτερική τσέπη του, παρόλα αυτά ο μαυροντυμένος κράτησε το πιστόλι πολύ πιο χαλαρά και ο καθηγητής χαμογέλασε. "Με λένε Ιωάννη, ερευνητής και θρησκειολόγος." έδωσε τα πλαστά χαρτιά του στον μαυροντυμένο. "Η Ειρήνη," έδειξε την Άρτεμις, "είναι η αρχαιολόγος μας. Η Μαρία" την Μπάστετ "είναι η βοηθός της. Και δικός μου βοηθός είναι ο Αντρέας" έδειξε τον Μεφιστοφελή, ο οποίος πρόσθεσε χαμογελόντας "με ειδίκευση στις αρχαίες Βαβυλονιακές θρησκείες, μά τον Μαρντούκ." Ο καθηγητής κοίταζε τα χαρτιά τους, και όταν άκουσε το όνομα Μαρντούκ σήκωσε απότομα τα μάτια του και είπε αυστηρά "τα ονόματα έχουν δύναμη, Αντρέα. Μήν αναφέρεις τα ονόματα των θεών χωρίς λόγο." Ο Μεφιστοφελής ανασήκωσε τους ώμους του.
"Μας έστειλε το Υπουργείο Πολιτισμού για να μελετήσουμε τον αρχαιολογικό χώρο." η Μπάστετ έβγαλε κάποια χαρτιά απο την τσέπη της, που έφεραν την σφραγίδα του Υπουργείου. Οι πλαστογράφοι του Συμβουλείου ήταν εκπληκτικοί. Ο μαυροντυμένος άντρας, χαμογελόντας πιά, έβαλε το πιστόλι του στην θήκη του, στην ζώνη του. "Καλώς ορίσατε, αγαπητοί συνάδελφοι" τους είπε ο καθηγητής. "Με λένε Όμηρο και ο κύριος πράκτορας είναι ο Μηχάλης" είπε αστειεύομενος. Ο Μηχάλης έδειξε λίγο εκνευρισμένος, αλλά έδωσε φιλικά το χέρι καί στους τέσσερις μάγους. "Συγγνώμη για την αναστάτωση, απλά είχαμε κάποια περίεργα συμβάντα τις τελευταίες μέρες" είπε έπειτα. "Κάποιοι άνθρωποι ερχόντουσαν και ζητούσαν να μπούν στον αρχαιολογικό χώρο, λέγοντας οτι επρόκειτο για 'θέμα δικής σας ασφάλειας'. Δέν μου έδωσαν χαρτιά όταν τα ζήτησα, στοιχηματίζω οτι ούτε ταυτότητες δεν είχαν" πρόσθεσε χαμογελόντας ειρωνικά. "Όπως και να έχει, υποψιάζομαι οτι κάνατε ένα μεγάλο ταξίδι. Χρησιμοποιήστε το κοντέινέρ μου για να κοιμηθήτε, είναι μεγαλύτερο και έχει δύο διπλά στρώματα" είπε ο Όμηρος. "Θα κάνετε τις έρευνές σας το πρωί"

Το εσωτερικό του κοντέινερ λουζόταν απο το φώς του λαμπερού πρωινού. Η Μπάστετ άνοιξε πρώτη τα μάτια της. Κοίταξε τριγύρω, διώχνοντας τα απομεινάρια του ονείρου της. Δίπλα της, στο κρεβάτι της αριστερής άκρης του χώρου, κοιμόταν ύσηχα η Άρτεμις. Ευτηχώς κοιμόταν στην εσωτερική πλευρά του κρεβατιού, οπότε δέν χρειάζοταν να την ενοχλήσει για να σηκωθεί. Απέναντι, στην δεξιά άκρη του λαμαρινένιου κοντέινερ, κοιμόταν ο Τιτλακάουαν με τον Μεφιστοφελή. Ο Τιτλ φαινόταν να κοιμάται, ένοιωθε όμως γύρω του Μαγεία. Ήξερε οτι οι Μάστιγκος έχουν τρόπους να κοιμήζουν μόνο το σώμα τους, ενώ το μυαλό τους μένει ξύπνιο. Ενώ αναρωτιόταν τί ακριβώς σκεφτόταν μέσα στο ξόρκι του, η Μπάστετ σηκώθηκε απο το κρεβάτι. Φορούσε, όπως και όλοι οι άλλοι, τα ρούχα της. Δέν είχε γδηθεί πρίν πέσει για ύπνο, απλά είχε αλλάξει και είχε βάλει πιό καθαρά ρούχα. Φορούσε ένα μακώ κοντομάνικο κόκκινο μπλουζάκι, ακριβώς στο ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της. Είχε πάθος με το κόκκινο χρώμα. Απο κάτω φορούσε ένα τζίν ξεβαμμένο παντελόνι που τόνιζε τις καμπύλες της. Δεν ήταν ανόητη, ήξερε οτι ήταν όμορφη. Φόρεσε τις παντόφλες τίς, χνουδοτές κόκκινες, και σηκώθηκε να φτιάξει καφέ.
Το άρωμα του καφέ ξύπνησε και τους άλλους. Πρώτα την Άρτεμις, που ανασηκώθηκε απαλά. Με ένα αχνό χαμόγελο και μισόκλειστα μάτια σηκώθηκε απο το κρεβάτι, μουρμουρίζοντας ένα "κα'ημέ'α" στην όρθια Μπάστετ. Εκείνη ήταν ντυμένη με μία μακριά πράσινη φούστα, χωρίς στολίδια, και απο πάνω φορούσε μία επίσης πράσινη μπλούζα χωρίς τιράντες που άφηνε τους ώμους της ακάλυπτους. Η Άρτεμις κοιμόταν πολύ ύσηχα, οπότε τίποτα δέν είχε βγεί ή κουνηθεί. Έμοιαζε σάν να είχε ντυθεί μερικά λεπτά πρίν. Τα μαλιά της ήταν ελέυθερα και πλαισίοναν το οβάλ πρόσωπό της, δίχως να είναι ανακατεμένα.
Ο Μεφιστοφελής πετάχτηκε απο το κρεβάτι του ουρλιάζοντας σε μία γλώσσα που καμία απο τις δύο κοπέλες δέν είχε ξανα ακούσει στην ζωή της. Η Μπάστετ τον κοίταξε ήρεμα, ενώ η Άρτεμις πήδηξε πίσω απο την Μπάστ τρομαγμένη. Ο Τιτλ δέν αντέδρασε, τα ουρλιακτά δέν χάλασαν τον ύπνο του. Η πόρτα του κοντέινερ άνοιξε απότομα, με τον Μηχάλη να έχει το όπλο του να σημαδεύει προς τα μέσα.
Ο Μεφίστο στεκόταν ακίνητος, όρθιος δίπλα στο κρεβάτι του, με ένα απορημμένο ύφος. "Δέν μας επιτήθενται ζόμπι;" ρώτησε αθώα. Η Άρτεμις πίσω απο την Μπάστ γέλασε ακόμα κάπως τρομαγμένη, ενώ η Μπάστετ ξεφύσηξε. "Ακόμα και στον ύπνο σου, ζόμπι ονειρεύεσαι;" Ο Μηχάλης αναστέναξε με ανακούφηση, παρερμηνεύοντας το μουρμούρισμα του Μεφιστο "δέν Ξύπνησες όπως εγώ..." και έβαλε το πιστόλι στην θέση του. "Καλημέρα!" είπε και κλείνοντας την πόρτα, έφυγε.
Όλοι είχαν σηκωθεί εκτός απο τον Τιτλ. Καθόντουσαν στις καρέκλες μέσα στο κοντέινερ και έπειναν τον καφέ τους, συζητόντας για διάφορα πράγματα. Ο Μεφιστοφελής προσπαθούσε να εξυγήσει στις κοπέλες γιατί τα ζόμπι ήταν υπέροχα, ενώ η Άρτεμις αρνιώταν να δεχτεί οτι κάτι χωρίς ζωή είναι άξιο να ζεί. Η Μπάστετ τους κοιτούσε να συζητάνε για αυτό, ένα θέμα στο οποίο σίγουρα ένας Μόρος με έναν Θύρσους πάντα θα διαφωνούνε. Ο Τιτλακάουαν στις δέκα ακριβώς, μία ώρα περίπου απο την στιγμή που είχαν όλοι σηκωθεί, άνοιξε τα μάτια του. Χωρίς χασμουρητά σηκώθηκε σάν να μήν είχε κοιμηθεί ποτέ. Έκατσε στην καινή καρέκλα ανάμεσα στην Μπάστετ και την Άρτεμις, απέναντι απο τον Μεφιστοφελή, και τους καλημέρισε. Η Μπάστετ τον κοίταξε παιχνιδιάρικα και είπε "Υπναρά, είμαστε μία ώρα τώρα ξύπνιοι!" Ο Τιτλακάουαν την κοίταξε και της απάντησε ήρεμα "Για να ξεκουραστώ απο την χτεσινή μέρα έπρεπε να κοιμηθώ ωκτό ώρες και τριάντα τέσσερα λεπτά. Και τόσο ακριβώς κοιμήθηκα." Η Μπάστετ κοίταξε το ρολόι της και μετά απο μερικά δευτερόλεπτα σιωπιλών υπολογισμών τον κοίταξε και ένευσε καταφατικά.
Η συζήτηση του Μεφιστοφελή και της Αρτέμιδος είχε ανάψει για τα καλά, όταν η πόρτα του κοντέινερ άνοιξε. Στο κατόφλι στεκόταν ο Μηχάλης, σοβαρός. Οι δύο μάγοι σταμάτησαν να μιλάνε και τον κοίταξαν. Εκείνος είπε "ελάτε μαζί μου. Κάποιος είναι εδώ και λέει οτι θέλει να σας μιλήσει." Οι τέσσερεις νέοι βγήκαν απορημένοι μέσα απο το κοντέινερ για να αντικρύσουν έναν νέο άντρα που στεκόταν λίγο πιό πέρα απο εκείνους.
Ο νέος άντρας που στεκόταν απέναντί τους έμοιαζε μόλις δεκαεννιά χρονών. Κάπνιζε ένα τσιγάρο και φορούσε δερμάτινα ρούχα, καφέ στο χρώμα. "Καλημέρα, φίλοι μου. Λέγομαι Σίν." Ο Μεφιστοφελής τον κοίταξε ενώ εκείνος περνούσε τα χέρια του μέσα απο τα κοντά μαύρα του μαλλιά. "Ο Σίν ή Σουέν ήταν ένας σουμεριακός θεός του Φεγγαριού. Γιατί φέρεις αυτό το όνομα;" Ο Σίν τον κοίταξε με τα φρύδια ανασηκωμένα. "Γιατί δεν ρωτάς την φίλη σου;" και έδειξε προς την Μπάστετ. Εκείνη ορθάνοιξε τα μάτια της. Γυρίζοντας προς τον Μηχάλη είπε "ΟΚ, είναι φίλος. Ευχαριστούμε" και γυρίζοντας προς τον Σίν και τους τρείς φίλους της, είπε "ελάτε μέσα" και κινήθηκε προς το κοντέινερ. Ο Τιτλακάουαν πλησίασε τον Μηχάλη και του είπε, ενώ οι τέσσερεις άλλοι πήγεναν προς το κοντέινερ "είναι ένας φίλος. Μήν ανησηχείς. Αργότερα, όχι πολύ, θα πάμε για να μελετήσουμε τον αρχαιολογικό χώρο. Δέν υπάρχει λόγος να έρθει και ο Όμηρος, έχει δουλέψει αρκετά πάνω σε αυτό. Πάντως πές του οτι θα πάμε. Ά, καί" συνέχισε ενώ απομακρινόταν "υπάρχει περίπτωση κάποια στιγμή να σε χρειαστούμε. Άν ακούσεις φασαρία, έλα"

"Τί θέλετε σε αυτόν τον ιερό τόπο;" είπε ο Σίν ήρεμα στους τέσσερις μάγους απέναντί του. "Κατ'ευθείαν στο θέμα, έτσι;" είπε η Μπάστετ, ελαφρώς επιθετικά. Πρίν απαντήσει ο Σιν, ο Τιτλακάουαν μπήκε στην μέση "Δέν χρειάζεται να συμπεριφερόμαστε εχθρικά ο ένας στον άλλον. Δέν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε." δέν κοίταξε την Μπάστετ, αλλά εκείνη του έριξε ένα βλέμμα ενόχλησης για αυτήν την διακοπή. "Ενδιαφερόμαστε να διεξάγουμε μερικές έρευνες στον χώρο του Λόκους, άν δεν έχετε πρόβλημα." είπε έπειτα ο Τιτλ. Ο Σιν τον κοίταξε ήρεμα "Δέν έχετε δικαίωμα." Ο Τιτλακάουαν τον κοίταξε ήρεμος. "Αυτός ο χώρος δημιουργήθηκε απο την Μαγεία των προγώνων μας. Εσείς δεν έχετε δικαίωμα."
Ο Σιν έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σιωπιλός. "Ας είναι. Άν μας επιτέψετε να πάρουμε υπο την κυριαρχεία μας τον χώρο αυτόν μετά τις έρευνές σας δέν θα σας ενοχλήσουμε κατα την διάρκειά τους." Εκείνος τον κοίταξε. "Λυπάμαι, δέν μπορούμε να εγκυηθούμε οτι το Ελληνικό κράτος θα αφήσει αυτόν τον χώρο. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε, αλλά ίσως να μήν είναι αρκετό." Ο συνομιλιτής του μάγου τον κοίταξε χαμογελόντας ειρωνικά. "Εμείς έχουμε τρόπους που είναι αρκετοί." Σηκώθηκε όρθιος. "Αυτά είχα να πώ. Δέν θα ενοχληθήτε, αλλά μόλις τελιώσετε, αποσυρθήτε." και βγήκε απο την πόρτα.
Ο Τιτλακάουαν σηκώθηκε και αυτός μόλις η πόρτα έκλεισε. Γύρισε και κοίταξε τους τρείς φίλους του. "Ελάτε, έχουμε δουλειά" είπε και άνοιξε την πόρτα.

Κάθε γεγονός, κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε ξόρκι, όλα αυτά αφήνουν ένα μοναδικό ίχνος στον χωροχρόνο. Οι Μάγοι του Χρόνου μπορούν σκάβοντας σε αυτά τα ίχνη να καταλάβουν και να 'διαβάσουν' το παρελθόν, αλλά όλοι οι Μάγοι μπορούν να διαβάσουν τα Ίχνη. Ο οποιοσδήποτε έχει Αφυπνηστεί μπορεί να καταλάβει αν σε αυτό το σπίτι μένει κάποιος που έχει έντονη κατάθλιψη, άν εδώ έγινε πρίν απο λίγο χρόνο ένα ξόρκι, άν στον συγκερκιμένο χώρο έζησε κάποιος που πέθανε πολύ βίαια.
Η Μαγεία που έλαβε χώρα σε αυτά τα απομεινάρια του οικοδομήματος ήταν τόσο υσχηρή, που παρ'όλα τα χιλιάδες χρόνια που περάσανε, τα Ίχνη έμειναν ανέπαφα. Ο Τιτλακάουαν τα έλεγχε χρησιμοποιώντας όλες τις γητίες που είχε και του επέτρεπαν να ερευνεί τα Ίχνη. Η Μπάστετ έλεγχε τις πέτρες του οικοδομήματος για μαγεία, η Άρτεμις είχε ακουμπήσει τα χέρια της στο έδαφος και με κλειστά τα μάτια ανοιγόκλεινε απαλά το στώμα της σαν αν μιλούσε, ενώ ο Μεφιστοφελής περπατούσε τριγύρω, δήθεν αδιάφορος. Η Μαγεία όμως ήταν έντονη γύρω του.
Μετά απο μερικά λεπτά, ο Τιτλ άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον Μεφιστοφελή. "Κάποιος που η ψυχή του ήταν ενωμένη με την Στυγία έζησε εδώ. Η αίσθηση του Μυστικού του Θανάτου και της Ύλης είναι παντού." Ο Μεφιστοφελής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και συνέχισε το περπάτημα. Η Άρτεμις σταμάτησε αυτό που έκανε και γυρίζοντας στην Μπάστετ έδειξε έναν χώρο στο κέντο των χαλασμάτων. "Ερέυνησε εκεί" είπε απλά. Η Μπάστετ πήγε στο σημείο που της έδειξε η Άρτεμις και γονάτισε, ακουμπόντας τα χέρια της στο έδαφος. Αμέσως τα σήκωσε και είπε "Είναι ψευδαίσθηση. Σχεδόν, βασικά. Είναι τόσο υσχηρή που κοροιδεύει ακόμα και την βαρύτητα. Μοιάζει με έδαφος, αλλά δέν είναι. Αφηστε μου λίγο χρόνο, είναι πολύ δυνατή." και έκλεισε τα μάτια της, ψέλνοντας σιγανά στην Υψηλή Ομιλία.
Μετά απο μία ώρα, κατα την διάρκεια της οποίας οι υπόλοιποι συνέχισαν ότι έκαναν, η Μπάστετ άνοιξε τα μάτια της. "Θα μου πάρει πολύ, φροντίστε να μήν πλησιάσει κανείς Κοιμησμένος." και ξανάκλεισε τα μάτια της, ψέλνοντας. Ο Τιτλ κοίταξε τους άλλους δύο και είπε, "αφήστε το πάνω μου". Έκλεισε τα μάτια και ψιλάφισε τον Ένα Νού. Σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, άρχισε να μιλάει στην Ομιλία. Τα χέρια του έλαμψαν με ένα απαλό γαλάζιο φώς και η Αύρα του έγινε φανερή.
Μαύρη σκιά τον τύλιξε, σχηματίζοντας μία κάπα με κουκούλα, και στο πίσω μέρος της κάπας το σύμβολο του Μυστικού του Νού ήταν ορατό. Στα μυαλά των τριών Μάγων άρχισαν να αντοιχούν λέξεις σε άγνωστες γλώσσες, ειπομένες απο φωνές που δέν έπρεπε να υπάρξουν, βγαλμένες απο πηρετώδη οράματα ψυχολογικά ασταθών ανθρώπων. Αυτό συνέβει για μερικά δευτερόλεπτα, μετά απο τα οποία όλα εξαφανίστηκαν. Ο Νούς τον υπάκουσε, και τοποθέτησε ένα αόρατο πεδίο γύρω απο τα χαλάσματα. Όποιος πλησίαζε εκέι θα ένοιωθε αυτόματα σάν να είχε ξεχάσει κάτι, ή σαν να μήν ήταν αναγκαίο να πάει εκεί, με αποτέλεσμα να μήν πάει εκεί.

Είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν το έδαφος κάτω απο τα χέρια της Μπάστετ εξαφανίστηκε σάν να μήν υπήρξε ποτέ. Εκείνη σηκώθηκε εξαντλημένη και οι υπόλοιποι πλησίασαν την τρύπα. Μία σκάλα ήταν φανερή να ξεκινάει απο το επίπεδο του εδάφους και να χώνεται μέσα στην σκοτεινή γή. Η Μπάστετ, χαμογελόντας αχνά είπε στου άλλους "Έκανα το ξόρκι να μήν υσχήει για εμάς. Εμέις είμαστε οι μόνοι που βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι, και δέν επιρεαζόμαστε απο την ψευδαίσθηση. Οι υπόλοιποι θα περπατάνε κανονικά εδω πάνω, διότι δέν μπορούν να καταλάβουν οτι τίποτα δεν υπάρχει. Εμείς θα μπορούμε να μπούμε." Ο Τιτλακάουαν την κοίταξε φιλικά "είσαι κουρασμένη απο το ξόρκι. Πάμε για ύπνο και αρχίζουμε αύριο την εξερεύνηση." Η Μπάστετ έγνεψε αδύναμα και η παρέα προχώρησε προς το κοντέινερ. Ο Τιτλακάουαν δέν ξέχασε να απενεργοποιήσει το ξόρκι που είχε τοποθετήσει σάν προστασία. Ούτως ή αλλώς δέν θα διαρκούσε για παραπάνω απο μερικές ώρες.

Ένας ήχος ξύπνησε την Άρτεμις. Σηκώθηκε απαλά και κοίταξε έξω απο το παράθρο του κοντέινερ. Ένας άνθρωπος φαινόταν να περπατάει προς τα χαλάσματα μέσα στο σκοτάδι. Η Άρτεμις δέν τον ήξερε, οπότε αποφάσισε να το ελέγξει. Ξύπνησε τον Τιτλακάουαν που κοιμώταν απο την εξωτερική πλευρά αυτήν την φορά. Εκείνος με το που άνοιξε τα μάτια του την κοίταξε με καθαρό βλέμμα, σάν να μήν είχε μόλις ξυπνήσει. Η Άρτεμις δέν χρειάστηκε να πεί τίποτα, απο το ανύσηχο ύφος της κατάλαβε οτι κάτι δέν πήγαινε καλά. Σηκώθηκε αμέσως απο το κρεβάτι του και βγήκε έξω μαζί με την κοπέλα.
Έξω αντίκρισαν τον άντρα να ανεβαίνει, δέν είχε καταλάβει την παρουσία τους. Ο Τιτλακάουαν συγκεντρώθηκε αμέσως και άρχισε να κάνει ένα ξόρκι. Ο άντρας φάνηκε να κοντοστέκεται ενώ ανέβαινε το λοφάκι, αλλά μετά απο μία παύση δευτερολέπτων σήκωσε το δεξί του χέρι κάνοντας ένα σύμβολο στον αέρα.

Και άρχησε να βρέχει. Ο Τιτλακάουαν ένοιωσε τρόμο. Δέν είχε υδροφοβία, του άραισε το νερό, αλλά ξαφνικά ένοιωσε αδύναμος. Και τότε κατάλαβε.
Εκείνος, σάν ενσάρκωση του Τιτλακάουαν, του Τεζκατλιπόκα, ήταν προορισμένος να καταστραφεί απο τον Κετζαλκοάτλ. Που ήταν θεός της βροχής και του ανέμου. Όποτε φύσαγε δυνατά ή όποτε έβρεχε, ο Τιλακάουαν ήταν σε τρομερά μειωνεκτική θέση. Η Άρτεμις τον κοίταξε και εκείνος της ψυθήρισε στα γρήγορα "είμαι αδύναμος. Ξυπνάω τους άλλους" και έστειλε με πολύ δυσκολεία ένα νοητικό μύνημα στην Μπάστετ και τον Μεφιστοφελή. Αμέσως αυτοί οι δύο βγήκαν έξω. Είδαν τους δύο μάγους, όπως και τον άνδρα που είχε φτάσει πιά στα χαλάσματα. "Είμαι αδύναμος στην βροχή και εκείνος φαίνεται να το ξέρει". Η Μπάστετ του χαμογέλασε και είπε, "άστο σε εμένα" και έκλεισε τα μάτια της.
Ευθής αμέσως τα άνοιξε με ένα τρομαγμένο ύφος να διαγράφεται στο πρόσωπό της. "Δ-Δέν μπορώ να διακόψω την Μαγεία του!" Ο Μεφιστοφελής χαμογέλασε και ψυθήρισε "Επιτέλους, λίγη δράση..." Η Μπάστετ, έχοντας ξεπεράσει το αρχικό ξάφνιασμα, χαμογέλασε και αυτή. "Συμφωνώ μαζί σου, Μεφίστο..." και οι δυό τους άρχισαν να πλησιάζουν τον άνδρα, ο οποίος είχε γυρίσει προς αυτούς. Στον δρόμο έκαναν προστατευτικά ξόρκια γύρω τους.
Ο Τιτλακάουαν παρακολουθούσε ανύμπορος. Πρίν φτάσουν οι δύο Μάγοι φίλοι του τον εχθρό τους, εκείνος ένοιωσε το άγγιγμα της Αρτέμιδος. Ένοιωσε την Μαγεία να ρέει απο μέσα της προς αυτόν, και ένοιωσε προστατευμένος. Μία ασπίδα απο Εφήμερη Ύλη έλαμψε απαλά γύρω του. Γύρισε να την ευχαριστήσει, και την είδε να τον κοιτάει με ένα ανύσηχο βλέμμα. "Μήν σε πέρνει απο κάτω! Πάλεψε μέχρι τέλους!" του είπε με το ενδιαφέρον να χρωματίζει την φωνή της. Δέν άντεχε να βλέπει κάποιον σάν και τον Τιτλακάουαν, την ενσάρκωση ενός θεού, να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση. "Πίστεψε στον εαυτό σου" πρόσθεσε και τον έπιασε απο το χέρι, τραβόντας τον προς τους άλλους. Αυτός κράτησε το χέρι της, και χαμογελόντας της, προχώρησε προς τους φίλους του και τον νεοφερμένο. "Ευχαριστώ..." της ψυθήρισε. "Έκανα ότι θα έκανε ο οποιοσδήποτε" του είπε χαμογελαστά, ακόμα κρατόντας το χέρι του. "Όχι απαραίτητα" είπε, αλλά εκείνη την στιγμή, πρίν η Άρτεμις προλάβει να απαντήσει κάτι, ο Μάγος που προκάλεσε την βροχή, άρχισε να μιλάει.
"Αυτό το μέρος δέν έχει να κάνει με εσάς, Μαθητευόμενοι. Σας προτείνω να φύγεται προτού σας καταστρέψω" ηλεκτρικές εκκενώσεις άρχησαν να γίνονται στο δεξί του χέρι. "Ανόητε, σταμάτα να κάνεις ξόρκια!" του φώναξε με ανανεωμένη ζωτικότητα ο Τιτλακάουαν. Είχε αφήσει το χέρι της Αρτέμιδος και είχε προχωρήσει πιό μπροστά απο τους άλλους. Ήταν σχεδόν πέντε μέτρα μακριά απο τον άγωστο. "Υπάρχουν Κοιμησμένοι κοντά!" Εκείνος γέλασε. "Τους έχω κάνει να μήν μπορούν να βγούν απο το καβούκι τους! Ούτε βλέπουν ούτε ακούν!"
Ο άγνωστος μάγος ήταν ντυμένος με ένα μακρύ αδιάβροχο. Φορούσε ένα πλατύ καπέλο, σάν αυτά που φοράν οι ντεντέκτιβ στα Φίλμ Νουάρ. Η καπαρντίνα του τον προστάτευε απο την βροχή και δέν άφηνε να φανεί τί φορούσε απο μέσα. Τα μάτια του γυάλιζαν γαλάζια στις περιοδικές αστραπές της μαγικής βροχής.
Σηκώνοντας το δεξί του χέρι, εκείνο με τις εκκενώσεις, εκτόξευσε έναν κεραυνό προς τον Τιτλακάουαν. Εκείνος πήδηξε στην άκρη, την τελευταία στιγμή. Η Μπάστετ σήκωσε το χέρι της προς τον μάγο και φώναξε μερικές λέξεις. Μία σφαίρα φωτινής ενέργειας ξεπήδησε απο το χέρι της και κινήθηκε με ταχύτητα προς το μέρος του. Το μόνο που έκανε εκείνος ήταν να την κοιτάξει και να κάνει μία απότομη κίνηση με το αριστερό του χέρι. Η σφαίρα έπαψε να υπάρχει, η μαγεία της αποροφήθηκε ξανά απο εκεί απ' όπου ήρθε. Η Άρτεμις ψυθίρισε στα πνέυματα γύρω της, ζητώντας απο κάποιο να έρθει να τους βοηθήσει. Παρόλο που ο χώρος ήταν ένα Λόκους, κανένα πνεύμα δέν ήταν τριγύρω. Ήταν η σειρά του Μεφιστοφελή να δράσει.
Σκευτόταν οτι όλο και κάποιος θα είχε πεθάνει εδώ, οπότε αποφάσισε να δεί άν κάτι τέτοιο υσχίει. Σήκωσε στον αέρα ένα κόκαλο και φωνάζοντας στην Υψηλή Ομιλία, ζητούσε απο τους νεκρούς να σηκωθούν. Περιέργως, συνηφητοποίησε οτι είχαν πεθάνει κάποιοι εδώ γύρω, και μάλιστα αρκετά πρόσφατα. Μέσα απο την γή βγήκαν τρία χέρια. Πέταξαν το χώμα, και μετά ακολούθησαν και τα ζευγάρια αυτών των τριών χεριών. Έξι χέρια έπιασαν το χώμα και τράβυξαν πάνω τα σώματά τους. Τρία νεκρά σώματα, σαπισμένα ελαφρώς αλλά ακόμα αναγνωρίσημα, βγήκαν μέσα απο την γή. Ένα ήταν λίγο πίσω απο τον εχθρικό μάγο, και τα δύο ήταν κοντά στον Μεφιστοφελή, περίπου δέκα μέτρα μακριά απο τον εχθρό. Η Αύρα του Μεφιστοφελή έγινε φανερή γύρω του. Φάνηκε να τυλίγεται απο μία σκιά που αποροφούσε κάθε φώς, το χώμα που πατούσε έμοιαζε να σαπίζει και οι πέτρες να γίνονται σκόνη. Μουγκριτά ακουγόντουσαν στο βάθος και ο Θάνατος μύριζε έντονα τρυγύρω. Ο Μεφιστοφελής χαμογέλασε.
"Τώρα είμαστε πιό ίσα. Επιτεθείτε του, σκλάβοι μου."

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Mage the Awakening, Μέρος Τέταρτο: Νέο Ξεκίνημα

"Π-Πώς το έκανες αυτό;..." έκανε ξαφνιασμένη η Εκάτη.
Είχε περάσει ένα βράδυ απο την μέρα που μάθανε για τον θάνατο της Αντιγόνης ο Μάριος και η Εκάτη. Το προηγούμενο βράδυ είχαν δοκιμάσει να αποκαλύψουν ποιοί ήταν οι υπαίτειοι για τον θάνατο της, πρώτα με το να δούν τί είχε σημβεί την στιγμή του θανάτου της και έπειτα με το να εντοπίσουν στον χώρο. Χάρη στις ικανότητες της Εκάτης να χειρήζεται τον Χρόνο είχαν δεί την μορφή των δολοφώνων της μαθήτριάς της, και χάρη στις γνώσεις του Τιτλακάουαν για τον Χώρο είχαν καταφέρει να τους εντοπίσουν.
Περίπου τουλάχιστον. Ο Μάριος, χρησιμοποιώντας μία πιό ειδηκευμένη έκδοση της γητείας εντοπισμού, δέν είχε δεί πού ήταν εκείνοι, αλλά είχε αποτυπώσει στα τυφλά πάνω σε έναν χάρτη την τοποθεσία τους. Το πρόβλημα ήταν οτι δέν είχε καταγραφεί πάνω στον χάρτη, αλλά απο την πίσω πλευρά του, και ελλείψη σημειώσεων που όριζαν επ' ακριβώς την τοποθεσία αυτή, ο Τιτλακάουαν μέσα στο παραλήλλημά του είχε αυτοτραυματιστεί ελαφρά και είχε γράψει πάνω στο πίσω μέρος του χάρτη την λέξη "ΕΚΕΙ" και μία τελεία απο κάτω που όριζε το.. ακριβές σημείο.
Είχε πάει το άλλο πρωί στην Εκάτη για να της το δείξει. Την είχε βρεί πολύ πιο ήρεμη απ' ότι ήταν το προηγούμενο βράδυ, μόλις είχε μάθει για τον θάνατο της μαθήτριάς της. Η Εκάτη είχε εκπλαγεί απο αυτό που τις έδειξε ο νέος. "Το γεγονός οτι κατάφερες να εντοπίσεις την Στέλλα εκεί σημαίνει οτι έχεις αρκετή δύναμη! Πώς το ήξερες οτι ήταν στο Βασίλειο των Ίσκιων;"

Ο Μάριος την κοίταξε ήρεμα και είπε μετά απο μερικά δευτερόλεπτα "Δέν ήξερα." Η Εκάτη τον κοίταξε με απορία, και ύστερα απο μία μικρή παύση, αφού κατάλαβε, του είπε "Έχεις πείρα πάνω στα Μυστικά των Πνευμάτων;" Ο Μάριος κατάλαβε πού αναφερόταν, και απάντησε "όχι αρκετή για να πάω στο Βασίλειο των Ίσκιων. Ξέρω μόνο τα βασικά."

Οι πρώτοι Μάγοι, αφού απέκτησαν κάποιες βασικές γνώσεις πάνω στην Φύση του κόσμου, άρχισαν να χωρίζουν την Τέχνη και Επιστήμη τους σε κατηγορίες, όπως κάθε άνθρωπος κάνει. Έτσι προέκειψαν τα Δέκα Μυστικά, ή όπως αλλιώς λέγονται, τα Δέκα Αρκάνα. Σε κάθε ένα απο τα πέντε Ανώτερα Βασίλεια κυριαρχούσαν δύο Μυστικά. Στο Πανδαιμόνιο, το Βασίλειο των Μάστιγκος, κυριαρχούν τα Μυστικά του Νού και του Χώρου. Στους Πρωτογενείς Αγριότοπους κυριαρχούν τα Μυστικά των Πνευμάτων και της Ζωής, και το Βασίλειο αυτό αντιστοιχεί στο Μονοπάτι των Θύρσους. Στον Αιθαίρα, το Βασίλειο απ' όπου αντλούν την δύναμή τους οι Όμπριμος, κυριαρχούν τα Μυστικά της Ενέργειας και της Αρχέγονης Ύλης. Στην Αρκαδία, το Βασίλειο των τυχερών Ακάνθους, κυρίαρχα Μυστικά είναι αυτά του Χρόνου και της Μοίρας. Τέλος, στην Στυγία, το Βασίλειο οπου στέκει ο Πύργος των Μόρος, κυριαρχεί ο Θάνατος και η Ύλη.
Βέβαια, η επιρροή των Αρκάνα δέν είναι παντού δυνατή. Σε κάθε βασίλειο οι πρώτοι Μάγοι εντοπίσαν και κάποια Μυστικά που είναι αδύναμα. Στο Πανδαιμόνιο, ένα κόσμο ιδεών, ονείρων και εφιαλτών, η ύλη είναι μία αφηρημένη έννοια. Οι Μάστιγκος που επιθυμούν να μάθουν τα μυστικά της Ύλης θα δυσκολευτούν ιδιαίτερα. Στον Αιθέρα, ένα κόσμο καθαρής ενέργειας, φτιαγμένη απο Μάννα, ο Θάνατος δέν απαντάται συχνά. Στην Αρκαδία, το Βασίλειο του Χρόνου, εκεί οπου τα πεπρωμένα δημιουργούνται, οι υπόλοιπες δυνάμεις είναι σπάνιες. Οπότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να καλέσεις τις Δυνάμεις της φωτιάς ή του ηλεκτρισμού άν η ψυχή σου είναι συνδεδεμένη με αυτό το Βασίλειο. Στους Πρωτογενείς Αγριότοπους κυριαρχούν τα ένστικτα και η ωμή δύναμη, κάνοντας πολύ δύσκολη την συγκέντρωση. Αυτοί οι Θύρσους που πιστεύουν οτι το να ελέγχουν το σώμα δέν αρκεί, θα χρειαστεί να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να ελέγξουν και το μυαλό. Τέλος, στο Βασίλειο του Θανάτου και της Ύλης οι δυνάμεις των πνευμάτων είναι πολύ μικρές. Ακόμα και τα πνεύματα μπορούν να παιθάνουν.
Ο Μάριος είχε ειδηκευτεί βασικά στα δύο Αρκάνα του μονοπατιού του, το Νού και τον Χώρο, ενώ είχε κάποια εμπειρία σε αυτό των Πνευμάτων. Η Εκάτη, ώντας Σαμάνος, είχε προτιμήσει να μάθει βασικά για το Μυστικό της Ζωής, βασικό τμήμα της νοοτροπίας της, αλλά τα πνεύματα δέν την ενδιέφεραν. Είχε μάθει κάποια βασικά διότι ήταν πυρήνας του Μονοπατιού της, αλλά είχε προτιμήσει το Μυστικό του Χρόνου. Είχε σε αυτό τόση εμπειρία όση περίμενε κανείς απο έναν αρκετά προχωρημένο Γητευτή των Ακάνθους.

Έπρεπε λοιπόν να βρούν έναν τρόπο να πάνε στο Βασίλειο των Ίσκιων. "Πρέπει να βρούμε έναν σύμμαχο, ή να μάθουμε εμείς πώς μεταφερόμαστε πέρα απο το Γάντι που κρατάει τους κόσμους στην θέση του." είχε πεί η Εκάτη σκευτική. Ο Μάριος συλλογίστικε λίγο τα λόγια της και μετά απο μερικά δευτερόλεπτα είπε ξαφνικά "Μπορούμε επίσης να βρούμε ένα μέρος οπου το Γάντι είναι λεπτότερο! Και τυχαίνει η αποστολή που μου έχει ανατεθεί απο το Τάγμα μου να έχει να κάνει με ένα τέτοιο ακριβώς μέρος." Η Εκάτη αναθάρρησε και κοιτάζοντας τον χαρούμενη είπε "Έγινε, πάμε! Θα έρθω και εγώ μαζί σας!"

"Όχι, το απαγορεύω." "Τί εννοείτε, 'όχι'; Δέν έχετε έλεγχο πάνω μου! Δέν ανήκω στο Τάγμα σας!" Η αρχηγός του Τάγματος του Μυστέριουμ, η Σαμάνος Νεφερτίτη μόλις είχε απαγορέυσει στην Εκάτη να πάει μαζί με την ομάδα στον αρχαιολογικό χώρο. Ο Μάριος με την Εκάτη είχαν πάει μερικές ώρες πρίν μαζευτούν όλοι για τα απαραίτητα στην αρχηγό για να ζητήσουν την άδεια να έρθει μαζί και η Εκάτη. "Ακριβώς για αυτό. Σε ξέρω, Εκάτη. Ανήκεις στο Τάγμα των Φρουρών του Πέπλου και δέν θέλω να ανακατεύονται εκείνοι με τα θέματα του Τάγματός μου. Αυτά είχα να πώ. Αντίο" είπε απότομα και γύρισε με τα μακριά μαύρα μαλλιά και τις καφέ ρόμπες της να ανεμίζουν πίσω της.

Είχαν γυρίσει στο γραφείο της Εκάτης. "Εσύ ξέρεις οτι δέν έχει να κάνει το θέμα μου με το Τάγμα μου!" έλεγε στον Μάριο στα όρια της τρέλας "Γιατί δέν το είπες;" Ο Μάριος την κοίταζε ήρεμος και της είπε απλα "πιστεύεις οτι θα άκουγαν έναν νέο Μάγο; και μάλιστα μετά απο την ανοησία μου στο Συμβούλιο;" Η Εκάτη φάνηκε να βλέπει την λογική των επιχειρημάτων του Μάριου και ηρεμόντας άρχισε να λέει
"Η Στέλλα ήταν κόρη μου. Καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί ενδιαφέρομαι τόσο να καταστραφούν οι φονιάδες της" Ο Μάριος την κοίταγε, αλλά δέν φάνηκε να έχει κάτι άλλο να πεί, και άρχησε να κλαίει σιγανά. Μή ξέρωντας τί άλλο να κάνει, της είπε με την πιό σταθερή φωνή που είχε εκείνη την στιγμή "Και εγώ θέλω να οδηγηθούν αυτοί οι άνθρωποι στην δικαιωσήνη, και το ξέρεις. Μήν απελπίζεσαι, θα πάω εκεί ο ίδιος και θα προσπαθήσω να βρώ έναν τρόπο να πάω στο Βασίλειο των Ίσκιων. Μήν αφήνεις την οδύνη να σε ελέγχει." και μόλις τελείωσε βγήκε ήρεμα απο το γραφείο, πηγαίνοντας προς την αίθουσα οπου θα συναντούσε τις δύο νέες συνεργάτιδές του.
Στον δρόμο σκευτόταν την Εκάτη. Δέν ήταν το γεγονός οτι η Αντιγόνη ήταν η κόρη της που τον είχε αναστατώσει, αλλά η σκιά που φάνηκε να καταπίνει την ψυχή της όταν μίλησε για τις δολοφονικές της διαθέσεις ενάντια των δύο ανδρών...

Ήρθε μισή ώρα πρίν την συμφωνημένη, οπότε το δωμάτιο το βρήκε άδειο απο ανθρώπους. Ήταν μεσσαίου μεγέθους και θύμιζε έντονα σχολική αίθουσα, αφού είχε μέσα δεκαπέντε καφέ ξύλινα θρανία οργανωμένα σε τρείς σειρές των πέντε, με κάθε θρανίο να έχει μία καρέκλα απο πίσω, και είχε τρείς μεγάλους μαυροπίνακες που καταλάμβαναν τον τοίχο απέναντι απο τα θρανία. Δέν υπήρχε έδρανο στην θέση οπου συνήθως καθόταν ο καθηγητής, παρα μόνο ένα ακόμα ξύλινο θρανίο, όμοιο με τα άλλα, πάνω στο οποίο ήταν ακουμπησμένος ένας σπόγκος και ένα πακέτο λευκές κημολίες. Η αίθουσα ήταν φωτισμένη απο μακρόστενες λευκές λάμπες νέον, ακριβώς όπως στα άλλα σχολεία, και η συνολική εικόνα έκανε τον Μάριο να αναπολύσει τα μαθητικά του χρόνια. Δέν είχε περάσει και πολύς καιρός απο τότε...
Κάτι έπεσε. Ο Μάριος αμέσως γύρισε το κεφάλι του προς εκεί απ' όπου ακούστηκε ο ήχος. Κοιτώντας το θρανίο του καθηγητή, είδε οτι το πακέτο με τις κημολίες είχε πέσει κάτω. Δέν είχε αέρα και τα θρανία ήταν επίπεδα.
Ο Μάριος ενεργοποίησε στην στιγμή ένα ξόρκι που του επέτρεπε να βλέπει τις αύρες των ανθρώπων. Μπροστά του, δίπλα απο την έδρα, στεκόταν ένας άνθρωπος. Δέν μπορούσε να καταλάβει τινός φύλου απο την αύρα του, μόνο το οτι είχε διάθεση για πλάκες. Ο Μάριος χαμογελόντας πλησίασε γρήγορα την φιγούρα, και βάζοντας το δεξί του χέρι στο σημείο που πρέπει να ήταν ο ώμος της είπε "Κάτι τέτοια δέν πιάνουν σε εμένα, φίλε μάγε". Το χέρι του είχε πράγματι αγγίξει τον ώμο της φιγούρας, της οποίας η αύρα είχε αλλάξει σε έκπληξη και θαυμασμό. Απο το άγγιγμα του κατάλαβε οτι μπροστά του είχε μία κοπέλα, διότι ο ώμος ήταν ακάλυπτος και πολύ απαλός. Χαμογελόντας ακόμα περισσότερο πρόσθεσε "Ή μήπως πρέπει να πώ 'φίλη';" Η άυρα της κοπέλας είχε ξεκάθαρα αλλάξει σε θαυμασμό και ακούστηκε ένας αναστεναγμός. Ο Μάριος έκανε ένα βήμα πίσω κατεβάζοντας το χέρι του, ενώ σιγά σιγά γινόταν φανερό το σώμα της κοπέλας.
Η ψηλή κοκκινομάλα κοπέλα γύρω στα 20 που είχε μπροστά του χαμογελόντας παιχνιδιάρικα του είπε "Λυπάμαι που σε ενόχλησα. Φαινόσουν πολύ στον κόσμο σου και δέν ήθελα να τραβήξω την προσοχή σου." Φορούσε απλά ρούχα, ένα πορτοκαλί αμάνικο μπλουζάκι και ένα τζίν ξεβαμμένο, και δέν είχε βαφτεί. Είχε κοντά καρρέ κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Το δέρμα της ήταν ιδαίτερα ανοικτόχρωμο. 'Ηταν πολύ λεπτή, έμοιαζε με μπαλαρίνα. Ο Μάριος γέλασε χαρούμενα και είπε "Μα ούτως ή άλλως δέν θα τράβαγες ιδιαίτερα την προσοχή μου!"
Ενώ η κοπέλα ετοίμαζε μία τσουχτερή απάντηση, μία κάπως μπάσσα αντρική φωνή ακούστηκε απο την πόρτα. "Ελπίζω να μήν διακόπτω μία προσωπική στιγμή! Εδώ μαζευόμαστε για την εξόρμηση στην φύση;" Η κοπέλα και ο Μάριος γύρισαν προς την πυγή του ήχου για να αντικρίσουν έναν νέο, γύρω στα 20 και αυτόν, με αρκετά ιδιαίτερη εμφάνιση. Φορούσε ένα πολύ σκούρο καφέ δερμάτινο παντελόνι και απο πάνω ένα μαύρο πουκάμισο με κάθετες γκρίζες ρίγες που κάποτε πρέπει να ήταν καλοφτιαγμένο, αλλά τώρα ήταν κάπως σκισμένο στα μανίκια και το κάτω μέρος του. Τα κουμπιά έκαναν έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο πουκάμισο, ώντας κόκκινα. Είχε μακριά μάυρα και κάπως απεριποίητα μαλλιά, και το χαμογελαστό πρόσωπό του στόλιζε ένα γενάκι γύρω απο το στώμα και το πιγούνι. Ήταν εξαιρετικά λεπτός και ψηλός, ψηλότερος απο τον Μάριο, και το πουκάμισο ήταν μερικά νούμερα μεγαλύτερο απ' ότι θα έπρεπε, πράγμα που έκανε την συνολική του παρουσία να δίχνει ελάχιστα προσεγμένη. Κάποια όμως μικρά στοιχεία έδειχναν ξεκάθαρα οτι το αντίθετο συνέβαινε. Το κόκκινο χρώμα των κουμπιών ήταν εξαιρετικά φωτινό, που δέν θα έπρεπε άν το πουκάμισο ήταν όντως παλιό, και το ύφασμα ήταν σκισμένο σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, τονίζοντας κάποια χαρακτηριστικά, όπως τα μακριά και λεπτά δάκτυλά του ή την λεπτή του μέση. Αλλά το φαινομενικά ατημέλητο ντίσημό του δέν ήταν αυτό που έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση πάνω του. Αυτό που παγίδευσε το βλέμμα του Μάριου ήταν τα μάτια του νέου.
Φανέρωναν εφυήα και υσχηρή θέληση. Δέν σε άφηναν εύκολα να αποτραβήξεις το βλέμμα σου απο πάνω τους. Αλλά δέν ήταν μόνο εξ' αιτίας του χαρακτήρα, στοιχεία του οποίου άφηναν να φανούν, αλλά το γεγονός οτι η ίριδα του αριστερού του ματιού ήταν κατακόκκινη.
Ο Μάριος κοιτάζοντάς τον είπε "Όχι, δέν διακόπτεις τίποτα. Και ναί, εδώ είναι η αίθουσα που ψάχνεις" "Γιατί όμως την ψάχνεις; Υποτίθεται οτι περιμένουμε μόνο μία κοπέλα ακόμα" παρενέβει η κοκκινομάλλα. Ενώ ο νέος έμπαινε μέσα περπατώντας με το πάσο του και κοιτόντας τριγύρο είπε κάπως βαριεστημένα "Χτές το βράδυ Αφυπνήστικα και η Νεφερτίτη αποφάσησε οτι θα μου έκανε καλό να ερχόμουν μαζί με εσας που έχετε περισσότερη πείρα. Δέν σας ειδοποίησε;" συμπλήρωσε χαμογελόντας κάπως ειρωνικά.
Ο Μάριος κοίταξε τους δύο νέους μάγους που είχε μπρωστά του. Δέν ήταν πολύ μεγαλήτερος, ήταν 25 χρονών, αλλά ένοιωθε σάν να ήταν γέρος μπροστά σε αυτούς τους δύο. Άραγε ήταν 19; 20; Χαμογέλασε και υποκλήθηκε ελαφρά. "Με λένε Τιτλακάουαν. Και εγώ προχτές Αφυπνήστηκα."
Ο νεόφερτος χαμογέλασε ελαφρά και είπε "Μεφιστοφελής, Μεφίστο αν προτιμάτε. Όπως το όνομα του ανάλογου δαίμονα. Χάρηκα, Τιτλακάουαν." Η κοπέλα έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης και είπε "Εσύ είσαι αυτός για τον οποίο μιλάει η προφητεία; Όλο το Τάγμα για εσένα μιλάει! Τιμή μου να σε γνωρίζω! Ο δάσκαλός μου επέλεξε το όνομα Μπάστετ για εμένα και έχω Αφυπνηστεί εδώ και δύο μήνες!" και υποκλήθηκε χαρούμενη.
Βήματα ακούστηκαν απο τον διάδρομο. Οι τρείς νεαροί μάγοι γύρισαν να αντικρίσουν αυτόν που ερχόταν και είδαν την Νεφερτίτη να μπαίνει μέσα περπατώντας γρήγορα χωρίς να τους έχει προσέξει. Είχε το κεφάλι σκημμένο προς τα κάτω και φαινόταν να σκεύταιται κάτι συμαντικό. Οι τρείς νέοι στεκόντουσαν ακριβώς εκεί που ήταν, ο ένας δίπλα απο τον άλλον, με τον Μάριο στην μέση. Και οι τρεις κοιτάζανε την Νεφερτίτη να περπατάει σκευτική, να ακουμπάει το καφέ ντοσιέ που κρατούσε πάνω στο θρανίο του καθηγητή και να κάθεται στην καρέκλα. Είχε σκυμμένο ακόμα το κεφάλι αφηρημένη προς τα κάτω, οπότε είδε τις πεσμένες κημολίες. Ευθής σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τους νέους. Το πρόσωπό της χαλάρωσε και το βλέμμα της έγινε φιλικό. Χαμογελόντας τους είπε "Με συγχωρήτε, σκευτόμουν κάτι και δέν σας πρόσεξα. Καλώς ορίσατε! Καθήστε όπου θέλετε.
Οι τρείς νέοι είπαν μερικούς χαιρετισμούς προς την Αρχηγό του Τάγματος τους και γύρισαν προς τα θρανία. Η Μπάστετ έκατσε στο πρώτο θρανίο της μεσαίας σειράς, ο Μεφιστοφελής έκατσε στο τελευταίο θρανίο της δεξιάς σειρας (πίσω δεξιά απο την κοκκινομάλλα μάγισσα) και ο Τιτλακάουαν έκαστε στο δεύτερο θρανίο της αριστερής σειράς. Η Νεφερτίτη, ακόμα αφηρημένη, άρχισε να ψαχουλεύει το ντοσιέ που είχε ανοίξει μπροστά της. Δέν ήταν ιδιαίτερα παχή, έπρεπε να χωρούσε γύρω στα πενήντα χαρτιά κανονικού μεγέθους. Μέσα είχε μία μικρή στοίβα με χαρτιά, και απ' ότι μπορούσαν να διακρίνουν οι τρείς νεαροί μάγοι, ήταν όλα γεμάτα κείμενο, ή ήταν έγχρωμες εικόνες. Κάποια στιγμή φάνηκε να βρήσκει αυτό που έψαχνε, και ανασηκώνοντας τα μάτια, έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην αίθουσα.
"Μας λείπει μία ακόμα, σωστά;" είπε μετα απο μερικά δευτερόλεπτα έρευνας. 'Μετρούσε τόση ώρα;' ένοιωσε να του στέλνει ένα νοητικό μύνημα η Μπάστετ. Εκείνος της έστειλε ένα συναίσθημα χαράς, αντίστοιχο του χαμογέλου, και της είπε νοητικά 'μπορεί να δυσκολεύεται να μετρά μέχρι το τρία'. Εκείνη την στιγμή η Νεφερτίτη γύρισε προς την πόρτα. Είχαν ακουστεί βήματα, κατάλαβε ο Μάριος. Δέν τους είχε δώσει σημασία όταν τα άκουσε, ήταν συγκεντρωμένος στο ξόρκι του. Κοίταξε και εκείνος προς την πόρτα την στιγμή που η Νεφερτίτη έλεγε χαμογελαστά "Καλώς όρισες, Άρτεμη!"
Μία κοπέλα περπάτησε ανάλαφρα και μπήκε στην αίθουσα. Έδιχνε είκοσι και ήταν αρκετά ψηλή, αλλά πιό κοντή απο την Μπάστετ που έφτανε το ύψος του Μάριου. Είχε μελαχρινά μαλλιά που της έφταναν ώς την μέση. Δέν ήταν τοσο λεπτή όσο η άλλη κοπέλα, είχε ένα σώμα που ήταν γεμάτο ακριβώς εκεί που έπρεπε. Η μέση της είχε κανονικό μέγεθος και το υπόλοιπο σώμα της φανέρωνε μία κοπέλα που δέν ήταν κοπλεξική με το σώμα της, ήξερε οτι ήταν σωστό. Φορούσε πράσινη μακριά φούστα η οποία δέν κόλλαγε πάνω στο σώμα της, και απο πάνω μία πράσινη πάλι μπλούζα, μακριά μέχρι πιο κάτω απο την μέση της, η οποία ήταν διακοσμημένη με μερικά ρόζ και πορτοκαλιά λουλούδια. Είχε ένα αρκετά ανοικτόχρωμο δέρμα, κάτι ανάμεσα στο κανονικό ρόζ και αυτό της Μπάστετ, και στο ωβάλ πρόσωπό της, κάτω απο τα φωτινά μεγάλα καφέ μάτια της, είχε μερικές φακίδες.
'Πρέπει να είναι απο τις πιό ωραίες κοπέλες που είχω αντικρήσει μέχρι στιγμής' σκέυτηκε ο Μάριος, αλλά αμέσως το μετάνιωσε γιατί είχε ξεχάσει οτι όλες οι δυνατές σκέψεις του μεταφέρονταν στον νού της Μπάστετ μέχρι να τελειώσει το ξόρκι του. Εκείνη ξεφύσηξε σιγανά ωστε μόνο ο Μάριος να το ακούσει και του είπε με τον νού της 'μάζεψε τα σάλια σου ερωτοχτυπημένε. έχουμε δουλειά'. 'Δέν μου τρέχουν τα σάλια' και εστίασε πάλι γύρω του οπου η καινούρια κοπέλα υποκλεινόταν λέγοντας "Με λένε Άρτεμη. Ανήκω στο Μονοπάτι των Θύρσους και έχω Αφυπνηστεί εδώ και τρείς βδομάδες." Η Μπάστετ μπροστά απο τον Τίτλ σήκωσε το δεξί της χέρι σε χαιρετισμό και είπε "Μπάστετ των Όμπριμος. Χάρηκα!" Ο Μεφιστοφελής έκλεινε το κεφάλι του και είπε απλά "Μεφίστο των Μόρος". Η Άρτεμις κοίταξε τον Μάριο, και εκείνος ανταποδίδοντας το βλέμμα και χαμογελόντας είπε "Τιτλακάουαν, του Μονοπατιού των Μάστιγκος. Καινούριος στον κόσμο των Αφυπνησμένων".
Η Άρτεμις χαμογέλασε στον Μάριο σε απάντηση του δικού του χαμόγελου, και πήγε να κάτσει μπροστά του, δεξιά απο την Μπάστετ. Για να αποφύγει άλλη καταλάθος επικοινωνία, ο Μάριος είπε με την σκέψη του στην Μπάστετ 'άντε, τα λέμε' και μόλις αυτή απάντησε 'αντίο' και έστειλε ένα χαμόγελο, διέκοψε το ξόρκι. Αυτά έγιναν σε ελάχιστο χρόνο, λιγότερο απ' όσο πήρε στην Άρτεμη να έρθει προς την καρέκλα της. Μόλις έκατσε, γύρισε πίσω προς τον Μάριο και είπε χαμογελώντας "Καλωσόρισες στον κόσμο μας, Τιτλακάουαν" και ξαναγύρισε μπροστά.

Η Νεφερτίτη σηκώθηκε όρθια. "Αφού μαζευτήκαμε όλοι, μπορούμε να αρχίσουμε." χτήπησε παλαμάκια μία φορά με τα χέρια της και μετά έπιασε ένα πακέτο φωτογραφίες απο το ντοσιέ της. Το έδωσε στην Άρτεμιδα και μουρμούρισε 'πέρασε τις και στους άλλους'. Εκείνη κοίταζε την φωτογραφία, ενώ η Νεφερτίτη ξεκίνησε να λέει "Λοιπόν. Η αποστολή σας είναι πολύ απλή. Κάποιοι δήθεν αρχαιολόγοι των Κοιμησμένων (έτσι αποκαλούσαν οι Αφυπνησμένοι τους ανθρώπους που ακόμα ήταν επιρεασμένοι απο τον Λύθαργο) ανακαλύψαν μία αρχαιολογική τοποθεσία. Αποφάνθηκαν οτι επρόκειτο για έναν αρχαίο ναό, περι το 500 π.Χ. Πολύ έξυπνοι αυτοί οι αρχαιολόγοι τις πλάκας. Πέσαν έξω μερικές χιλιάδες χρόνια, μόνο. Μπροστά τους δέν είχαν έναν ναό των αρχαίων ελλήνων προς τιμήν του Απόλλωνα αλλά ένα ησυχαστήριο ενός απο τους πρώτους Ατλάντιους Μάγους που είχε γυρίσει στην πατρίδα του για να πολεμήσει τα αρχαία κακά. Η Μαγεία που είχε χρησιμοποιηθεί εκεί ήταν τόσο έντονη, που ακόμα και σήμερα υπάρχει εκεί ένα Λόκους, ένα μέρος οπου το Γάντι είναι πολύ λεπτότερο απο το κανονικό. Μάλιστα είναι ένα Λόκους τρίτου βαθμού, το πιό δυνατό."
Όσο η Νεφερτίτη μιλούσε, η Άρτεμις και η Μπάστετ είχαν δέι τις φωτογραφίες, οπότε τις πήρε ο Μάριος. Έδειχναν προφανώς τον αρχαιολογικό χώρο για τον οποίο μιλούσε η Νεφερτίτη. Στις πρώτες τρείς εικόνες φαινόνταν τα απομεινάρια ενός ορθογώνιου κτήσματος, με τις βάσεις για κολώνες ξεκάθαρες στο μπροστινό τμήμα. Οι τοίχοι σώζονταν μέχρι την μέση περίπου, και στο εσωτερικό τους το μισό κάποιων κοιώνων ήταν ολοφάνερο. Στον γύρω χώρο διακρίνονταν δέντρα. Οι επόμενες τρείς φωτογραφίες έφεραν την σημείωση πάνω δεξιά 'τα Ίχνη' και δέν ήταν έγχρωμες. Ήταν τα ίδια πλάνα με τις υπόλοιπες, όμως φαινόντουσαν ολοφάνερα κύκλοι λευκού οι οποίοι ήταν εξαιρετικά έντονοι στο κέντρο του κτήσματος και θόλωναν όσο προχωρούσε προς τα έξω. Αλλά ολόκληρη η φωτογραφία γέμιζε απο 'τα Ίχνη', που σημαίνει οτι η ενέργεια πρέπει να έφτανε μέχρι και είκοσι μέτρα γύρω απο το κτίσμα. Αφού τις κοίταξε καλά, σημείωσε στο μυαλό του να ρωτήσει τί είναι ακριβώς τα Ίχνη, και έδωσε τις φωτογραφίες στον Μεφιστοφελή που είχε έρθει να καθίσει στο διπλανό θρανίο.

"Αυτό το Λόκους, λοιπόν, μας χρειάζεται" συνέχισε η Νεφερτίτη. "Υπάρχουν κάποια πειράματα που θέλουμε να διεξάγουμε εκεί. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, δέν θέλουμε να πέσει στα χέρια των Λυκανθρώπων." εκείνη την στιγμή έκανε μία παύση, πήρε πίσω τις φωτογραφίες και κινήθηκε προς την έδρα για να τις βάλει πίσω. Ενώ έψαχνε μέσα στα χαρτιά της, ο Μάριος κοίταξε τριγύρω σαστισμένος. Η Νεφερτίτη είχε μόλις αναφερθεί σε λυκανθρώπους και κανείς δεν αντέδρασε!... Φάνηκε να βρήσκει αυτό που έψαχνε, γιατι γύρισε και πάλι προς τους τέσσερεις μάγους και μάγισσες. Κρατούσε κάτι χαρτιά και μερικά μικρότερα κομμάτια χαρτί, γαλάζια στο χρώμα, και άνοιξε το στώμα της για να συνεχίσει να μιλάει. Ο Μάριος σήκωσε το δεξί του χέρι. Η Νεφερτίτη τον κοίταξε και χαμογελόντας του είπε "τί είναι, Τιτλ;". Όλοι είχαν αρχήσει να τον φωνάζουν με την μικρότερη έκδοση του ονόματός του;... "Νομίζω οτι αναφέρατε την λέξη.. Λυκάνθρωποι. Θέλετε να πείτε οτι.. υπάρχουν;" Η Νεφερτίτη τον κοίταξε με απορία, της Αρτέμιδος απο μπροστά του της ξέφυγε ένα γελάκι, η Μπάστετ γύρισε και τον κοίταξε ειρωνικά και ο Μεφιστοφελής ξεφύσηξε. Η Μπάστετ είπε, πρωτού προλάβει η Νεφερτίτη να του απαντήσει "μόνο οι Μάγοι θα έχουν το προνόμιο της ύπαρξης; Φυσικά και υπάρχουν λυκάνθρωποι!" "Καί βρικόλακες." είπε σιγανά απο πίσω ο Μεμφίστο. Η Άρτεμις γύρισε και κοιτάζοντάς τον με το πρόσωπό της στολισμένο απο ένα υπέροχο χαμόγελο, είπε "επίσεις υπάρχουν και Νεράιδες ή Αερικά, υπάρχουν όντα σαν τον Φράνκενστάιν, υπάρχουν δαίμονες, άγγελοι.. Ακόμα και Γκρέμλιν!"
Ο Μάριος έμεινε να τους κοιτάζει. "Και πώς κατάφερναν και έμεναν κρυμμένοι τόσο καιρό;" Η Νεφερτίτη άφησε ένα εγκάρδιο γέλιο. "Είναι ειρωνικό. Ήξερες για εμάς; Πώς περιμένεις να ξέρεις και για τους άλλους;" Ο Μάριος κατάλαβε την ορθότητα των επιχειρημάτων της. Αλλά ακόμα δυσκολευόταν να το πιστέψει... Εντάξει η Μαγεία, είναι σχεδόν φυσικό. Αλλά βαμπίρ; Λυκάνθρωποι; Του ήταν κάπως δύσκολο να το πιστέψει...

"Όπως και νά 'χει, θα δείς σύντομα μερικούς απο το κάθε είδος" η Νεφερτίτη χαμογέλασε, και συνέχισε "Άν συναντήσετε λυκανθρώπους, προσπαθήστε να κάνετε μία συμφωνία μαζί τους για να μας επιτρέψουν να χρησιμοποιήσουμε λίγο το Λόκους. Άν υπάρξει πρόβλημα," και έβγαλε απο την τσέπη της ένα χαρτάκι "μπορείτε πάντα να στείλετε SMS! Είμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα!" και έδωσε το χαρτί στην Μπάστετ. "Εσύ είσαι η πιό έμπειρη, οπότε θα βάλω εσένα αρχηγό και υπεύθηνη για την επικοινωνία." Ο Μεφιστοφελής αναστέναξε βαριεστημένα πίσω και σηκώνοντας το χέρι είπε "πότε τελειώνουμε; βαρέθηκα! θέλω λίγη δράση, λίγο Θάνατο" την τελευταία λέξη την είπε όπως λέμε μία λέξη που ξεκινά με κεφαλαίο. Η Νεφερτίτη τον κοίταξε αυστηρά και είπε "όχι σκωτομούς. Φερθήτε διπλοματικά. Εσύ, Άρτεμις, είσαι μία αρχαιολόγος. Σε λένε Ειρήνη" και τις έδωσε δύο χαρτιά που απ' ότι κατάλαβε ήταν μία ταυτότητα και μία άδεια για κάτι. "Μπάστετ, είσαι βοηθός της Ειρήνης. Λέγεσε Μαρία." της έδωσε ένα ανάλογο ζευγάρι χαρτιών. "Τιτλακάουαν, σε λένε Ιωάννη και είσαι ερευνητής και θρησκειολόγος. Μεφίστο, σε λένε Αντρέα και είσαι βοηθός του Ιωάννη με ειδήκευση" "Πού;" ρώτησε ο Μεφιστοφελής ενώ έπαιρνε τα χαρτιά που του έδινε η Νεφερτίτη που στεκόταν δίπλα του. "Σκέψου κάτι. Λοιπόν, αυτά. Καμία ερώτηση;" ο Μεφιστοφελής σήκωσε το χέρι του. "Μπορώ να έχω ειδήκευση στο να καλώ στρατούς απο απέθαντους;" η Νεφερτίτη τον κοίταξε κουρασμένα, αλλά χαμογελόντας. "Όχι, λυπάμαι". Και λέγοντας "Φεύγετε τώρα, έχετε αρκετό δρόμο. Μπάστ, ορίστε τα κλειδιά του αμαξιού, οδήγα προσεκτικά" και έχοντας μαζέψει τα χαρτιά που περίσευαν, της πέταξε έναν κρίκο με δύο κλειδιά και έφυγε απο την πόρτα φωνάζοντας ένα "Αντίο!"
"Πάμε να δούμε το αμάξι!" πετάχτηκε πάνω χαρούμενη η Άρτεμις.

"Δ-Δέν το π-πιστεύω! ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ Α-ΑΜΑΞΙ;!;!" η Μπάστετ είχε μείνει με το στώμα ανοικτό. Το μοναδικό αμάξι στο δεύτερο γκαράζ που βρησκόταν μπροστά απο το γραφείο κηδειών ήταν ένας σωρός λαμαρίνες που πρίν απο δέκα χρόνια αποφάσισε οτι το να είναι αμάξι είχε καταντήσει βαρετό μετά απο τόσο καιρό. Πρέπει να ήταν απο τα πρώτα μοντέλα αμαξιών. Είχε καφέ χρώμα, γεγονός που δέν έμοιαζε να οφείλετε σε κάποιο βάψιμο. Τα πίσω παράθυρα δέν άνοιγαν και τα καθήσματα (όσο φαινόντουσαν μέσα απο την σκόνη αιώνων που είχε κατακαθήσει πάνω στα τζάμια) ήταν σκισμένα και.. μασουλιμένα σε μερικά σημεια. Σε πολλά, βασικά. "Φαίνεται έτοιμο να γκρεμιστεί!" και για να τονίσει τα λόγια της άγγιξε με προσποίητη προσοχή το καπώ. Ευθής αμέσως το "αμάξι" τυλίχτηκε σε ένα δυνατό φώς. Η Μπάστετ έκανε ένα αλματάκι προς τα πίσω και φωνάζοντας μία λέξη γύρω της εμφανίστηκε μία αχνή λευκή φούσκα ενέργειας. Η Άρτεμις, ο Τιτλακάουαν και ο Μεφιστοφελής έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω, έτοιμοι και αυτοί να κάνουν ότι ξόρκια χρειαστούν. Σιγά σιγά το φώς υποχώρησε, για να αποκαλύψει το αμάξι, αλλαγμένο.
Στην θέση του (τουλάχιστον) σαράβαλου, τώρα υπήρχε ένα τετραθέσιο σπόρ κμπριολέ αμάξι, στο χρώμα της φωτιάς, ακριβώς όπως τα μαλλιά της Μπάστετ. "That is what I am talking about!" φώναξε η Μπάστετ, και χωρίς να μπεί στο κόπο να ανοίξει την πόρτα, πήδηξε μέσα. "Ελάτε παιδιά! Ώρα για ταξιδάκι στην Πελλοπόνησο!"

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Mage the Awakening, Μέρος Τρίτο: Ο Εντοπισμός

{αυτό το κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον A.C.F.S. διότι εκείνος με παρακίνησε να το γράψω σήμερα}
{προειδοποίηση: μπορεί να σας τρομάξει σε μερικά μέρη (ναι, σε εσένα πάει, φιλαράκι!)}

"Και γιατί ακριβώς το φέρνεις εδώ, στο συμβούλιο; Αυτό είναι ένα θέμα που θα έπρεπε να συζητηθεί προσωπικά με την Μέντορα της κοπέλας" είπε ψυχρά ο Ιεράρχης. Δέν είχε σοκαριστεί καθόλου; αναρωτήθηκε ο Μάριος. Δέν πρέπει, δέν επιτρέπεται σε έναν Ιεράρχη να σοκαρίζεται, απάντησε μετά στον εαυτό του. Και εκτός αυτού, είναι ένας απίστευτα έμπειρος Μάστιγκος. Το μονοπάτι των Αρχόντων του Νού προηπέθετε οτι θα αντιμετώπιζες τους δαίμονες της ψυχής σου, πολλές φορές υλικά. Επίσης ο Ιεράρχης ήταν ξακουστός και για τις ικανότητές του να επικαλείτε και να υλοποιεί πνεύματα απο το Σκοτεινό Βασίλειο (και απο την ίδια την Άβυσσο, κάποιοι λένε), οπότε θα είχε δεί πολλές φικαλεότητες...
Αλλά και πάλι, αυτό δεν του επέτρεπε να είναι τόσο κρύος, να αντιμετωπίζει με τέτοια αδιαφορία τον φόνο μίας Αφυπνησμένης, σκεύτηκε ο Μάριος. Παρόλα αυτά δέν μπρούσε να σκευτεί γιατί είχε φέρει εκεί το κεφάλι της. Είχε χάσει την ψυχραιμία του και παρόλο που ήταν ήρεμος δέν σκευτόταν λογικά.
Τον έβγαλε όμως απο την δύσκολη θέση η παρέμβαση της (εκπληκτικά ήρεμης) Εκάτης.
"Ζητώ συγγνώμη για τις πράξεις του Τιτλακάουαν (η γηραιότερη μάγισσα ενός άλλου μονοπατιού, εκείνη που είχε πεί στον Μάριο για την προφητεία, σφήκτηκε στο άκουσμα του ψευδονήμου του) και ζητώ να αποχωρήσουμε εγώ και εκείνος για να επιμεληθούμε του θέματος. Δέν με χρειάζεστε άλλο εδώ, έτσι και αλλιώς" και με μία υπόκληση πλησίασε τον Μάριο και πίεσε το χέρι του, τοποθετόντας το κεφάλι μέσα στο κουτί και, σηκώνοντάς το, γύρισε να φύγει. Ο Μάριος την ακολούθησε, νοιώθοντας το διαπεραστικό βλέμμα του Ιεράρχη καρφωμένο στην πλάτη του.

"Γιατί το έκανες αυτό; Γελοιοποιήθηκες μπροστά σε ολόκληρο το Συμβούλιο και γελοιοποίησες και εμένα!" η Εκάτη ήταν έξω φρενών.
Μόλις φτάσανε στον κοιτώνα της μέσα στον χώρο του Συμβουλίου έβγαλε την ήρεμη και απαθής μάσκα και άφησε τα συναισθήματά της να ξεχυθούν. "Ξέρεις πόσο κόπο έχω κάνει για να έχω μία καλή εικόνα και θέση μέσα στο Συμβούλιο; Ξέρεις πόσα αντικείμενα έχω δωρήσει, πόσα βιβλία έχω παραδώσει, πόσους Τρελούς (μάγοι που τρελάθηκαν με την Αφύπνησή τους, όπως θυμόταν ο Μάριος) εχω καταστρέψει;!;! Εγώ, μία Μάγισσα της Ζωής!!" Ο Μάριος δέν αντιδρούσε, μόνο την κοίταζε απαθής να του φωνάζει. Μετά η Εκάτη θυμήθηκε το κεφάλι της Αντιγόνης. "Και αυτό! Τί έφταιξε η καημένη η Στέλλα (ά, ωστε Στέλλα ήταν το πραγματικό όνομα της Αντιγόνης...);! Σε εσένα το έστειλαν το πακέτο, άρα εσύ φταίς που πέθανε!! Εσύ φταίς που η γλυκειά μου Στέλλα πέθανε! Πέθανε για να εκβιαστείς εσυ, για να φοβήσουν ΕΣΕΝΑ!" άρχιζε και φώναζε πολύ δυνατότερα.
"ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ! ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!" πρίν όμως προλάβει η οργισμένη Εκάτη να προβεί σε βίαιες πράξεις εναντίων του Μάριου, εκείνος, χρησιμοποιόντας τον Ένα Νού, της έστειλε συναισθήματα ηρεμίας, όσο πιό επιτακτικά μπορούσε. Παράλληλα έλεγε "ηρέμισε. άν επιλέξεις να με θανατώσεις, δέν θα αρνηθώ. όμως αυτή την απόφαση πρέπει να την πάρεις ήρεμη. ηρέμησε και θα δούμε μετά πως θα πράξουμε."
Παρόλο που είχε μόλις αποκτήσει τις ικανότητές του, κατάφερε, συνδιάζοντας Μαγεία και λόγια, να την ηρεμίσει. Η Εκάτη κάθησε σε μία καρέκλα, και μετά απο μερικά λεπτά είχε ηρεμίσει τελείως.
"Πρέπει να βρούμε ποιοί το έκαναν" είπε ήρεμα κοιτώντας τον Μάριο, αλλά τα μάτια της γυάλιζαν με δίψα για εκδίκηση.

Οι Μάστιγκος είναι άρχοντες του Νού και του Χώρου. Υπάρχουν άλλα τέσσερα Μονοπάτια. Η Εκάτη άνηκε στο μονοπάτι των Θύρσους, των Σαμάνων αρχόντων της Ζωής και των Πνευμάτων. Οι Ακάνθους, συχνά αποκαλούμενοι Γητευτές, ήταν οι άρχοντες της Μοίρας και του Χρόνου. Οι Μόρος, οι Νεκρομάντες, ήταν οι κυρίαρχοι στην Ύλη και τον Θάνατο. Τέλος, οι Όμπριμος, λεγόμενοι (απο τους ίδιους, συνήθως) Θεουργοί, ήταν οι αναμφισβήτητοι άρχοντες των Δυνάμεων και του Μάννα, της Πρώτης Ύλης, της ίδιας της Ύλης της Μαγείας.
Ο Μάριος ήξερε οτι υπήρχαν δύο τρόποι να βρούν το σώμα της Αντιγόνης και ποιοί διαπράξανε τον φόνο και τον διαμελισμό: είδε χρησιμοποιόντας τις γνώσεις του πάνω στον Χώρο, ωστε να βρεί το υπόλοιπο σώμα της, είτε να βρούν έναν που είχε τουλάχιστον παραπάνω απο βασικές γνώσεις στο Μυστικό του Χρόνου.
Το συζήτησε με την Εκάτη, και αυτή χαμογελόντας (αν και αρκετά βεβιασμένα) του απάντησε οτι δέν θα χρειαζόταν να ψάξουν διότι η ίδια είχε γνώσεις πάνω στον Χρόνο, αρκετές για να μάθει κάποια πράγματα, αλλά όχι όλα. Θα χρειαζόταν η Μαγεία και των δύο.

Ο Μάριος καθόταν κάτω, οκλαδών, μαζί με την Εκάτη δίπλα του, και το κεφάλι καλλυμένο με ένα πανί και ακουμπισμένο μπροστά τους. Η Εκάτη ακόμα πάθαινε σόκ όταν το έβλεπε, αλλά τους ήταν απαραίτητο για να κάνουν τα ξόρκια τους. Βρησκόντουσαν στα δωμάτια εξάσκησης, οπου δέν υπήρχε η πιθανότητα να ξεφήγουν απο τον έλεγχό τους η Μαγεία. Η Εκάτη δέν θα χρειαζόταν πολλή ώρα για να κάνει το ξόρκι της, αλλά ο Μάριος θα χρειαζόταν πολύ περισσότερη.
Πρώτα ξεκίνησε η Εκάτη, έστι ώστε να χρησιμοποιούσαν έπειτα τις νέες γνώσεις τους για να βοηθηθεί ο Μάριος στην χρήση του Μυστικού του Χώρου. Έκλεισε τα μάτια της και άρχησε να ψέλνει. Γύρω απο τα χέρια της εμφανίστηκε μία γαλάζια αύρα όσο αυτή άγκιζε το κεφάλι (απαλά, βέβαια, και χωρίς να σκεύτεται τί ακριβώς άγγιζε). Μιλούσε σε μία γλώσσα που δέν ήταν γνωστή στον Μάριο, την αναγνώρισε όμως σαν την Υψηλή Ομιλία, την γλώσσα της Μαγείας. Δέν ήταν γνωστή σαν γλώσσα στους μοντέρνους Μάγους, μίας και η γνώση της Υψηλής Ομιλίας σαν γλώσσα χάθηκε μαζί με την Πτώση. Παρόλα αυτά, έμειναν γραπτά και λεξικά με αρκετές λέξεις, ωστε κάθε ξόρκι να μπορεί να προφερθεί στην Ομιλία. Υπάρχουν μύθοι για πνεύματα τα οποία είναι τόσο παλαιά όσο και η Ατλαντίδα, πνεύματα τα οποία έγιναν οι αποθήκες των γνώσεων της Υψηλής Ομιλίας. Βέβαια, όποια και αν είναι αυτά τα πνεύματα, όπου και να είναι, θα είναι τώρα πάνω απο δέκα χιλιάδων χρόνων, άρα θα ήταν δύσκολο να επικαλεστούν, πόσο μάλλον να ελεγκτούν... Και μία γνώση τόσο συμαντική όσο η Υψηλή Ομιλία παραμένει χαμένη, χιλιάδες χρόνια τώρα...
Η Εκάτη σύντομα τελείωσε την γητεία της. Είκοσι λεπτά απο την στιγμή που είχε κλείσει τα μάτια της, τα ξανα άνοιξε και κοιτάζοντας τον Μάριο του είπε "μπές στο μυαλό μου και δές ότι είδα". Ο Μάριος την κοίταξε, αλλα τα μάτια του δέν την έβλεπαν. Είχε απλώσει τις αισθήσης του, αγκίζοντας ελαφρά τους συνδέσμους που υπάρχουν ανάμεσα σε κάθε νου. Ψάχνοντας για λίγα δευτερόλεπτα, βρήκε τον δεσμό μεταξύ του δικού του νού και αυτού της Εκάτης, και επικεντρώθηκε εκει. Αμέσως ένοιωσε το μυαλό του να γεμίζει εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα, όλα όσα εκείνη την στιγμή περνούσαν απο το μυαλό της Εκάτης. Άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε, ανακοινώνοντας οτι ο δεσμός είναι έτοιμος. Η Εκάτη τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι καταφατικά και ένοιωσε αμέσως την δύνη συναισθημάτων και σκέψεων να μπαίνει σε μία τάξη, εμφανίζοντας εικόνες.

"Τί θέλετε να μου κάνετε;" ρώτησε η Αντιγόνη τον άντρα που ήταν σκυμμένος απο πάνω της. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, παρόλα αυτά ο Μάριος έβλεπε ξεκάθαρα τα πάντα, σάν να ήταν ο ίδιος εκεί. Η Αντιγόνη καθόταν σε μία απλή ξύλινη καρέκλα, δεμένη πάνω της. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας, που ο Μάριος αναγνώρισε σάν τον επιζώντα της χτεσινοβραδυνής επίθεσης. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μάλλινο σακί που πρέπει να είχε βγάλει πρίν απο λίγο απο το κεφάλι της Αντιγόνης. Το κεφάλι που ήταν ακόμα στην θέση του...
Ο άντρας χαμογελούσε με κακία. "Τί θέλουμε να της κάνουμε, Ιανέ;" ρώτησε ο άντρας. Κρυμμένος στις σκιές στεκόταν κάποιος. Ο Μάριος δέν μπορούσε να δεί το πρόσωπό του, μόνο οτι ήταν ντιμένος πολύ ακριβά. Ο Ιανός μίλησε με μία επιτακτική και σκληρή φωνή στον άντρα "μήν αφήνεις τον σαδισμό σου να σε ελέγχει, ανόητε. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να μάθουμε για την ενσάρκωση του Τεζκατλιπόκα." Ο Μάριος προσπάθησε να κινηθεί, να πάει πιό κοντά στον άντρα που μίλησε για εκείνον, να δεί το πρόσωπο του Ιανού. Δέν μπορούσε να κινηθεί, μόνο να κοιτάει τριγύρω απο το σημείο στο οποίο στεκόταν.
Η Αντιγόνη έμοιαζε να μήν καταλαβαίνει. "Για την ενσάρκωση του Τεζκατικάτι; Έχω ακούσει μία προφητεία μόνο! Δέν ξέρω κάτι παραπάνω!" Ο άντρας κοίταξε σχεδόν ικετευτικά τον Ιανό και του είπε "σε παρακαλώ.. Άσε με να την κάνω να μου πεί..." Ο Ιανός δέν φάνηκε να κουνιέται, μόνο είπε αηδιασμένος "Δέν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις τις αποτρόπαιες μεθόδους σου. Μπορούμε να μάθουμε και με άλλον, λιγότερο αιματιρό τρόπο. Κάτι τόσο όμορφο δέν πρέπει να καταστραφεί..." και μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του άρχισε να ψέλνει στην Υψηλή Ομιλία. Ο Μάριος αναγνώρισε μία δύο λέξεις που είχε διαβάσει χτές. Ο Ιανός έκανε ένα ξόρκι του δικού του τομέα, έκανε ένα ξόρκι του Νού. Σύντομα κατάλαβε την χρήση του: ήθελε να διησδήσει στο μυαλό της Αντιγόνης για να πάρει τις πληροφορίες που έψαχνε. Το μόνο γεγονός που έδειξε οτι ο στόχος ήταν η Αντιγόνη ήταν οι κόμποι ιδρώτα που σχηματιζόντουσαν στο μέτωπό της. Ο άλλος άντρας κοιτούσε εκστασιασμένος, πότε τον Ιανό που έκανε το ξόρκι και πότε τον στόχο του ξορκιού. Πρέπει να ένοιωθε την μαγεία του Ιανού και αυτό να του προκαλούσε τέτοια απόλαυση. Όπως και να είχε, η διαδικασία πρέπει να έλειξε, διότι ο άντρας ξεφύσιξε απογοητευμένος και ο Ιανός είπε με θανατηφόρα ηρεμία "τολμάς να αντιστέκεσαι; θα υποστείς τις συνέπειες αυτής της απερίσκεπτης πράξης σου." και κοίταξε γυρνώντας τον άλλον άντρα. "κάνε της ότι θές."
Εκείνος χτύπησε με χαρά μικρού παιδιού τα χέρια του και γύρισε προς έναν πάγκο με εργαλία στο σκοτεινό τμήμα του δωματίου. Ακούστηκε ένας ήχος σάν να φύσηξε αέρας, και ο Ιανός είχε εξαφανηστεί. Ο άντρας που έμεινε φάνηκε να γυρνάει προς την Αντιγόνη, αυτή την φορά με το πρόσωπό του παραμορφομένο απο ένα σαδιστικό χαμόγελο, και κρατόντας μία λαβίδα με οδοντοτές άκρες.

Κοίταζε την Εκάτη. Είχε ιδρώσει και τα μάτια της ήταν βουρκομένα. "Σ-συγγνώμη, δ.. δέν μπορώ να το ξ-ξαναδώ..." είπε τραυλά και ξέσπασε σε αναφυλιτά. Ο Μάριος την κοίταξε καταλαβαίνοντας την λύπη της. Ενώ άγγιζε το νου της δίνοντάς της συναισθήματα γαλήνης, της είπε "δέν χρειάζεται να υποφέρεις άλλο. ξεκουράσου, το έχεις ανάγκη. θα προχωρήσω στον εντοπισμό μόνος, άλλωστε μόνο εγώ γνωρίζω τα Μυστικά του Χώρου απο τους δυό μας. Πήγαινε, και συγγνώμη..." Αυτήν την τελευταία φράση την είπε πολύ σιγανά, και η Εκάτη μέσα στα αναφυλιτά της δέν πρέπει να το άκουσε. Σηκώθηκε με δυσκολία, και τρεκλίζοντας περπάτησε προς την πόρτα. "Θές βοήθεια να φτάσεις στον κοιτώνα σου;" "Ο-Όχι, ευχαριστώ... Α-Αρκετή αξιοπρέπεια ε.. έχασα σήμερα-α" μουρμούρισε η Εκάτη στην ερώτηση του Μάριου.

Μόλις η Εκάτη έφυγε απο το δωμάτιο, ο Μάριος έμεινε μόνος του με το κεφάλι και τις έγνοιές του. Τα έδιωξε όλα απο το μυαλό του και αποφάσισε να ξεκινήσει. Έπρεπε να εντοπίσει ακριβώς που είχαν κρύψει το σώμα της Αντιγόνης. Άν καταφέρναν και το φτάνανε, θα μπορούσαν να βρούν πάνω του τα ψυχικά σημάδια του Ιανού και του σαδιστή άντρα και μετά να εντοπίζαν αυτούς. Το κεφάλι δέν έφερε αρκετά ψυχικά σημάδια ωστε να μπορέσουν να τα εκμεταλευτούν. Πίστευε οτι το σώμα δέν θα το είχαν καθαρίσει απο τέτοιες ενδίξεις όπως το κεφάλι, διότι δέν θα περίμεναν να το βρούν.

Ο Μάριος έβγαλε απο την τσέπη του τον χάρτη της Αθήνας που είχε πάρει για τις ανάγκες του ξορκιού. Το ακούμπησε δίπλα του, μιάς και δέν το χρειαζόταν άμεσα. Άγγιξε το καλυμμένο κεφάλι μπροστά του και άφησε τον νού του να περηπλανηθεί. Τα χέρια του ακτινοβολούσαν γαλάζιο φώς, η υλική αντίδραση της χρήσης του Μάννα, της Πρώτης Ύλης. Είχε μέσα του πολύ Μάννα, όσο ένας μέσος Μάγος, οπότε δέν είχε πρόβλημα να το χρησιμοποιήσει. Χρησιμοποίησε περισσότερο απ' ότι συνήθως χρησιμοποιούν οι Μάγοι, διότι ήθελε να ορίσει την περιοχή που βρησκόταν αυτό που έψαχνε με ακρίβεια, πάνω στο χάρτη. Έφερε στο μυαλό του την εικόνα της Αντιγόνης και χρησιμοποίησε και το τμήμα της που είχε μπροστά του σάν δίοδο για να φτάσει στο υπόλοιπο. Ένοιωσε τον νού του να περιπλανιέται στις διόδους του χώρου, και εκείνη την στιγμή ο Χώρος δέν υπήρχε, ήταν μόνο μία αφηριμένη έννοια, μία ιδέα. Όλα ήταν Ένα κάτω απο το ερευνητικό βλέμμα του Τιτλακάκαουαν, αδιέρετα όπως ακριβώς είναι. Η πλάνη του Ξεχωριστού δέν υπήρχε. Σύντομα βρήκε αυτό που έψαχνε, διότι ήταν πάντα Εκεί. Έτεινε το χέρι του, άγγιξε τον χάρτη εκεί που ήταν αυτό που έψαχνε, και άφησε την νόησή του να γυρίσει στο σώμα της. Μόλις είχε ξανά τον έλεγχο του σώματός του πλήρως, κοίταξε στα δεξιά του, τον χάρτη. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και τα έτριψε με το άλλο χέρι για να σιγουρευτεί οτι έβλεπε καθαρά.

Ο χάρτης ήταν γυρισμένος ανάποδα και ο δείκτης του δεξιού του χεριού ακουμπούσε πάνω στο λευκό χαρτί σε μία κουκιδίτσα αίματος που είχε σχηματιστεί στο χαρτί.
Και απο πάνω, γραμμένο επίσης με αίμα, το δικό του αίμα, ήταν γραμμένη μία λέξη:
"ΕΚΕΙ"

Mage the Awakening, Μέρος Δεύτερο: Ο Θάνατος

{αφιερωμένο στην Ειρήνη, θερμές ευχαριστίες στον A.C.F.S. που με έβγαλε απο το αδειέξοδό}

Μόλις χτές είχε Αφυπνιστεί. Μόλις χτές είχε μπεί στον κόσμο των Μάγων. Μόλις χτές, έχοντας ξαναγεννηθεί, έφερε το όνομα Τιτλακάκουαν που σήμαινε "Είμαστε οι Δούλοι Του", το όνομα του Αζτέκικου θεού των Ξορκιστών, ένα ακόμα όνομα του μεγάλου θεού εκείνου του λαού, του Τεζκατλιπόκα. Μόλις χτές είχε πάρει το (γλυκό) παρατσούκλι Τιτλ απο την Αντιγόνη.
Την Αντιγόνη.. Μόλις χτές, μετά απο μία σειρά "συμπτώσεων" που ξεκινούσαν απο αυτή είχε καταφέρει να βγεί απο τον βαθύ ύπνο που είχε επιβληθεί στους ανθρώπους μετά την Πτώση. Μόλις χτές είχε δεί τελευταία φορά την Αντιγόνη.
Και νά, μόλις σήμερα το πρωί "Θα υπογράψετε εδώ; Είναι ένα συστημένο πακέτο." Ένα καφέ χάρτονένιο κουτί.. Δέν είχε αποστολέα, πράγμα αρκετά περίεργο διότι δέν γίνεται να στείλεις συστημένο πακέτο χωρίς να γράψεις αποστολέα. Και στον παραλύπτη έγραφε το πραγματικό του όνομα, Μάριος. Λίγοι ξέραν πού έμενε, πέρα απο τον φοιτητικό κοιτώνα. Ποιός θα μπορούσε να το είχε στείλει;

Χτές, μετά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο κλάμπ, είχε επισκεφτεί το Συμβούλιο των ανώτερων Μάγων. Ένας μάγος για κάθε μονοπάτι, δηλαδή πέντε γηραιοί μάγοι τον είχαν υποδεχτεί στους κόλπους της κοινωνίας των Αφυπνησμένων. Ο ίδιος άνηκε στο μονοπάτι των Μάστιγκος, των αρχόντων του νού και του χώρου. Είχε προσχωρήσει σε ένα απο τα πέντε κύρια τάγματα, το τάγμα που έφερε τον τίτλο Μυστέριουμ, το τάγμα των μάγων-εξερευνητών, αυτών που το μόνο ενδιαφέρων τους ήταν η γνώση. Αυτό ήταν αρκετό για να γίνει ο ίδιος θέμα συζήτησης απο όπου περνούσε μέσα στον χώρο του Συμβουλίου, διότι ήταν ο μοναδικός Μάστιγκος που είχε γίνει μέλος του τάγματος αυτού τον τελευταίο αιώνα. Καί για το γεγονός οτι είχε αναπτύξει εξαιρετικά τις δυνάμεις του μέσα σε ένα απόγευμα μόνο.
Αλλα αυτά είναι αρκετά για να σε συζητάει μία ολόκληρη κοινώτητα μάγων; Όχι.. Ήταν άλλο ένα γεγονός.

Υπήρχε μία προφητεία. Μία προφητεία που έλεγε οτι κάποτε θα εμφανιστεί ένας Αφυπνησμένος του μονοπατιού των Μάστιγκος που θα φέρει μία περίεργη ιδιομορφία. Περίεργη ακόμα και για Μάγο. Η Αύρα του θα είχε έναν περίεγο σχηματισμό.
Οι Αφυπνησμένοι είναι πιό κοντά στα Ανώτερα Βασίλεια, για αυτό και χρησιμοποιούν την Μαγεία. Χάρης στην σύνδεση που απόκτησαν με τον Πήργο που τους αντιστοιχεί γράφοντας το όνομά τους στον πυρήνα του, μπορούν να αντλούν δύναμη απο το Βασίλειο στο οποίο βρήσκεται ο Πήργος. Και το Βασίλειο στο οποίο στέλνεται η ψυχή τους κατα την Αφύπνηση εξαρτάται απόλυτα απο τους ίδιους.
Η Αφύπνηση έχει και άλλες επιρροές στην ανθρώπινη ψυχολογία και φυσιολογία. Μία απο τις συμαντικότερες είναι η Αύρα.
Όταν ένας Μάγος βιώνει έντονες ψυχολογικές αντιδράσεις, έντονα συναισθήματα, ή απλά καλεί μεγάλη ποσότητα Μαγείας, η Αύρα του κινδυνεύει να φανερωθεί. Πολλές φορές την φανερώνει ο ίδιος, για να φοβήσει ή να κερδίσει εμπιστοσύνη.
Το Βασίλειο το οποίο είναι συνδεδεμένο με την ψυχή του, καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την Αύρα του μάγου, αλλά και καθοριστικός παράγοντας είναι και η φύση και νοοτροπία του.
Η προφητεία λοιπόν μίλαγε για μία ιδιομορφία στην Αύρα ενός Μάστιγκος. Η Αύρα του εν λόγω Αφυπνησμένου θα εμφανιζόταν ώς ένας σκοτεινός μανδύας που θα τον τύλιγε, και σε ολόκληρη την πλάτη θα υπήρχε ένα πανάρχαιο Ατλαντιανό σύμβολο. Το σύμβολο του Μυστικού του Νού. Ένα σύμβολο απλό, σάν ένα μικρό b με δύο καμπύλες πάνω και κάτω. Και αυτήν την Αύρα είχε ο Μάριος, ή μάλλον σωστότερα, ο Τιτλακάουαν. Διότι επρόκειτο για την ενσάρκωσή του στην Γή.
Ή τουλάχιστον αυτό έλεγε η προφητεία.

Είτε η προφητεία ήταν αληθινή είτε όχι, ο Μάριος έφερε αυτήν την Αύρα. Δέν είχε ιδιαίτερη σημασία για αυτόν το γεγονός οτι ήταν η ενσάρκωση του Τιτλακάουαν, του Τεζκατλιπόκα, δηλαδή του σκοτεινότερου θεού των Αζτέκων. Αυτό που τον έβαζε σε σκέψεις ήταν το τέλος της προφητείας.
"Και ενώ θα φέρει το σύμβολό Του και το Σκότος Τού σε μανδύα καμωμένο απο Σκιά, το Έρπων Πτηνό, ο αδερφός του Σκοτεινού Τεζκατλιπόκα, ο Κετζαλκοάτλ θα τον εκδικηθεί για την Προδωσία του στην Αρχή των Χρόνων!"
Ο Κετζαλκοάτλ.. Η ενσάρκωσή του, δηλαδή. Όπως εκείνος ήταν η ενσάρκωση του σκοτεινού Τεζκατλιπόκα, έτσι υπήρχε και ένας μάγος που ήταν η ενσάρκωση του Κετζαλκοάτλ.. Και ήταν προορισμένος να πεθάνει απο το χέρι του.
Αλλά ο Μάριος δέν πίστευε στην Μοίρα και στις Προφητείες. Ο ίδιος έφτιαχνε το πεπρωμένο του και την μοίρα του, και ακόμα πιο ενεργά τώρα, μετά την Αφύπνησή του.

Αλλά όσες δυνάμεις και άν είχε καταφέρει να αποκτήσει μετά απο μία ολόκληρη νύχτα εξάσκησης, όσα και άν είχε αντιμετωπίσει στις διάφορες μυήσεις του, όσα και άν είχε δεί με τα ίδια του τα μάτια στην παρακμιακή συνοικία που ζούσε, και όσα και άν είχε νοιώσει τις ατέλειωτες νύκτες στα εσωτερικά του ταξίδια, τίποτα δέν τον είχε προετοιμάσει για αυτό που είδε, ανοίγοντας το κουτί.

Είχε αρνηθεί να τον αναθέσουν σε έναν Μέντορα, σε έναν διδάσκαλο της Μαγικής τέχνης και επιστήμης. Είχε μόνο ζητήσει να του δώσουν βιβλία για να μελετήσει και, όταν δέν καταλάβαινε κάτι, να τον βοηθούσαν. Αλλά όχι ένα άτομο, όχι πάντα ο ίδιος. Δέν είχε εξηγήσει γιατί, δέν τον ρώτησαν. Ούτε ο ίδιος ήξερε καλά. Απλά δέν του άρεσε καθόλου η ιδέα να ήταν μαθητής. Στις διάφορες οργανώσεις που κατα καιρούς είχε, σαν δόκιμος, ανατεθεί σε έναν δάσκαλο, κατέληγε να παίρνει εκείνος τον ρόλο του δασκάλου, διότι ήταν πολύ πιο διαβασμένος και έμπειρος. Όχι πως του μάθαιναν κάτι συμαντικο... Και, για να είναι ειληκρινής, ούτε εκείνος ήξερε κάτι συμαντικό τότε.
Το καταλάβαινε τώρα, μετά την Αφύπνησή του. Τώρα, που τα μάτια του είχαν ανοίξει.

Μάλιστα του δώσαν και αποστολή. Σύντομα θα συναντιόταν με άλλα δύο άτομα, δύο κοπέλες όπως του είχαν πεί, του ίδιου επιπέδου με εκείνον. Μαζί θα πήγαιναν για μία απλή αποστολή του Τάγματός του: να εξερευνήσουν έναν αρχαιολογικό χώρο που λεγόταν πως ήταν στοιχειωμένος.
Δέν τις είχε δεί ακόμα, θα πήγαινε αύριο ξανα στο Συμβούλιο να τις συναντήσει. Αλλά κοιτώντας το περιεχόμενο του μεγάλου καφέ κουτιού πίστεψε οτι μάλλον θα πήγαινε νωρίτερα...

Είχε φτάσει μπρωστά απο το παλιό κτίριο που έφερε την ταμπέλα "Γραφείο Κηδειών: Το Νέο Σπίτι". Και πραγματικά, εκείνο το μέρος γινόταν το νέο σπίτι πολλών νέων που δέν είχαν πού να μείνουν και είχαν μόλις Αφυπνηστεί. Διότι, παρά το φαινομενικά μικρό του μέγεθος, αυτό το μέρος ήταν το Συμβούλιο, η βιβλιοθήκη του παραρτήματος των Μάγων στην Ελλάδα, οι κοιτώνες των άστεγων και των πολύ εργατικών μάγων, τα εργαστήρια και οι αίθουσες προπόνησης. Ένας χώρος με μέγεθος όσο η Αθήνα ήταν συμπιεσμένος με Μαγεία φυσικά στον χώρο του δεύτερου ορόφου του γραφείου κηδειών. Ήταν πραγματικά ειρωνικό, γιατί όταν Αφυπνηζόσουν ουσιαστικά πέθαινες για να ξαναγεννηθείς σάν Μάγος.
Φορούσε ακριβώς ότι και εχτές, μίας και ούτε είχε κοιμηθεί ούτε είχε πληθεί. Σκόπευε να κάνει καί τα δύο αυτά το πρωί, αλλά το δέμα τον διέκοψε. Το περιεχόμενό του ήταν αρκετά συμαντικό για να συγκαλεστεί άμεσα το Συμβούλιο.
Κρατώντας το πακέτο κάτω στο αριστερό του χέρι, καλημέρισε τον γέρο που καθόταν πίσω απο τον πάγκο και του είπε οτι πήγαινε "πάνω". Ο γέρος χαμογελόντας του είπε "ξέρεις τον δρόμο" και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.

"Το πρωί μου έφεραν αυτό" είπε χωρίς εισαγωγή ο Μάριος ακουμπώντας το κουτί πάνω στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Είχε βρεί το συμβούλιο ήδη συγκεντρωμένο και η Εκάτη ήταν και αυτή εκεί.
Η Εκάτη ήταν η Μέντορας της Αντιγόνης. Θα την είχε ζητήσει να παρευρεθεί, προκαλώντας πιθανότατα ερωτήσεις, αλλά το οτι την είχε βρεί εκεί ήταν ιδανικό. Έπρεπε να μάθει...
Ο λευκοντυμένος γερασμένος Μάγος που καθόταν στην πιό περίτεχνη καρέκλα του τραπεζιού κοίταξε σκεπτικά το κουτί. "Και γιατί αυτό θα έπρεπε να μας αφορά; Τί το τόσο συμαντικό υπάρχει μέσα εκεί;" Ήταν του μονοπατιού που ήταν και ο Μάριος, Μάστιγκος. Φυσικός ηγέτης, ικανότατος ρήτορ και, πάνω απ' όλα, παντοδύναμος μάγος, ήταν απόλυτα λογικό να πάρει εκείνος την θέση του Ιεράρχη, του αρχηγού του συμβουλίου, και την θέση του "Άχοντα των Μάγων της Ελλάδας". (συμβολικά και θεωρητικά, διότι οι Μάγοι, ενώ αναγνωρίζουν την δύναμη του καθενός, δέν δέχονται κανέναν άρχοντα. ακόμα και οι σχέσεις μέντορα - μαθητή είναι σχέσεις φιλικές και, πολύ συχνά, σχέσεις αγάπης.)
Ο Μάριος τον κοίταξε στα μάτια, και δίχως να αλλάξει έκφραση άνοιξε το κουτί και έβγαλε αυτό που είχε μέσα.

Η Εκάτη στρύγκλησε. Κανείς δέν την κοίταξε, όμως. Όλοι κοιτούσαν αυτό που κράταγε στο δεξί του χέρι ο Μάριος χωρίς να μπορούν να μιλήσουν.
Ο Ιεράρχης δέν είχε αλλάξει έκφραση, αλλά ούτε και είχε πεί κάτι. Δέν άφηνε τα συναισθήματά του να τον ελέγξουν, σάν γνήσιος Μάστιγκος. Αλλά ακόμα και αυτός θα αποδεχόταν την φρίκη αυτού που κρατούσε στο χέρι του ο νεαρός μάγος.

Το κεφάλι της Αντιγόνης.